Δεκαπέντε μέρες αφότου είχα αποχαιρετήσει τα πάτρια εδάφη, και με καταγεγραμμένα 4.350 χιλιόμετρα στο κοντέρ της λευκής Honda, περνούσα –φανερά αγχωμένος– τα σύνορα του Πακιστάν. Ήταν η δεύτερη φορά μέσα στα τελευταία τρία χρόνια που επισκεπτόμουν με μοτοσυκλέτα την "Χώρα των Αγνών". Η τελευταία φορά που πέρασα τα ίδια ιρανο-πακιστανικά σύνορα (Taftan) ήταν το 2014, όταν οδηγούσα ένα παπί Yamaha Crypton 135, με προορισμό την Ινδία.
Όπως και τότε, έτσι και τώρα, οι Πακιστανοί φρόντισαν να μου παραχωρήσουν ένοπλη στρατιωτική συνοδεία για όλη την διάρκεια του ταξιδιού μου στην χώρα τους. Ήταν ένα μέτρο προστασίας των ξένων ταξιδιωτών από τυχόν επιθέσεις των Ταλιμπάν ή του ISIS, τ’ οποίο φυσικά αποδέχτηκα με ανακούφιση. Με τίποτα δεν ήθελα να βρεθώ αιχμάλωτος σε καμιά σπηλιά του Νοτίου Αφγανιστάν περιμένοντας πότε θα με ανταλλάξουν ή θα με αποκεφαλίσουν.
Το δρομολόγιο μέσα στο Πακιστάν άγγιζε τα 1.800 χλμ., με το πιο δύσκολο κομμάτι να είναι το πρώτο -από τα σύνορα ως την πόλη Quetta (640 χιλιόμετρα)- λόγω της καυτής παρουσίας της ερήμου Βελουχιστάν. Δυο πτώσεις (ευτυχώς ανώδυνες) σε χωμάτινα κομμάτια της διαδρομής, αμμοθύελλες, βενζίνη από βαρέλια, στρατιωτική συνοδεία και ένα σκασμένο λάστιχο αποτέλεσαν τα στοιχεία της οδικής περιπέτειας των δυο πρώτων ημερών μέχρι την πόλη Quetta, την πρωτεύουσα της επαρχίας Βελουχιστάν….
Στην Quetta, αφού κατέλυσα σ’ ένα κεντρικό ξενοδοχείο (ήταν επιλογή της αστυνομίας), βγήκα κατόπιν στην πόλη με την συνοδεία τριών στρατιωτών για να επισκευάσω το πίσω λάστιχο, που έσκασε μόλις έφτασα στο ξενοδοχείο –ήμουν τυχερός μέσα στην ατυχία. Έτσι, με καινούρια πίσω σαμπρέλα και ήρεμη πλέον διάθεση, μετά από δυο μέρες συνέχισα το ταξίδι μου για την πόλη Sukkur (410 χλμ. ανατολικά), στις όχθες του Ινδού ποταμού…
Στην διάρκεια της υπόλοιπης διαδρομής του “ Trans – Asian 2017” μέσα στο Πακιστάν (Sukkur-Multan-Lahore), οι τροχοί της Africa Twin ταξίδεψαν πάνω στην κορεσμένο εθνική οδό Ν5. Για τρεις μέρες, μέχρι τα σύνορα της Ινδίας, τα είδα όλα. Εκρηκτικό το "κοκτέιλ του δρόμου": επικίνδυνα φορτηγά, τρομερή σκόνη και καυσαέριο, οδήγηση κατά τα βρετανικά πρότυπα, σχιζοφρενείς οδηγοί, δυσβάστακτη υγρασία και μια αφόρητη ζέστη που άγγιζε τους 42 βαθμούς Κελσίου. Ήταν, ωστόσο, μια μικρή πρόγευση για τα οδικά δεινά που με περίμεναν στους δρόμους της γειτονικής Ινδίας, της επόμενης χώρας του “ Trans – Asian 2017”.
QJMOTOR IMBROS 2026 – Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού του Κωνσταντίνου Μητσάκη
Περιλαμβάνει και τα σχόλιά του για το QJMOTOR FORT 350 EVO
Από τον
Παύλο Καρατζά
5/2/2026
Στην προηγούμενη ανταπόκριση ο Κωνσταντίνος Μητσάκης είχε περάσει τα Θεοφάνια στην Ίμβρο. Στην συνέχεια ο Έλληνας ταξιδευτής συνάντησε έναν κάτοικο του νησιού και συγκεκριμένα του χωριού Αγρίδια, που λειτουργεί μία ταβέρνα στην οποία κάθε καλοκαίρι γίνονται ελληνικά γλέντια.
Μάλιστα ο μπάρμπα-Γιώργος, όπως ονομάζεται, λέει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιστορίες και παραβάλουμε τις δηλώσεις του “Το 1965 κτίστηκαν ανοιχτές Αγροτικές Φυλακές κοντά στο χωριό Σχοινούδι και ισοβίτες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην περιοχή, τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Μέσα σε δύο χρόνια έγιναν 14 φόνοι Ίμβριων Ελλήνων που δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.
Με αφορμή τα γεγονότα του 1964 στην Κύπρο, οι τουρκικές αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στην Ίμβρο και απαγόρευσαν την ελληνική γλώσσα. Τον Σεπτέμβριο του 2013, μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ξεκίνησε να επαναλειτουργεί το Ελληνικό μειονοτικό Νηπιαγωγείο & Δημοτικό σχολείο στους Αγίους Θεοδώρους, ενώ το 2015 ξανάνοιξε το ελληνικό μειονοτικό Γυμνάσιο & Λύκειο εδώ στα Αγρίδια. Σήμερα φοιτούν συνολικά -από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο- 53 μαθητές. Είναι μια χαραμάδα αισιοδοξία για το μέλλον των Ίμβριων Ελλήνων”
Επόμενος σταθμός για τον Κωνσταντίνο Μητσάκη και το QJMOTOR FORT 350 EVO αποτέλεσαν το Σχοινούδι που ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο χωριό της Ίμβρου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φιλοξενούσε περίπου 2.000 κατοίκους. Όμως, οι ανοιχτές αγροτικές φυλακές που κτίστηκαν το 1965 κοντά στο χωριό σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για το χωριό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν σταδιακά το Σχοινούδι, το οποίο ερημώθηκε και μετατράπηκε σε χωριό φάντασμα. Ο Μητσάκης περιπλανήθηκε στο ερημωμένο χωριό, ενώ καθ’ όλη την διάρκεια της παρουσία του στο Σχοινούδι, ένα όχημα της τουρκικής εθνοφυλακής τον επιτηρούσε διακριτικά από απόσταση.
Αντίθετα, ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων (Zeytinli) εξακολουθούσε να σφύζει από ζωή και ελληνικότητα και είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Καστρί. Έπειτα ο Έλληνας αναβάτης αποχαιρέτησε την Ίμβρο και κινήθηκε προς την ηπειρωτική Τουρκία για την επιστροφή του, δηλώνοντας: “Ευτύχησα να γνωρίσω υπέροχους, καλοσυνάτους ανθρώπους, που συνεχίζουν να αντέχουν στις προκλήσεις του χρόνου και να μιλούν ακόμα ελληνικά.”
Ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια του Μητσάκη όσον αφορά το QJMOTOR FORT 350 EVO, με το οποίο διένυσε 2.500 χιλιόμετρα. Ας δούμε τι αναφέρει:
Με το νέο QJMOTOR FORT 350 EVO, η QJMOTOR πέτυχε τη χρυσή τομή ανάμεσα σε ένα GT scooter και ένα Urban scooter. Συνδυάζοντας την ευελιξία και την πρακτικότητα της πόλης με τη σταθερότητα και την άνεση του ταξιδιού, ο δίτροχος συνοδοιπόρος μου απέδειξε στα 2.500 χλμ. του «QJMOTOR IMBROS 2026» ότι μπορεί να ανταποκριθεί επάξια τόσο στις καθημερινές μετακινήσεις, όσο και στις πολύωρες διαδρομές ενός απαιτητικού οδοιπορικού.
Με 16άρη μπροστινό τροχό και 14άρη πίσω, εργονομική GT σχεδίαση, εμπρός ανάρτηση τηλεσκοπικού πιρουνιού και ιδανική ρύθμιση στα διπλά πίσω αμορτισέρ, το ασημί scooter ταξίδευε με υποδειγματική σταθερότητα και ασφάλεια στα ανοιχτά κομμάτια των αυτοκινητοδρόμων, σε ταχύτητες 110–120 χλμ. Αποδίδοντας 30 ίππους, ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας του QJMOTOR FORT 350 EVO με ενθουσίασε με την ομαλή, χωρίς κραδασμούς λειτουργία του σε όλο το φάσμα των στροφών, την αποδεδειγμένη αξιοπιστία του (την πρώτη και την τελευταία ημέρα του ταξιδιού έκανα 870 χλμ. αυθημερόν), τη δυνατή επιτάχυνση και τη χαμηλή κατανάλωση, η οποία κυμάνθηκε στα 3,8 λτ/100 χλμ. Το ρεζερβουάρ των 11,7 λίτρων μού έδινε αυτονομία γύρω στα 300 χλμ., ενώ χάρη στο σύστημα Keyless και στο εύκολα προσβάσιμο σημείο του ρεζερβουάρ, η διαδικασία του ανεφοδιασμού αποτελούσε γρήγορη υπόθεση.
Αποτελεσματική ήταν η κάλυψη από τον αέρα και τη βροχή που πρόσφερε η ζελατίνα του QJMOTOR FORT 350 EVO, η οποία ρυθμίζεται ηλεκτρικά με το πάτημα ενός κουμπιού, προσαρμόζοντας εύκολα το ύψος της ανάλογα με τις απαιτήσεις του δρόμου. Ελαφρώς σκυμμένος και με την ζελατίνα στο ψηλότερο σημείο της, είχα ικανοποιητική προστασία από τις σταγόνες της βροχής, κάτι που διαπίστωσα με ανακούφιση στα υγρά χιλιόμετρα της Τουρκίας.
Η ρυθμιζόμενη ζελατίνα ήταν ένα από τα πολλά χρήσιμα gadgets με τα οποία είναι εφοδιασμένο το FORT 350 EVO: συνδεσιμότητα Bluetooth και δυνατότητες mirroring, σύστημα Keyless, Traction Control, TFT οθόνη 7” με δύο επιλογές εμφάνισης, Full LED φωτισμός και σύστημα TPMS (ενδείξεις πίεσης και θερμοκρασίας ελαστικών) συμπληρώνουν ένα πακέτο που στην πράξη έδινε άμεσες λύσεις στις ταξιδιωτικές μου ανάγκες. Αισθητή ήταν ωστόσο η απουσία ενός σταθερού-εξωτερικού σημείου για την τοποθέτηση μιας βάσης στήριξης GPS ή κινητού, πράγμα που με υποχρέωσε να καταφύγω σε εναλλακτικές λύσεις.
Αναφορικά με τη θέση οδήγησης, το μικρό μήκος του τιμονιού ήταν θετικό στοιχείο για οδήγηση σε αστικό περιβάλλον, αποδείχθηκε όμως κουραστικό στο πολύωρο ταξίδι. Σε κάθε στάση (ανά 150-200 χλμ. περίπου), οι ώμοι μου ήταν λίγο “πιασμένοι”, όπως και τα γόνατά μου, αφού άβολη ήταν επίσης και η θέση των ποδιών (δεν μπορούσα να τα απλώσω αρκετά). Αντίθετα, η σέλα ήταν άνετη επιτρέποντάς μου την πολύωρη οδήγηση δίχως ενοχλήσεις, αλλά το ύψος της ίσως προβληματίσει αναβάτες με πιο κοντό ανάστημα.
Πάντα σ’ ένα ταξίδι χρειάζομαι χώρο για αποσκευές – αυτό το στοιχείο πρακτικότητας μού το πρόσφερε απλόχερα το QJMOTOR FORT 350 EVO. Ο ευρύχωρος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα (χωρά δύο full face κράνη) φιλοξένησε μεγάλο μέρος των αποσκευών μου, ενώ επιπλέον δυνατότητες μεταφοράς παρείχε η εργοστασιακή σχάρα. Μικρά αντικείμενα καθημερινής χρήσης (γάντια, καλώδια φόρτισης, γυαλιά κ.λπ.) μπήκαν στο πρακτικό ντουλαπάκι της εσωτερικής ποδιάς. Στο εσωτερικό του βρίσκεται και μια χρήσιμη διπλή θύρα φόρτισης (USB Type-A και Type-C) για φόρτιση συσκευών καθ’ οδόν. Σε δύο περιπτώσεις επαναφόρτισα εν κινήσει την action camera μου (ήταν σχεδόν άδεια η μπαταρία) και έτσι συνέχισα απρόσκοπτα την βιντεοσκόπηση. Και φυσικά, το κινητό μου ήταν συνεχώς συνδεδεμένο και πάντα φορτισμένο.
Για την άμεση ακινητοποίηση του QJMOTOR FORT 350 EVO φρόντιζαν ένας δίσκος 256 χλστ. εμπρός με διπίστονη δαγκάνα και ένας δίσκος 240 χλστ. πίσω. Σε συνδυασμό με το δικάναλο ABS, το ασημί scooter διέθετε ισχυρή και προοδευτική απόδοση πέδησης, στοιχείο που μου ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Τέλος, η δέσμη του διπλού προβολέα πρόσφερε υψηλή ορατότητα και φωτεινότητα, εξασφαλίζοντάς μου αρκετά ξεκούραστη και απροβλημάτιστη οδήγηση στη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού. Το διαπίστωσα “ιδίοις όμμασι” κατά την επιστροφή μου, και συγκεκριμένα στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα. Οδηγώντας για 510 χλμ. μέσα στη νύχτα, χάρη στην αποτελεσματικότητα των ισχυρών φωτιστικών σωμάτων του QJMOTOR FORT 350 EVO είχα πλήρη ορατότητα τόσο στον αυτοκινητόδρομο, όσο και στους επαρχιακούς άξονες που κινήθηκα λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων.
Η απάντηση στο ερώτημα «Σε ποιον ταιριάζει το QJMOTOR FORT 350 EVO;» ήρθε μετά από 2.500 χλμ. ταξιδιωτικής συμβίωσης σε Ελλάδα και Τουρκία. Θεωρώ πως το νέο scooter της QJMOTOR απευθύνεται στον αναβάτη που θέλει να κάνει τα πάντα, δίχως συμβιβασμούς και ρηχούς προβληματισμούς. Το QJMOTOR FORT 350 EVO ταιριάζει σ’ αυτόν που κινείται καθημερινά μέσα στο κλεινόν άστυ απολαμβάνοντας την ευελιξία και την άνεση ενός Urban scooter, ενώ το σαββατοκύριακο “βάζει πινέζες” στο χάρτη και φεύγει μακριά πάνω στη σέλα μιας μικρομεσαίας ποιοτικής μοτοσυκλέτας…