Οδηγούμε Yamaha R7 2022: Πρώτες εντυπώσεις

Ασύμμετρη απόλαυση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/10/2021

Το νέο Yamaha R7 ήρθε για να εδραιώσει μια νέα κατηγορία superport μοτοσυκλετών που δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν. Από την πρώτη στιγμή προκάλεσε αντιδράσεις, όχι μόνο γιατί το όνομά του θύμισε στους άνω των 40 ετών την εξωτική τετρακύλινδρη R7 που έτρεχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SBK ο Haga, αλλά και γιατί χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσιο τον κινητήρα του γυμνού MT-07 με τους “μόλις” 70 ίππους, όταν η Aprilia έχει στη γκάμα της το RS660 με τους 100 ονομαστικούς ίππους. Τόσο η πρώτη κατηγορία που γκρινιάζει για το όνομα, όσο και η δεύτερη κατηγορία που γκρινιάζει για την ιπποδύναμη, συνειδητά αποφεύγουν να λάβουν υπόψη τους τον σημαντικό παράγοντα του κόστους, αλλά και της νέας παγκόσμιας πραγματικότητας.

Το πρώτο R7 ήταν μια πανάκριβη μοτοσυκλέτα 750 κυβικών που βγήκε στην παραγωγή σε περιορισμένο αριθμό, μόνο και μόνο διότι οι κανονισμοί του WSBK επιβάλουν στα εργοστάσια οι μοτοσυκλέτες που θα συμμετέχουν στο πρωτάθλημα να βασίζονται σε κάποιο μοντέλο παραγωγής.

Τώρα οι κανονισμοί του WSBK επιτρέπουν στα τετρακύλινδρα να έχουν έως 1000 κυβικά, οπότε η R1 κάνει θαυμάσια για αυτή τη δουλειά και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για την Yamaha να παρουσιάσει μια καινούρια τετρακύλινδρη 750 κυβικών που θα κοστίζει 40.000 ευρώ και θα βγάζει 30 άλογα λιγότερα από την πιο φτηνή έκδοση της R1. Τα τετρακύλινδρα supersport 750 πέθαναν, διότι ο βασικός λόγος ύπαρξής τους ήταν οι κανονισμοί των αγώνων και τίποτε άλλο. Άλλαξαν οι κανονισμοί – πέθανε η κατηγορία.

Όποια καινούρια R7 κι αν παρουσίαζε η Yamaha, σίγουρα δεν θα ήταν τετρακύλινδρη 750 κυβικών με τιμή 40.000€.  

Αυτό με την σειρά του σημαίνει πως όσοι γκρινιάζουν για το όνομα, θα γκρίνιαζαν έτσι κι αλλιώς, διότι ποτέ δεν πρόκειται να παρουσιαστεί σύγχρονος αντικαταστάτης του πρώτου R7. Θα μπορούσε η Yamaha να ονομάσει η νέα μοτοσυκλέτα MT-07R ή R700 και να γλιτώσει από όλη αυτή την κουβέντα και την παραφιλολογία; Πιθανόν ναι, αλλά το σκεπτικό ήταν να κρατήσουν μια λογική συνέχεια στην ονοματολογία της σύγχρονης supersport οικογένειας με τα R3, R6 Race, R7 και R1.  

Πάμε τώρα στη γκρίνια με τα “μόλις” 70 άλογα και τους “μόλις” δύο κυλίνδρους.

Η Yamaha είχε κανονικά στην παραγωγή το τετρακύλινδρο R6 και μάλιστα επένδυε χρήματα για την εξέλιξή του έως την Euro 4 εποχή.

Όμως παρά το γεγονός πως ήταν στην κορυφή της κατηγορίας του… οι πωλήσεις δεν επαρκούσαν για να στηρίξουν το περαιτέρω κόστος εξέλιξης για να συνεχίσει στην euro5 εποχή.

Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, υπάρχουν πάρα πολλοί που λένε και γράφουν ότι θα αγόραζαν ένα τετρακύλινδρο 600 με 125 ίππους, αλλά κανείς από αυτούς δεν βάζει το χέρι στην τσέπη για να πάει να το αγοράσει.

Η εικονική πραγματικότητα έχει τεράστια διαφορά με την συμβατική πραγματικότητα και γι΄αυτό δημιουργήθηκε το νέο R7. Η Yamaha έχει αποδείξει με την ιστορία της πως μπορεί να φτιάξει οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα θέλει. Αν ήθελε να φτιάξει ένα δικύλινδρο 700 με 120 ίππους θα το έκανε, μόνο που ένας τέτοιος κινητήρας δεν θα ήταν καθόλου φτηνός.

