Λίγες παρουσιάσεις έχουν απομείνει όσο πλησιάζουμε και στο επόμενο επίσημο τεστ στο Qatar πριν την έναρξη της σεζόν στα MotoGP και τώρα ήταν η σειρά της KTM να μας δείξει τα επίσημα χρώματά της.
Φέτος, είναι ο δεύτερος χρόνος που η KTM συμμετέχει στα MotoGP όχι με δύο αλλά με τέσσερις εργοστασιακές μοτοσυκλέτες. Στόχος της είναι να συλλέξει διπλάσιο όγκο δεδομένων και να επιταχύνει την εξέλιξη των μοτοσυκλετών της. Η στρατηγική της όπως φάνηκε αποδίδει τα βέλτιστα στις δοκιμές της Sepang, μέσα απ’ τις επιδόσεις του Dani Pedrosa –αναβάτη εξέλιξης της ΚΤΜ- και του Pol Espargaro.
Τα χρώματα της ΚΤΜ εντυπωσίαζαν πάντα και θα συνεχίσουν να το κάνουν και φέτος, με την RC16 της KTM Factory Racing να διατηρεί τα παραδοσιακά της χρώματα, συνοδευόμενα πάντα απ’ το λογότυπο της Red Bull. Από την άλλη η RC16 της Tech3 απέκτησε ένα επιπλέον χρώμα και έγινε τρικολόρε.
Ο Pol Espargaro είναι ο καλύτερος αναβάτης της αυστριακής ομάδας και επίσης ο παλαιότερος, καθώς συνεργάζεται με την ΚΤΜ απ’ το 2016. Μετά την άκαρπη συνεργασία του Zarco με την KTM, ομόσταβλος του Espargaro στην εργοστασιακή ομάδα θα είναι από ο Brad Binder, ο οποίος θα κάνει το ντεμπούτο του στη MotoGP, όπου πέρσι έχασε για μόλις τρείς βαθμούς τον τίτλο της Moto2 απ’ τον Alex Marquez.
Με τα χρώματα της Tech3 θα κάνει το ντεμπούτο του ο μικρότερος σε ηλικία του grid Iker Lecuona, ενώ ο MiguelOliveira μετρά ήδη ένα χρόνο στην ομάδα.
Ο Motorsport Director της KTM, Pit Beirer είναι πολύ ευχαριστημένος με την εξέλιξη των μοτοσυκλετών που βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που περίμεναν για το 2020. “Είχαμε σχεδιάσει τα πάντα και τα ακολουθήσαμε κατά γράμμα με την πλήρη υποστήριξη τόσο της εταιρείας όσο και του διοικητικού συμβουλίου. Πέρσι ξεκινήσαμε τη συνεργασία μας με την Tech3 και είχαμε τέσσερις αναβάτες να μας προσφέρουν πολύτιμα δεδομένα. Οι αναβάτες αναπτύσσοντας τις οδηγικές τους ικανότητες ώθησαν εμάς και τις μοτοσυκλέτες να αναθεωρήσουμε τα όριά μας κι έτσι καταφέραμε να φτάσουμε στο επίπεδο που βρισκόμαστε σήμερα.”
Ανέφερε ο κ.Beirer ενώ παράλληλα τόνισε πως δεν βλέπει την Tech3 ως μια δορυφορική ομάδα αλλά ως μέλος του πακέτου της KTM, με τη σχέση τους να βασίζεται στην εμπιστοσύνη. “Ο Pol έχει συνεισφέρει πάρα πολύ με τις επιδόσεις του στο πλάνο μας, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά τον Brad και είναι υπέροχο που φέτος θα έχουμε τον δικό μας πρωταθλητή απ’ τη Moto3 να τρέχει στη MotoGP.” Από την άλλη, ο κ. Beirer πιστεύει στις ικανότητες του Oliveira και είναι σίγουρος πως θα είναι αρκετά ανταγωνιστικός, πιέζοντας τους αναβάτες της KTM Factory Racing Team, ενώ έχει εντυπωσιαστεί από τον Lecuona και πιστεύει σε αυτόν.
Το επίπεδο που βρίσκεται η KTM στα MotoGP σήμερα, οφείλεται στο πρόγραμμά της που ξεκίνησε το 2012, με τη Moto3 να αποτελεί το σημείο μηδέν για αυτήν. Η ΚΤΜ επενδύει στους ίδιους αναβάτες απ’ την αρχή της καριέρας τους στη Moto3 με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ τους και μακροχρόνιες συνεργασίες που επεκτείνονται μέχρι και τη MotoGP, όπως έγινε με τον Brad Binder. Μέσα από αυτό η εξέλιξη των μοτοσυκλετών της είναι ταχύτερη καθώς οι μηχανικοί και οι αναβάτες γνωρίζονται ήδη μεταξύ τους και επικοινωνούν καλύτερα και πιο αποτελεσματικά.
Πώς σχεδιάζονται τα ελαστικά των MotoGP: Μέσα στην τεχνολογία των αγωνιστικών ελαστικών [Video]
Από τις διαφορετικές γόμες και σκελετό μέχρι τις ειδικές προδιαγραφές για κάθε πίστα
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
8/9/2026
Τα αγωνιστικά ελαστικά των MotoGP αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα τεχνολογικά στοιχεία της μοτοσυκλέτας, καθώς καλούνται να λειτουργήσουν στα όριά τους για περίπου 45 λεπτά, με ταχύτητες που ξεπερνούν τα 360 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Τα ελαστικά των MotoGP πρέπει να καλύψουν περίπου 110 έως 120 χιλιόμετρα αγωνιστικής απόστασης, δεχόμενα τεράστιες δυνάμεις κατά την επιτάχυνση, το φρενάρισμα και τις αλλαγές κατεύθυνσης. Παράλληλα, πρέπει να προσφέρουν μέγιστη πρόσφυση σε κλίσεις που μπορούν να φτάσουν έως και τις 64 μοίρες.
Η γόμα που βλέπουμε στην εξωτερική επιφάνεια είναι μόνο ένα μέρος μιας ιδιαίτερα σύνθετης κατασκευής. Στο εσωτερικό του ελαστικού υπάρχουν στρώσεις από υλικά όπως νάιλον, πολυεστέρα και αραμίδιο, μαζί με υφασμάτινα και μεταλλικά στοιχεία που δημιουργούν τον σκελετό και διατηρούν τη σταθερότητά του στις υψηλές ταχύτητες.
Ο σκελετός καθορίζει τη συμπεριφορά
Ο σκελετός αποτελεί ουσιαστικά το δομικό πλαίσιο του ελαστικού. Οι υφασμάτινες ίνες δίνουν το σχήμα του και απορροφούν τα τεράστια φορτία που δημιουργούνται κατά την οδήγηση.
Η κατασκευή του επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο το ελαστικό παραμορφώνεται υπό φορτίο, αναπτύσσει θερμοκρασία και συμπεριφέρεται στο όριο. Για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιούνται διαφορετικές κατασκευές ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε πίστας.
Μια πιο μαλακή κατασκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πίστες με γρήγορες στροφές και ροή, ενώ ένας ενισχυμένος σκελετός προτιμάται σε χαράξεις με πολύ δυνατά φρεναρίσματα ή υψηλά πλευρικά φορτία. Η Michelin έχει χρησιμοποιήσει ενισχυμένες κατασκευές σε πίστες όπως το Red Bull Ring και το Buriram.
Κάτω από τη γόμα βρίσκεται επίσης ένα σύστημα μεταλλικών και υφασμάτινων ενισχύσεων, το οποίο διατηρεί σταθερό το αποτύπωμα του ελαστικού στην άσφαλτο. Σε ταχύτητες άνω των 360 χλμ/ώρα, η φυγόκεντρος δύναμη προσπαθεί να αυξήσει τη διάμετρο του ελαστικού και αυτές οι ενισχύσεις συμβάλλουν στη διατήρηση του σχήματός του.
Οι γόμες και τα ασύμμετρα ελαστικά
Η εξωτερική γόμα είναι το τμήμα που έρχεται σε άμεση επαφή με την άσφαλτο και εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της διαφοράς ανάμεσα στις μαλακές, μεσαίες και σκληρές επιλογές.
Η ακριβής σύνθεση των γομών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά μυστικά της Michelin. Κάθε μείγμα σχεδιάζεται για συγκεκριμένο εύρος θερμοκρασίας, τύπο ασφάλτου και απαιτήσεις πίστας.
Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ασύμμετρα ελαστικά. Αυτό σημαίνει ότι η μία πλευρά του ελαστικού διαθέτει διαφορετική γόμα από την άλλη, συνήθως πιο ανθεκτική στην πλευρά που δέχεται τα μεγαλύτερα φορτία.
Σε μια πίστα με περισσότερες δεξιές στροφές, για παράδειγμα, η δεξιά πλευρά του ελαστικού μπορεί να καταπονείται σημαντικά περισσότερο. Η χρήση διαφορετικών γομών στις δύο πλευρές επιτρέπει καλύτερη διαχείριση της φθοράς και της θερμοκρασίας.
Κάθε ελαστικό διαθέτει επίσης ενσωματωμένο RFID chip, το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία για τη γόμα, την κατασκευή του σκελετού, την ημερομηνία παραγωγής και την παρτίδα κατασκευής. Έτσι η Michelin μπορεί να έχει πλήρη έλεγχο και εποπτεία για κάθε ελαστικό που χρησιμοποιείται στο MotoGP.
Από το εργαστήριο στην πίστα
Η διαδικασία σχεδίασης ξεκινά με την ανάπτυξη της γόμας. Οι μηχανικοί συνδυάζουν φυσικό και συνθετικό καουτσούκ, πυρίτιο, αιθάλη, θείο και άλλα υλικά, με στόχο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά πρόσφυσης, αντοχής και θερμικής συμπεριφοράς.
Τα slick ελαστικά των MotoGP έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν ιδανικά μεταξύ περίπου 80°C και 120°C.
Στα πρώτα στάδια της εξέλιξης χρησιμοποιούνται εκτενώς προσομοιώσεις σε υπολογιστές. Τα ψηφιακά μοντέλα επιτρέπουν στους μηχανικούς να εξετάσουν τη συμπεριφορά ενός νέου σχεδίου υπό φορτίο πριν κατασκευαστεί το πρώτο πραγματικό πρωτότυπο.
Όταν οριστικοποιηθούν οι προδιαγραφές, ξεκινά η παραγωγή. Τα ελαστικά κατασκευάζονται πάνω σε θερμαινόμενο περιστρεφόμενο μεταλλικό καλούπι και οι διαφορετικές στρώσεις εφαρμόζονται διαδοχικά.
Αρχικά τοποθετείται η εσωτερική σφραγιστική στρώση, ακολουθούν οι υφασμάτινες στρώσεις του σκελετού και οι ενισχύσεις, ενώ τελευταία εφαρμόζεται η εξωτερική αγωνιστική γόμα.
Στη συνέχεια το ελαστικό περνά από τη διαδικασία της βουλκανισμού, κατά την οποία υψηλή θερμοκρασία και πίεση ενώνουν χημικά όλες τις στρώσεις και καθορίζουν οριστικά το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του.
Κάθε πίστα απαιτεί διαφορετικά ελαστικά
Η Michelin δεν μεταφέρει την ίδια προδιαγραφή ελαστικών σε κάθε Grand Prix. Η επιλογή γόμας και σκελετού γίνεται ειδικά για τις απαιτήσεις της κάθε πίστας.
Μεταξύ των παραγόντων που εξετάζονται είναι η τραχύτητα της ασφάλτου, η χάραξη της πίστας, τα πλευρικά φορτία στις στροφές, η κυρίαρχη κατεύθυνση των στροφών και η θερμοκρασία περιβάλλοντος και ασφάλτου.
Μια τραχιά επιφάνεια αυξάνει τη φθορά και τη θερμοκρασία του ελαστικού, ενώ μια πίστα με μεγάλες και γρήγορες στροφές δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις από μια διαδρομή με πολλές αργές και κλειστές στροφές.
Η εισαγωγή των αγώνων Sprint του Σαββάτου, από το 2023, πρόσθεσε ακόμη μία παράμετρο στην εξέλιξη των ελαστικών, καθώς πλέον πρέπει να αποδίδουν αποτελεσματικά τόσο σε μικρότερες όσο και στις πλήρεις αγωνιστικές αποστάσεις.
Για νέες πίστες, όπου δεν υπάρχουν προηγούμενα δεδομένα από το MotoGP, η Michelin βασίζεται σε προσομοιώσεις και ανάλυση των χαρακτηριστικών της διαδρομής για να καθορίσει τις κατάλληλες προδιαγραφές.
Η τελευταία χρονιά της Michelin στα MotoGP
Το 2026 αποτελεί την τελευταία σεζόν της Michelin ως αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στην κορυφαία κατηγορία των MotoGP. Η γαλλική εταιρεία βρίσκεται σε αυτόν τον ρόλο από το 2016 και από το 2027 η Pirelli θα αναλάβει ως αποκλειστικός προμηθευτής ελαστικών και στις τρεις κατηγορίες των Grand Prix: MotoGP, Moto2 και Moto3.
Αντίστοιχα, η Michelin θα αναλάβει τον ρόλο του αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στο WorldSBK.
Η αλλαγή αυτή θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες τεχνικές μεταβολές των νέων κανονισμών για το 2027, καθώς διαφορετική εταιρεία σημαίνει διαφορετικές γόμες, διαφορετικές κατασκευές και νέα φιλοσοφία στη συμπεριφορά των μοτοσυκλετών.
Για τους αναβάτες, η “αίσθηση” που συχνά περιγράφουν μετά από ένα session κρύβει πίσω του χιλιάδες ώρες εξέλιξης. Η γόμα, ο σκελετός, η θερμοκρασία λειτουργίας, η κατασκευή και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της πίστας καθορίζουν τελικά τον τρόπο με τον οποίο η μοτοσυκλέτα συμπεριφέρεται στο όριο, καθώς στα MotoGP, το ελαστικό δεν είναι απλώς ένα αναλώσιμο εξάρτημα αλλά ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της απόδοσης μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας.