Ανάμεσα στις μικρές παράλληλες ιστορίες που συμβαίνουν μέσα στις ομάδες των MotoGP, υπάρχουν και κάποιες που δείχνουν πόσο πολύ μετράνε οι λεπτομέρειες σε αυτό το επίπεδο αγώνων, αλλά και γιατί οι αναβάτες χρειάζεται διαρκώς να προσαρμόζονται στις αλλαγές συνθηκών που δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες και οι αλλαγές στους κανονισμούς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η δοκιμή πίσω φρένου στο τιμόνι από τον Valentino Rossi στα δοκιμαστικά μετά τον αγώνα της Βαρκελώνης… δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί κάτι τέτοιο ο Γιατρός, καθώς το 2017 είχε τοποθετήσει στην μοτοσυκλέτα του ένα τέτοιο σύστημα στον αγώνα της Aragon, λίγες εβδομάδες μετά το ατύχημα στο Mugello, παίρνοντας μάλιστα και την πέμπτη θέση! Όπως γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια, η χρήση μικρών λεβιέδων στο τιμόνι που ενεργοποιούν το πίσω φρένο ξεκίνησε από τον Mick Doohan μετά το ατύχημα που του διέλυσε το δεξί του πόδι. Εκείνη την εποχή των δίχρονων 500, οι αναβάτες χρησιμοποιούσαν τακτικά το πίσω φρένο μέσα στη στροφή για να κλείνουν τη γραμμή τους (οι δίχρονοι κινητήρες έχουν ελάχιστοφρένο από τον κινητήρα) και στις εξόδους των στροφών για να ομαλοποιούν την παροχή της δύναμης χωρίς να κλείνουν το γκάζι (δηλαδή χρησιμοποιούσαν το πίσω φρένο ως traction control και ως wheelie control).
Μετά τον Doohan, πολλοί αναβάτες άρχισαν να βάζουν τέτοιους λεβιέδες στο τιμόνι για να πατάνε πίσω φρένο με τον αντίχειρα, όχι γιατί είχαν σπάσει το πόδι τους και είχαν προβλήματα κινητικότητας, αλλά γιατί ανακάλυψαν πως βολεύει (κυρίως στις δεξιές) στροφές όπου το πόδι δεν χωράει να μπει ανάμεσα στην άσφαλτο και το φαίρινγκ της μοτοσυκλέτας όταν είναι υπερβολικά πλαγιασμένη. Ακόμα και όταν ήρθαν στη ζωή μας τα traction control και τα wheelie control, οι περισσότεροι αναβάτες συνέχυσαν να χρησιμοποιούν τον λεβιέ του πίσω φρένου στο τιμόνι, καθώς τους επέτρεπε να μειώσουν την παρεμβατικότητα των ηλεκτρονικών. Από το 2017 και μετά, ο Valentino Rossi δεν είχε τοποθετήσει ξανά στην μοτοσυκλέτα τους έως σήμερα τέτοιο μηχανισμό. Το δοκίμασε όμως και πάλι μετά τον αγώνα της Βαρκελώνης!
Ο λόγος που “υπέκυψε” και αυτός, είναι το γεγονός πως οι νέες μοτοσυκλέτες και τα νέα ελαστικά των MotoGP, επιβάλλουν πλέον στους αναβάτες να τοποθετούν πολύ μπροστά και προς το εσωτερικό της στροφής το πάνω μέρος του σώματός τους, με αποτέλεσμα τα πόδια να παίρνουν αφύσικη θέση ως προς τον λεβιέ του πίσω φρένου. Ο Rossi δοκίμασε και τις δύο παραλλαγές του συστήματος, δηλαδή και τον λεβιέ για τον αντίχειρα, αλλά και την κλασσική δεύτερη μανέτα κάτω από εκείνη του συμπλέκτη (scooter brake την αποκαλούν). Η λύση του μηχανισμού στον αντίχειρα του άρεσε περισσότερο, καθώς δεν εμποδίζει τη χρήση του συμπλέκτη στις εκκινήσεις, όπως κάνει η δεύτερη κλασσική μανέτα.
“Βοηθάει να έχεις όλα τα φρένα στα δάκτυλα όταν είσαι στη μέση της στροφής”
Μαζί με το πίσω φρένο στο τιμόνι, ο Rossi δοκίμασε και τα νέα ελαστικά της Michelin που εξελίσσει για το επόμενο πρωτάθλημα του 2020. Σύμφωνα με τον Rossi, “Είναι φανταστικά! Έχουν βελτιώσει την πρόσφυση κατά την επιτάχυνση και μπορείς να ανοίγεις πιο νωρίς και πιο πολύ το γκάζι. Έκαναν πολύ καλή δουλειά”.