Η χρησιμοποίηση του κινητήρα του MT-07 στο R7 έχει να κάνει ξεκάθαρα με την ανάγκη για δημιουργία μιας supersport μοτοσυκλέτας που η τιμή της θα είναι τέτοια ώστε να μπορεί να την αγοράσει η νέα γενιά.

Σαφής και συγκεκριμένος στόχος που δεν δέχεται καμία παρερμηνεία. Το R7 φτιάχτηκε για να μπορεί να το αγοράσει η νέα γενιά, με βάσει τις ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί αυτή την εποχή. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης η τιμή του δεν θα έχει μεγάλη διαφορά από του Tracer 700, αλλά θα έχει μεγάλη διαφορά από του Aprilia RS660.

Βασικός παράγοντας για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν η χρήση του κινητήρα του MT-07 με όσες λιγότερες αλλαγές ήταν δυνατόν. Όχι μόνο γιατί οι μηχανολογικές αλλαγές προσθέτουν κόστος εξέλιξης και δοκιμών, ούτε μόνο γιατί κάθε δομική αλλαγή στον κινητήρα θα απαιτούσε τη δημιουργία διαφορετικής γραμμής παραγωγής. Αυτά ήταν τα προβλήματα των κατασκευαστών τις προηγούμενες δεκαετίες. Στη σύγχρονη εποχή, η μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση είναι στις διαδικασίες έγκρισης τύπου.

Ακόμα και για τα αυτοκόλλητα που αλλάζουν χρώμα σε κάθε νέο μοντέλο, οι κατασκευαστές είναι υποχρεωμένοι να περνάνε νέες διαδικασίες έγκρισης τύπου και να πληρώνουν τρελά λεφτά στις αρμόδιες Ευρωπαίες Υπηρεσίες. Σας θυμίζουμε απλώς, πως η Aprilia στα τεχνικά χαρακτηριστικά των RS660 και Tuono 660 αναγράφει την ίδια γωνία κάστερ (ενώ στην πραγματικότητα το Tuono 660 έχει 23,5⁰ αντί για 24⁰) μόνο και μόνο για να μην πληρώσουν ξανά νέα έγκριση τύπου για το Tuono 660, κάτι που θα επιβάρυνε δυσανάλογα την τιμή του.

Εσωτερικά λοιπόν ο κινητήρας του R7 είναι ίδιος με του MT-07 και αυτό σημαίνει ροπή στις χαμηλές και μεσαίες στροφές.

Για να δώσουν όμως έναν πιο σπορ χαρακτήρα, τα περιφερειακά στον κινητήρα του R7 έχουν διαφορετική φιλοσοφία. Η γκαζιέρα έχει πιο κοντή διαδρομή και η ECU έχει διαφορετική ρύθμιση στην προπορεία της ανάφλεξης, με στόχο η απόκριση στο γκάζι να είναι πιο άμεση.

Ταυτόχρονα, η τελική σχέση μετάδοσης είναι πιο μακρά και σε συνδυασμό με την καλύτερη αεροδυναμική που προσφέρει το φαίρινγκ και η σκυφτή θέση οδήγησης, το R7 έχει υψηλότερη τελική ταχύτητα από το γυμνό MT-07.

Οι δρόμοι και η πίστα που οδηγήσαμε δεν είχαν τεράστιες ευθείες, αλλά παρ’ όλα αυτά προλάβαμε και είδαμε έως 205km/h στο κοντέρ, με τον κινητήρα να έχει όρεξη να ανεβάσει ακόμα περισσότερες στροφές.

Όσο κοντά κι αν μοιάζει στα χαρτιά με το MT-07, στην πραγματικότητα η εμπειρία οδήγησης του R7 στο δρόμο και την πίστα δεν είχαν καμία σχέση με το MT-07.

Μόνο και μόνο από τη θέση οδήγησης, η κατανομή του βάρους (στατική και ενεργητική) είναι εντελώς διαφορετική και αλλάζει δραματικά την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του R7 σε σχέση με το MT-07.

Η σταθερότητα, ιδιαίτερα μετά τα 150km/h στο κοντέρ, είναι εξαιρετική στο R7 και σε αυτό βοηθούν τα Bridgestone S22, το πλήρως ρυθμιζόμενο upside πιρούνι και φυσικά οι ισχυρότερες πλάκες αλουμινίου που συνδέουν τη βάση του ψαλιδιού με το πάνω τμήμα του πλαισίου/υποπλαισίου.

Το συνολικό πλάτος του φαίρινγκ είναι πιο στενό από του μικρότερου R3, αλλά η προστασία από τον αέρα στις υψηλές ταχύτητες και η σταθερότητα που έχει δώσει στο R7 είναι εντυπωσιακές.

Αν η σέλα δεν ήταν τόσο σκληρή, το R7 θα ήταν πολύ καλύτερη μοτοσυκλέτα για ταξίδια από το ΜΤ-07.

Γενικά η άνεση του R7 ακολουθεί την λογική των σύγχρονων supersport μοτοσυκλετών, δηλαδή η εργονομία τιμονιού-σέλας-μαρσπιέ είναι για γρήγορη οδήγηση μέσα στην πίστα και δεν υπάρχει κανένας συμβιβασμός για ήρεμη οδήγηση στο δρόμο.

Τα κλιπ-ον είναι κάτω από την πλάκα του πιρουνιού, η σέλα είναι στα 835mm από το έδαφος και τα μαρσπιέ είναι αρκετά ψηλά και πίσω.

Από την πρώτη στιγμή που θα κάτσεις πάνω του σου θυμίζει με κάθε τρόπο την R1 και η χροιά του κινητήρα στις χαμηλές στροφές φέρνει κάτι σε crossplane…

Γενικά το R7 είναι πολύ πιο σκληροπυρηνικό σε θέση οδήγησης και εμφάνιση από το δικύλινδρο Kawasaki Ninja 650, που θα είναι και ο πραγματικός του αντίπαλος στις αγορές της Ευρώπης.

Η δοκιμή ξεκίνησε σε μια φανταστική παραλιακή διαδρομή της Almeria στην νότια Ισπανία, με πολλές στροφές και άριστης ποιότητας άσφαλτο. Αν οδηγούσαμε ένα R6 θα είχαμε συνεχώς 1η-2α στο κιβώτιο και ο κινητήρας θα δούλευε μεταξύ 11.000-14.000 στροφές. Με το R7 είχαμε 3η-4η και ο κινητήρας δούλευε μεταξύ 6.000-8.000 στροφών, κάνοντας την οδήγηση πολύ πιο εύκολη και ευχάριστη εμπειρία. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο πόσα άλογα και πόση ροπή βγάζει ένας κινητήρας, με το πώς τα βγάζει στο δρόμο.

Ναι, αν κλείναμε στον δρόμο για την υπόλοιπη κυκλοφορία και καθόμασταν όλη μέρα εκεί μέχρι να μάθουμε άριστα την διαδρομή, τότε το R6 θα ήταν πιο γρήγορο από τα R7. Τώρα όμως που δεν ξέραμε με απόλυτη ακρίβεια τί μας περιμένει στην επόμενη στροφή, ο ροπάτος δικύλινδρος κινητήρας σε βοηθάει να βγεις γρήγορα από τη στροφή ακόμα κι αν έχεις μπει λάθος, ενώ ο τετρακύλινδρος κινητήρας του R6, όχι μόνο δεν συγχωρεί λάθη, αλλά αντιθέτως τα μεγεθύνει.

Όπως και στον ανοιχτό δρόμο, το R7 έχει εξαιρετική σταθερότητα στις στροφές και αντίστοιχα εξαιρετική αίσθηση για την πρόσφυση του εμπρός τροχού. Καμία σχέση δηλαδή με το MT-07 ,που όταν το πιέζεις πραγματικά αρχίζεις να χάνεις την άμεση επικοινωνία με τον εμπρός τροχό.

Τώρα πως στο διάβολο “κατάφερε” ένας από τους Βέλγους δημοσιογράφους του γκρουπ να πέσει σε μια δεξιά στροφή, μόνο ο ίδιος το ξέρει. Μετά βέβαια θα γράφει μπούρδες για το μηχανάκι και εμείς θα πρέπει να τρώμε χρόνο από τη ζωή μας για να απαντάμε σε όλους αυτούς που “διάβασαν σε site του εξωτερικού πως το R7 δεν στρίβει”….   

Η πραγματικότητα είναι πως η επιπλέον σταθερότητα έχει ένα μικρό αντίκτυπο στην ευελιξία του R7 καθώς θέλει αρκετή δύναμη στα χέρια για να αλλάξει απότομα πορεία στα δύσκολα εσάκια και αν πάρεις λάθος γραμμή στην είσοδο της στροφής δεν μπορείς να αλλάξεις τόσο εύκολα πορεία. Όχι υπερβολική προσπάθεια, αλλά σίγουρα περισσότερη από το MT-07, αν και ένας λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου που έχεις με το R7 στις στροφές.

Τα φρένα έχουν περισσότερη δύναμη χάρη στην ακτινική τρόμπα της Brembo εμπρός και στην νέα ρύθμιση της κεντρικής μονάδας του ABS που καθυστερεί την επέμβασή του. Μαζί με την υψηλότερη πρόσφυση των Bridgestone S22 και την άριστη ισπανική άσφαλτο, το ABS δεν μπήκε ούτε μία φορά στα 140 χιλιόμετρα της διαδρομής που κάναμε στο δρόμο.

Κάπως έτσι φτάσαμε στην πίστα της Andalucía που απέχει μόλις 200… μέτρα(!!!!!) από την πίστα της Almeria. Πρόκειται για μια πίστα που σχεδιάστηκε ειδικά για εμπορική εκμετάλλευση (κινηματογραφικές, τηλεοπτικές, διαφημιστικές παραγωγές και φυσικά δημοσιογραφικές παρουσιάσεις) και όχι για αγώνες.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να πιαστούμε όλοι μαζί και γοερά να κλαίμε για την ελληνική πραγματικότητα και για μεγάλα όνειρα περί F1/MotoGP κτλ, που ακόμη κι αν γίνουν πράξεις, θα έχουν δυσβάσταχτο κόστος για όποιον θέλει απλά να μπει σε μία πίστα και να ανακαλύψει τα όρια, βελτιώνοντας τον εαυτό του…
Κάπως έτσι η πίστα αυτή έρχεται και σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το σκεπτικό της Yamaha στην δημιουργία του R7.

Βέβαια ο σύνθετος χαρακτήρας της οδηγεί σε πολλές επιλογές διαμόρφωσης της διαδρομής της και αυτό την έκανε εξαιρετικά δύσκολη να την μάθεις, διότι έβγαινες από πολλές στροφές και ξαφνικά έβλεπες μπροστά σου μια πολλαπλή διασταύρωση με κορύνες. Να πάω δεξιά; Να πάω αριστερά; Να συνεχίσω ευθεία;

Ίσως αυτή να ήταν η αιτία της δεύτερης πτώσης της ημέρας, όπου ένας βρετανός δημοσιογράφος συγκρούστηκε με τον πλοηγό στον τρίτο μόλις γύρο…

Όπως ήταν φυσικό, το πρώτο εικοσάλεπτο προσαρμογής στα περίεργα ανωτέρω δεδομένα, η ροπή του κινητήρα του R7 στις μεσαίες ήταν θείο δώρο!

Ακόμα και στις πιο κλειστές στροφές της πίστας όπου οι στροφές του κινητήρα έπεφταν κάτω από τις 5.000, είχαμε 3η στο κιβώτιο και το R7 έβγαινε αξιοπρεπέστατα στις εξόδους.

Με τίποτα δεν θα αντάλλαζα το R7 με το R6 εκείνα τα πρώτα είκοσι λεπτά. Για όλα τα υπόλοιπα, σαφώς και ναι, το R6 θα ήταν ένα ταχύτερο και διασκεδαστικότερο παιχνίδι. Κι ακριβότερο ταυτόχρονα...

Επίσης, ο μονόδρομος, υποβοηθούμενος συμπλέκτης έχει βελτιώσει αφάνταστα τη συμπεριφορά του κιβωτίου ταχυτήτων και το quick-shifter (μόνο για τα ανεβάσματα) μας βοηθούσε αρκετά.

Ειδικά στο δεύτερο και τρίτο εικοσάλεπτο που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε που πάμε μέσα στην πίστα, η ύπαρξη του quick-shifter έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ο CP3 έχει ροπή στις μεσαίες, αλλά μετά τις 8.500 στροφές δεν ανεβάζει τόσο γρήγορα. Αυτό σημαίνει πως αν οδηγείς με τις στροφές κοντά στον κόφτη δεν πας γρήγορα.

Εκείνο που πρέπει να κάνεις με αυτόν τον κινητήρα στην πίστα είναι να έχεις πάντα “μια πάνω”. Στο τρίτο εικοσάλεπτο που ξέραμε πια καλά τις γραμμές της πίστας, ανεβάζαμε ταχύτητα για να μπούμε στις γρήγορες στροφές της πίστας και το πολύ να κατεβάζαμε μία ταχύτητα στις πιο κλειστές. 

Οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο, οι απαιτήσεις από το πλαίσιο και κυρίως από το εμπρός ελαστικό πολλαπλασιάζονται, διότι έχεις μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου και πλαγιάζεις τη μοτοσυκλέτα περισσότερο.

Ευτυχώς το R7 έχει εξαιρετικό σε συνολική αίσθηση μπροστινό και τα Brigdestone R11 που μας είχαν βάλει για την οδήγηση στην πίστα, πρόσφεραν απεριόριστο κράτημα πάνω στην κορυφαίας ποιότητας άσφαλτο της ισπανικής πίστας.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του R7 σε σχέση με το αντίστοιχης τιμής Kawasaki Ninja 650 και το ακριβότερο Honda CBR 650 R είναι τα μεγάλα περιθώρια κλίσης. Ακόμα και με τα εργοστασιακά μαρσπιέ και την εργοστασιακή εξάτμιση το R7 δεν βρίσκει εύκολα κάτω, διευκολύνοντας ακόμα περισσότερο την διατήρηση υψηλής ταχύτητας μέσα στις στροφές.

Μόνο το ABS βάζει όρια στο πόσο αργά και άγρια θα φρενάρεις μέσα στην πίστα. Μια λύση είναι να τραβήξεις την ασφάλεια του ABS και να το απενεργοποιήσεις και μια άλλη λύση είναι να αγοράσεις τον ειδικό “κλέφτη” που κουμπώνει στην πλεξούδα και κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά.

Η Yamaha έχει ήδη φτιάξει πλήρες αγωνιστικό κιτ που περιλαμβάνει νέα πλεξούδα (καταργεί φώτα/φλας/κεντρικό διακόπτη) ολόκληρο φαίρινγκ, μαρσπιέ, πίσω αμορτισέρ Ohlins και έμβολα/ελατήρια πιρουνιού Ohlins, ρυθμιζόμενα κλιπ-ον, διαφορετική ζελατίνα και διαφορετικά τακάκια φρένων.

Η Ιταλία και η Γαλλία έχουν προκηρύξει εθνικό κύπελο R7 Cup και το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει η Γερμανία. Στόχος της Yamaha είναι να υπάρξουν R7 Cup σε όσες περισσότερες χώρες της Ευρώπης γίνεται και προγραμματίζει έναν μεγάλο τελικό αγώνα με όλους τους νικητές των εθνικών κυπέλλων στο τέλος της σεζόν.

Ως αγωνιστική μοτοσυκλέτα το R7 έχει σαφέστατα μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη τετρακύλινδρη supersport 600, αφού δεν χρειάζεται να αγοράσεις το πανάκριβο αγωνιστικό κιτ για τον κινητήρα και φυσικά ξεκινάς με τα μισά λεφτά που στην πράξη κοστίζει το R7.

Όποιος έχει βαθιές τσέπες μπορεί να αγοράσει το R6 Race, αλλά για όλους τους υπόλοιπους που θέλουν να διασκεδάσουν στην πίστα ή να τρέξουν σε αγώνες μικρότερης προβολής όπως ένα ενιαίο κύπελλο και με το μικρότερο δυνατό κόστος, το R7 είναι μια ρεαλιστική επιλογή.

Σε κάθε περίπτωση, τα τετρακύλινδρα 600 δεν τα αγοράζει πια κανείς για να τα οδηγεί στο δρόμο και γι΄αυτό σταμάτησε η διάθεσή τους.

Το νέο R7 συμβαδίζει απόλυτα με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας και όχι της φαντασίας μας. Όχι δεν είναι γνήσιος απόγονος του R7 του Haga, ούτε έχει την τεχνολογία και τις επιδόσεις του R6. Κοστίζει όμως 5 φορές λιγότερο από το R7 του Haga και έχει σχεδόν τα μισά λεφτά απ’ όσο θα έκανε το R6 αν γινόταν Euro 5.

Όμως το σημαντικότερο δεν είναι πως μπορεί να το αγοράσει περισσότερος κόσμος. Το σημαντικότερο όλων είναι πως απολαύσαμε απίστευτα την οδήγησή του στους δρόμους και την πίστα της Ισπανίας και η χαρά που μας έδωσε ήταν τριπλάσια από την τιμή και την ιπποδύναμή του.

Έχουμε ορισμένα μειονεκτήματα να τονίσουμε και μάλιστα τα επισημάναμε και στους ανθρώπους της Yamaha με ορισμένες, ευφάνταστες απαντήσεις, πράγματα που θα αναλύσουμε και θα τεκμηριώσουμε στο επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ!

 

Έρχεται ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ και ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ σε επόμενο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΜΟΤΟ


 

SYM ADXTG 400 - Κινητήρας με τεχνολογίες αιχμής

Στόχος του εργοστασίου, το πιο καινοτόμο σύνολο στην κατηγορία
SYM ADXTG 400
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

18/3/2025

Το νέο SYM ADXTG 400 διαθέτει κορυφαίες τεχνολογικές λύσεις για την κατηγορία των adventure scooter και έναν καινοτόμο κινητήρα, για τον οποίο η εταιρεία από την Ταϊβάν αισθάνεται υπερήφανη.

Σε μια κίνηση που δεν προβαίνουν συχνά εισαγωγείς δικύκλων στη χώρα μας προέβη η Γκοργκόλης Α.Ε., δίνοντας στη δημοσιότητα ένα εκτενές δελτίο τύπου για την τεχνολογία που χρησιμοποιεί το ADXTG 400, δελτίο που ακολουθεί.

"Ο κινητήρας του ADXTG 400, είναι σταθερά τοποθετημένος “μπροστά” πάνω στο πλαίσιο σε κατάλληλη θέση, όπως στις μοτοσυκλέτες, προσφέροντας κορυφαία ισορροπία, σταθερότητα και πολύ καλή οδική συμπεριφορά στο σύνολο.

Τεχνική ανάλυση του κινητήρα του ADXTG 400

Σύστημα Hyper-VVS (Variable Valve System)

Το Hyper-VVS είναι το προηγμένο σύστημα μεταβλητού χρονισμού και βυθίσματος βαλβίδων εισαγωγής, που εφαρμόζεται για πρώτη φορά από τη SYM. Χρησιμοποιεί δύο έκκεντρα και δύο ζύγωθρα (κοκοράκια) εισαγωγής, ένα για χαμηλές και ένα για υψηλές στροφές, ρυθμίζοντας δυναμικά το βύθισμα και τη διάρκεια ανοίγματος των βαλβίδων.

Λειτουργία του Συστήματος Hyper-VVS

SYM ADXTG 400

-Χαμηλές στροφές (έως 5.500 σ.α.λ.)

Το ζύγωθρο χαμηλών στροφών είναι ενεργοποιημένο, με μικρότερο βύθισμα (7,5mm) και μικρότερη διάρκεια ανοίγματος, προσφέροντας αυξημένη ροπή και μειωμένη κατανάλωση καυσίμου.

-Υψηλές στροφές

Το EMS (Engine Management System) ενεργοποιεί μια ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα, η οποία μεταφέρει πίεση λαδιού στο μηχανισμό Hyper-VVS. Το συγχρονισμένο έμβολο εμπλέκει το ζύγωθρο υψηλών στροφών, αυξάνοντας το βύθισμα των βαλβίδων σε 8,5mm και επιμηκύνοντας τη διάρκεια ανοίγματος. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη εισαγωγή αέρα, και αύξηση της ισχύος στις υψηλές στροφές.

Έλεγχος και Απόδοση Hyper-VVS

Το EMS ελέγχει δυναμικά την ενεργοποίηση του Hyper-VVS, λαμβάνοντας υπόψη πολλαπλές παραμέτρους, όπως:

✔ Στροφές κινητήρα (ενεργοποίηση στις 5.500 σ.α.λ., απενεργοποίηση στις 5.250 σ.α.λ.)

✔ Θερμοκρασία κινητήρα (λειτουργία πάνω από 70°C)

✔ Πίεση λαδιού (ελάχιστη απαίτηση 3 bar)

✔ Θέση γκαζιού

Τεχνικά Πλεονεκτήματα Hyper-VVS έναντι συμβατικών VVT συστημάτων

✔ +7% μεγαλύτερη ροπή στις χαμηλές στροφές

✔ 11% μεγαλύτερη ισχύς στις υψηλές στροφές

✔ 90% της ροπής διαθέσιμο στις 4.500 σ.α.λ.

✔ Καλύτερη ισορροπία μεταξύ οικονομίας και απόδοσης

✔ Ομαλότερη μετάβαση μεταξύ χαμηλών και υψηλών στροφών

Διπλός αντικραδασμικός Άξονας (Dual Balance Shaft System)

Διπλός αντικραδασμικός άξονας

Το σύστημα χρησιμοποιεί δύο αντίβαρα που περιστρέφονται αντίθετα από τον στρόφαλο, αντισταθμίζοντας τους κραδασμούς πρώτης και δεύτερης τάξης που παράγονται από την πλήρη περιστροφή του στροφάλου και την παλινδρομική κίνηση του εμβόλου αντίστοιχα. Η τεχνολογία αυτή συμβάλλει στη σταθερή και ομαλή λειτουργία του κινητήρα, ελαχιστοποιώντας τους κραδασμούς που μεταφέρονται στο πλαίσιο και στον αναβάτη.

Υγρός Πολύδισκος Συμπλέκτης & Φυγοκεντρικό Σύστημα CVT

Φυγοκεντρικός συμπλέκτης

Το σύστημα μετάδοσης του ADXTG 400 χρησιμοποιεί υγρό πολύδισκο συμπλέκτη, ο οποίος προσφέρει αυξημένη αντοχή, μειωμένη θερμική καταπόνηση και σταθερή μεταφορά ισχύος. Ο συνδυασμός του με φυγοκεντρικό σύστημα CVT με ιμάντα επιτρέπει ομαλή και προοδευτική μετάδοση της κίνησης, χωρίς απότομες μεταβολές, διατηρώντας την επιτάχυνση γραμμική και ελεγχόμενη.

Το CVT (Continuously Variable Transmission) διαθέτει αυτόματο φυγοκεντρικό μηχανισμό, που προσαρμόζει τη σχέση μετάδοσης δυναμικά, ανάλογα με τις στροφές του κινητήρα και το φορτίο, εξασφαλίζοντας άμεση απόκριση και σταθερή απόδοση σε όλες τις ταχύτητες.

Ο συνδυασμός του πολύδισκου συμπλέκτη με το CVT προσφέρει βελτιωμένη ελκτική ικανότητα, ομαλότερη εκκίνηση, μειωμένη απώλεια ισχύος και μεγαλύτερη αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες κατά την έντονη χρήση.

Τελική μετάδοση με αλυσίδα

Τελική Μετάδοση με Αλυσίδα

Σε αντίθεση με τα περισσότερα scooters που χρησιμοποιούν ιμάντα και κλειστό σύστημα μετάδοσης, το ADXTG 400 διαθέτει τελική μετάδοση με αλυσίδα, προσφέροντας βελτιωμένη αντοχή και απόδοση σε απαιτητικές συνθήκες.

Ο συνδυασμός του φυγοκεντρικού CVT με αλυσίδα τελικής μετάδοσης επιτρέπει τη βελτίωση της μεταφοράς ισχύος στον τροχό, διατηρώντας αποτελεσματικότερη επιτάχυνση και μειωμένες απώλειες ισχύος σε σύγκριση με ένα πλήρως αυτόματο σύστημα μετάδοσης με ιμάντα.

Η αλυσίδα επιλέχθηκε για την αντοχή της σε υψηλά φορτία και off-road συνθήκες, καθιστώντας την ιδανική για adventure οδήγηση, όπου απαιτείται μεγαλύτερη αξιοπιστία και ευκολία συντήρησης σε δύσκολα εδάφη.

Ημίξηρο Κάρτερ με Διπλή Αντλία Λαδιού

Ημίξηρο κάρτερ

Ο σχεδιασμός ημίξηρου κάρτερ συμβάλλει στη σταθερή λίπανση, αποτρέποντας τη συγκέντρωση λαδιού γύρω από τον στρόφαλο. Το σύστημα χρησιμοποιεί δύο αντλίες: μία για την τροφοδοσία του κινητήρα και μία για την επιστροφή του λαδιού στο δοχείο, εξασφαλίζοντας σταθερή πίεση λίπανσης ακόμα και σε ακραίες οδηγικές συνθήκες, όπως σε αλλαγές στην κλίση του εδάφους. Επιπλέον, η σχεδίαση ημίξηρου κάρτερ επιτρέπει αυξημένη απόσταση από το έδαφος (160 mm), προσφέροντας μεγαλύτερη ικανότητα κίνησης σε ανώμαλο έδαφος και εκτός δρόμου διαδρομές. 

Σύστημα Κλειστού Στροφαλοθαλάμου (Closed-up Crankcase)

Το σύστημα κλειστού στροφαλοθαλάμου με βαλβίδα επιστροφής λαδιού μονής κατεύθυνσης μειώνει τη δημιουργία φυσαλίδων, σταθεροποιεί την πίεση λίπανσης και βελτιώνει τη συνολική απόδοση του κινητήρα. Επιπλέον, συμβάλλει στη μείωση της κατανάλωσης λαδιού, επιτρέποντας ομαλή και αποδοτική λειτουργία σε κάθε συνθήκη οδήγησης.

Θερμοστάτης διπλού κυκλώματος (Dual-valve type thermostat)

SYM ADXTG 400

Ο θερμοστάτης ελέγχει δυναμικά τη ροή του ψυκτικού υγρού, επιταχύνοντας την προθέρμανση του κινητήρα σε κρύες συνθήκες, διατηρώντας το κύκλωμα κλειστό κάτω από τους 80°C. Σε θερμοκρασίες κανονικής λειτουργίας (80-90°C), ανοίγει σταδιακά, ρυθμίζοντας τη θερμική ισορροπία του κινητήρα. Πάνω από τους 90°C, ανοίγει πλήρως, αυξάνοντας τη ροή του ψυκτικού υγρού προς το ψυγείο, εξασφαλίζοντας σταθερή λειτουργία και μειώνοντας τις εκπομπές ρύπων.

Σύστημα ηλεκτρονικού ψεκασμού (EFI) της KEIHIN

Το ADXTG 400 είναι εξοπλισμένο με σύστημα ηλεκτρονικού ψεκασμού (EFI) της KEIHIN, με την 6ης γενιάς ECU, η οποία ρυθμίζει δυναμικά την παροχή καυσίμου και το χρονισμό του ψεκασμού, προσαρμόζοντάς τα σε πραγματικό χρόνο με βάση δεδομένα από τους αισθητήρες του κινητήρα.

Η προηγμένη αυτή ECU διαχειρίζεται με ακρίβεια την αναλογία αέρα-καυσίμου, βελτιστοποιώντας τη συνολική αποδοτικότητα του κινητήρα με μειωμένες εκπομπές ρύπων. Επιπλέον, η έξυπνη ρύθμιση του συστήματος εξασφαλίζει γραμμική επιτάχυνση και άμεση απόκριση στο γκάζι.

Τοποθέτηση Φίλτρου Αέρα Ψηλά

Φίλτρο αέρα

Το φίλτρο αέρα του ADXTG 400 έχει τοποθετηθεί ψηλά, για την αποφυγή εισόδου νερού, λάσπης και σκόνης στο σύστημα εισαγωγής. Αυτή η διάταξη συμβάλλει στη διατήρηση καθαρού αέρα προς τον κινητήρα, βελτιώνοντας την αποδοτικότητα της καύσης και μειώνοντας τη συχνότητα συντήρησης.

Η θέση του φίλτρου είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη σε εκτός δρόμου διαδρομές, όπου η παρουσία σκόνης και υγρασίας είναι αυξημένη. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα τροφοδοσίας παραμένει προστατευμένο και η λειτουργία του κινητήρα σταθερή, ανεξάρτητα από τις συνθήκες οδήγησης.

Ισχύς και Απόδοση

Απόδοση

Ο υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας των 399 κ.εκ. (83mm × 73.8mm) προσφέρει ιδανική ισορροπία μεταξύ ισχύος και ροπής, εξασφαλίζοντας ομαλή λειτουργία και δυναμική απόκριση τόσο στην άσφαλτο όσο και εκτός δρόμου.

Με 35 ίππους στις 7.000 σ.α.λ. και 37,2 Nm ροπής στις 5.500 σ.α.λ., ο κινητήρας αποδίδει τη μέγιστη ροπή του νωρίς, με το 90% αυτής διαθέσιμο ήδη από τις 4.500 σ.α.λ., παρέχοντας δυνατή επιτάχυνση και σταθερή απόδοση σε όλο το φάσμα λειτουργίας.

Η σχέση συμπίεσης 10.5:1 εξασφαλίζει αποδοτική καύση, συνδυάζοντας οικονομία καυσίμου και υψηλή ενεργειακή απόδοση.

SYM ADXTG 400

Η κατανάλωση καυσίμου 4 L/100 km (σύμφωνα με το πρωτόκολλο WMTC3) προσφέρει μεγάλη αυτονομία, καθιστώντας το ADXTG 400 ιδανικό τόσο για καθημερινή χρήση όσο και για adventure διαδρομές μεγάλων αποστάσεων.

Το SYM ADXTG 400 θέτει νέα πρότυπα στην κατηγορία των μονοκύλινδρων κινητήρων και των adventure σκούτερ, συνδυάζοντας την οδική συμπεριφορά και το συνολικό χειρισμό μοτοσυκλέτας, με την άνεση και πρακτικότητα ενός σκούτερ.

Μια μηχανική και τεχνολογική καινοτομία της SYM, που ανεβάζει τον πήχη, έτοιμη να κατακτήσει νέους δρόμους."

Βρείτε το αναλυτικό τεστ του ADXTG 400 στο τεύχος ΜΟΤΟ 664, που κυκλοφορεί στα περίπτερα.