Πώς σχεδιάζονται τα ελαστικά των MotoGP: Μέσα στην τεχνολογία των αγωνιστικών ελαστικών [Video]
Από τις διαφορετικές γόμες και σκελετό μέχρι τις ειδικές προδιαγραφές για κάθε πίστα
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
8/9/2026
Τα αγωνιστικά ελαστικά των MotoGP αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα τεχνολογικά στοιχεία της μοτοσυκλέτας, καθώς καλούνται να λειτουργήσουν στα όριά τους για περίπου 45 λεπτά, με ταχύτητες που ξεπερνούν τα 360 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Τα ελαστικά των MotoGP πρέπει να καλύψουν περίπου 110 έως 120 χιλιόμετρα αγωνιστικής απόστασης, δεχόμενα τεράστιες δυνάμεις κατά την επιτάχυνση, το φρενάρισμα και τις αλλαγές κατεύθυνσης. Παράλληλα, πρέπει να προσφέρουν μέγιστη πρόσφυση σε κλίσεις που μπορούν να φτάσουν έως και τις 64 μοίρες.
Η γόμα που βλέπουμε στην εξωτερική επιφάνεια είναι μόνο ένα μέρος μιας ιδιαίτερα σύνθετης κατασκευής. Στο εσωτερικό του ελαστικού υπάρχουν στρώσεις από υλικά όπως νάιλον, πολυεστέρα και αραμίδιο, μαζί με υφασμάτινα και μεταλλικά στοιχεία που δημιουργούν τον σκελετό και διατηρούν τη σταθερότητά του στις υψηλές ταχύτητες.
Ο σκελετός καθορίζει τη συμπεριφορά
Ο σκελετός αποτελεί ουσιαστικά το δομικό πλαίσιο του ελαστικού. Οι υφασμάτινες ίνες δίνουν το σχήμα του και απορροφούν τα τεράστια φορτία που δημιουργούνται κατά την οδήγηση.
Η κατασκευή του επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο το ελαστικό παραμορφώνεται υπό φορτίο, αναπτύσσει θερμοκρασία και συμπεριφέρεται στο όριο. Για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιούνται διαφορετικές κατασκευές ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε πίστας.
Μια πιο μαλακή κατασκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πίστες με γρήγορες στροφές και ροή, ενώ ένας ενισχυμένος σκελετός προτιμάται σε χαράξεις με πολύ δυνατά φρεναρίσματα ή υψηλά πλευρικά φορτία. Η Michelin έχει χρησιμοποιήσει ενισχυμένες κατασκευές σε πίστες όπως το Red Bull Ring και το Buriram.
Κάτω από τη γόμα βρίσκεται επίσης ένα σύστημα μεταλλικών και υφασμάτινων ενισχύσεων, το οποίο διατηρεί σταθερό το αποτύπωμα του ελαστικού στην άσφαλτο. Σε ταχύτητες άνω των 360 χλμ/ώρα, η φυγόκεντρος δύναμη προσπαθεί να αυξήσει τη διάμετρο του ελαστικού και αυτές οι ενισχύσεις συμβάλλουν στη διατήρηση του σχήματός του.
Οι γόμες και τα ασύμμετρα ελαστικά
Η εξωτερική γόμα είναι το τμήμα που έρχεται σε άμεση επαφή με την άσφαλτο και εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της διαφοράς ανάμεσα στις μαλακές, μεσαίες και σκληρές επιλογές.
Η ακριβής σύνθεση των γομών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά μυστικά της Michelin. Κάθε μείγμα σχεδιάζεται για συγκεκριμένο εύρος θερμοκρασίας, τύπο ασφάλτου και απαιτήσεις πίστας.
Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ασύμμετρα ελαστικά. Αυτό σημαίνει ότι η μία πλευρά του ελαστικού διαθέτει διαφορετική γόμα από την άλλη, συνήθως πιο ανθεκτική στην πλευρά που δέχεται τα μεγαλύτερα φορτία.
Σε μια πίστα με περισσότερες δεξιές στροφές, για παράδειγμα, η δεξιά πλευρά του ελαστικού μπορεί να καταπονείται σημαντικά περισσότερο. Η χρήση διαφορετικών γομών στις δύο πλευρές επιτρέπει καλύτερη διαχείριση της φθοράς και της θερμοκρασίας.
Κάθε ελαστικό διαθέτει επίσης ενσωματωμένο RFID chip, το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία για τη γόμα, την κατασκευή του σκελετού, την ημερομηνία παραγωγής και την παρτίδα κατασκευής. Έτσι η Michelin μπορεί να έχει πλήρη έλεγχο και εποπτεία για κάθε ελαστικό που χρησιμοποιείται στο MotoGP.
Από το εργαστήριο στην πίστα
Η διαδικασία σχεδίασης ξεκινά με την ανάπτυξη της γόμας. Οι μηχανικοί συνδυάζουν φυσικό και συνθετικό καουτσούκ, πυρίτιο, αιθάλη, θείο και άλλα υλικά, με στόχο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά πρόσφυσης, αντοχής και θερμικής συμπεριφοράς.
Τα slick ελαστικά των MotoGP έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν ιδανικά μεταξύ περίπου 80°C και 120°C.
Στα πρώτα στάδια της εξέλιξης χρησιμοποιούνται εκτενώς προσομοιώσεις σε υπολογιστές. Τα ψηφιακά μοντέλα επιτρέπουν στους μηχανικούς να εξετάσουν τη συμπεριφορά ενός νέου σχεδίου υπό φορτίο πριν κατασκευαστεί το πρώτο πραγματικό πρωτότυπο.
Όταν οριστικοποιηθούν οι προδιαγραφές, ξεκινά η παραγωγή. Τα ελαστικά κατασκευάζονται πάνω σε θερμαινόμενο περιστρεφόμενο μεταλλικό καλούπι και οι διαφορετικές στρώσεις εφαρμόζονται διαδοχικά.
Αρχικά τοποθετείται η εσωτερική σφραγιστική στρώση, ακολουθούν οι υφασμάτινες στρώσεις του σκελετού και οι ενισχύσεις, ενώ τελευταία εφαρμόζεται η εξωτερική αγωνιστική γόμα.
Στη συνέχεια το ελαστικό περνά από τη διαδικασία της βουλκανισμού, κατά την οποία υψηλή θερμοκρασία και πίεση ενώνουν χημικά όλες τις στρώσεις και καθορίζουν οριστικά το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του.
Κάθε πίστα απαιτεί διαφορετικά ελαστικά
Η Michelin δεν μεταφέρει την ίδια προδιαγραφή ελαστικών σε κάθε Grand Prix. Η επιλογή γόμας και σκελετού γίνεται ειδικά για τις απαιτήσεις της κάθε πίστας.
Μεταξύ των παραγόντων που εξετάζονται είναι η τραχύτητα της ασφάλτου, η χάραξη της πίστας, τα πλευρικά φορτία στις στροφές, η κυρίαρχη κατεύθυνση των στροφών και η θερμοκρασία περιβάλλοντος και ασφάλτου.
Μια τραχιά επιφάνεια αυξάνει τη φθορά και τη θερμοκρασία του ελαστικού, ενώ μια πίστα με μεγάλες και γρήγορες στροφές δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις από μια διαδρομή με πολλές αργές και κλειστές στροφές.
Η εισαγωγή των αγώνων Sprint του Σαββάτου, από το 2023, πρόσθεσε ακόμη μία παράμετρο στην εξέλιξη των ελαστικών, καθώς πλέον πρέπει να αποδίδουν αποτελεσματικά τόσο σε μικρότερες όσο και στις πλήρεις αγωνιστικές αποστάσεις.
Για νέες πίστες, όπου δεν υπάρχουν προηγούμενα δεδομένα από το MotoGP, η Michelin βασίζεται σε προσομοιώσεις και ανάλυση των χαρακτηριστικών της διαδρομής για να καθορίσει τις κατάλληλες προδιαγραφές.
Η τελευταία χρονιά της Michelin στα MotoGP
Το 2026 αποτελεί την τελευταία σεζόν της Michelin ως αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στην κορυφαία κατηγορία των MotoGP. Η γαλλική εταιρεία βρίσκεται σε αυτόν τον ρόλο από το 2016 και από το 2027 η Pirelli θα αναλάβει ως αποκλειστικός προμηθευτής ελαστικών και στις τρεις κατηγορίες των Grand Prix: MotoGP, Moto2 και Moto3.
Αντίστοιχα, η Michelin θα αναλάβει τον ρόλο του αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στο WorldSBK.
Η αλλαγή αυτή θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες τεχνικές μεταβολές των νέων κανονισμών για το 2027, καθώς διαφορετική εταιρεία σημαίνει διαφορετικές γόμες, διαφορετικές κατασκευές και νέα φιλοσοφία στη συμπεριφορά των μοτοσυκλετών.
Για τους αναβάτες, η “αίσθηση” που συχνά περιγράφουν μετά από ένα session κρύβει πίσω του χιλιάδες ώρες εξέλιξης. Η γόμα, ο σκελετός, η θερμοκρασία λειτουργίας, η κατασκευή και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της πίστας καθορίζουν τελικά τον τρόπο με τον οποίο η μοτοσυκλέτα συμπεριφέρεται στο όριο, καθώς στα MotoGP, το ελαστικό δεν είναι απλώς ένα αναλώσιμο εξάρτημα αλλά ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της απόδοσης μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας.