Norton Manx R - H βρετανική superbike για τον δρόμο αποκαλύπτεται - Με πρωτιά στις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις

Πλήρη τεχνικά και λεπτομέρειες - "Μόνο" 206 ίπποι αλλά 13,25 kg.m ροπής! - Έμφαση στην απόδοση σε πραγματικές συνθήκες
Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

7/5/2026

Λίγες ημέρες απομένουν για να οδηγήσουμε εδώ στο ΜΟΤΟ τη νέα Norton Manx R των 1.200 κ.εκ. και η βρετανική εταιρεία μας έδωσε το πράσινο φως για να αποκαλύψουμε τα πλήρη τεχνικά της superbike που φτιάχτηκε με στόχο να ενθουσιάσει τον αναβάτη της πρώτα στον δρόμο και έπειτα στην πίστα.

Πολλά και ενδιαφέροντα ήταν αυτά που διαβάσατε στη συνέντευξη που παραχώρησε ο τεχνικός διευθυντής της Norton, Brian Gillen, στον μόνιμο συνεργάτη του περιοδικού Alan Cathcart, η οποία και δημοσιεύτηκε στο τεύχος #675. Ο Βρετανός άφησε την MV Agusta έπειτα από 17 χρόνια για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της αναγεννημένης βρετανικής εταιρείας στις αρχές του 2024, αλλάζοντας στρατόπεδα έπειτα από το πολύ... στενό μαρκάρισμα που δέχτηκε από τον γενικό διευθυντή της TVS, Sudarshan Venu, στην οποία και ανήκει εδώ και αρκετό καιρό η βρετανική εταιρεία. 

Αυτό που σίγουρα δεν βρήκατε εκεί ήταν τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά της νέας Norton Manx R, με την κουβέντα μεταξύ Cathcart και Gillen να περιστρέφεται, μεταξύ άλλων, και στη συνειδητή επιλογή του CTO της Norton να δώσει έμφαση στην αίσθηση και την απόδοση που προσφέρει ο νέος V4 των 72 μοιρών στον δρόμο, με τα 200 επιπλέον κ.εκ. έναντι των superbike του λίτρου να συνεισφέρουν προς αυτήν την κατεύθυνση, αφού στον δρόμο η τιμή της ροπής, αλλά και το πού εμφανίζεται αυτή παίζουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο από τη μέγιστη ισχύ.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Όχι ότι ο 1200άρης V4 υστερεί με τους 203 ίππους που κάνουν την εμφάνισή τους στις 11.500 σ.α.λ., αλλά τα 13,25 χιλιογραμμόμετρα ροπής είναι κορυφαία τιμή με το 75% (σχεδόν 10 kg.m) να κάνει μάλιστα την εμφάνισή του ήδη από τις 5.000, περίπου εκεί που "ξυπνάνε" τα 4κύλινδρα 1000άρια. Οι Βρετανοί κάνουν λόγο για κορυφαία στην κατηγορία των superbikes απόδοση κάτω από τις 10.000 σ.α.λ. και αυτό μένει να το δούμε αφού σε λίγες ημέρες o Φελούκας θα βρεθεί στη σέλα του Manx R, σε μία γνώριμη πλέον πίστα για αυτόν στη Σεβίλλη, εκεί ακριβώς που οδήγησε και το νέο GSX-R1000 στην εξαιρετική δημοσιογραφική παρουσίαση/6ωρο αγώνα που έκανε η ιαπωνική εταιρεία! 

Με την άφιξή του στο Solihull της Αγγλίας, ο Gillen άλλαξε σχεδόν τα πάντα σε σχέση με project που βρήκε να ετοιμάζεται και τώρα η Norton κάνει λόγο για μία μοτοσυκλέτα που χαρακτηρίζεται για την "προσιτή της απόδοση", όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αλλά και καθημερινή χρηστικότητα. Από μία superbike; Αυτό και αν έχει ενδιαφέρον!

Έχοντας διατηρήσει την περιεχόμενη γωνία, τον κυβισμό και τις διαστάσεις του κυλίνδρου (82x56,8), ο νέος V4 με τον έναν αντικραδασμικό άξονα, δεν έχει άλλη σχέση με το V4SV που υπήρχε πριν. Είναι ελαφρύτερος σε σχέση με αυτόν που ήταν επίσης 1.200 κ.εκ., είναι ισχυρότερος, ενώ καταναλώνει και μικρότερες ποσότητες βενζίνης για να παράξει περισσότερο έργο, με το βάρος του να βρίσκεται στα 73,3 κιλά. Η περιεχόμενη γωνία των 72 μοιρών βρίσκεται μεταξύ των 65 μοιρών του κινητήρα του Aprilia RSV4 και των 90 του με τα χαρακτηριστικά της ανάφλεξης να δίνουν και εδώ "ακανόνιστη" ανάφλεξή όπως και σε έναν V2 90 μοιρών, προς ενίσχυση της μηχανικής πρόσφυσης. Τα σώματα ψεκασμού των εμπρός και των πίσω κυλίνδρων ελέγχονται ανεξάρτητα, κάτι που σύμφωνα με τη Norton βελτιώνει την οδηγισιμότητα στις χαμηλές ταχύτητες, ενώ επιτρέπει και ακριβέστερο έλεγχο στις ποσότητες βενζίνης που καταναλώνονται και δίνει και τη δυνατότητα απενεργοποίησης των πίσω κυλίνδρων όταν ανέβουν οι θερμοκρασίες. Το κιβώτιο είναι φυσικά έξι σχέσεων και μαζί με το quickshifter ο κινητήρας εφοδιάζεται και με σύστημα rev-match που εξισώνει τις στροφές κινητήρα και άξονα κιβωτίου στα κατεβάσματα.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Πλαίσιο για πραγματικές συνθήκες
Η Norton ισχυρίζεται ότι το πλαίσιο της μοτοσυκλέτας που αποτελείται από χυτά τμήματα σχεδιάστηκε με στόχο να προσφέρει την αίσθηση που ψάχνει ένας αναβάτης σε δημόσιο δρόμο και όχι σε ακραία οδήγηση σε περιβάλλον πίστας. Με δεδομένο ότι οι αναβάτες που μπορούν να οδηγήσουν στο όριο μια σύγχρονη superbike σε πίστα είναι μετρημένοι στα δάκτυλα, η απόφαση των Βρετανών μοιάζει σωστή και όπως λένε και οι ίδιοι είναι σύμφωνη και με την αγωνιστική κληρονομιά από τα κατορθώματά τους στο Isle of Man TT.

Το αλουμινένιο πλαίσιο του Manx R είναι δύο δοκών και αποτελείται από πέντε χυτά τμήματα που έχουν κολληθεί μεταξύ τους και έπειτα έχουν κατεργαστεί σε CNC ως ενιαίο σύνολο. Οι δοκοί συνοδεύουν απευθείας τον λαιμό με τη βάση του μονόμπρατσου ψαλιδιού, ενώ η τελική κατεργασία σε CNC δίνει τη δυνατότητα στη Norton για ακόμη πιο ακριβή έλεγχο των προβλεπόμενων στρεβλώσεων του πλαισίου που απαιτούνται ώστε ο αναβάτης να έχει τη σωστή αίσθηση για το επίπεδο πρόσφυσης στα δύο άκρα της μοτοσυκλέτας, "σε τυπικές ταχύτητες δρόμου", σύμφωνα με τους Βρετανούς. Για τα δεδομένα των κορυφαίων superbike το βάρος βρίσκεται σχετικά ψηλά στα 210 κιλά χωρίς υγρά, όμως η γεωμετρία της μοτοσυκλέτας είναι σύμφωνη με την κατηγορία με το μεταξόνιο στα 1.435 χλστ., την κάστερ στις 24,1 μοίρες και το ίχνος στα 94,5 χλστ. Η χωρητικότητα του ρεζερβουάρ βρίσκεται στα 14,5 λίτρα και η απόσταση από το έδαφος είναι 133 χλστ.

To Manx R έχει και τις πιο προηγμένες αναρτήσεις που έχουν τοποθετηθεί ποτέ σε Norton, οι οποίες εξελίχθηκαν σε συνεργασία με τη Marzocchi και είναι πλήρως ρυθμιζόμενες και προσαρμοσμένες στο βρετανικό superbike. Στη βασική έκδοση το ανεστραμμένο 45άρι πιρούνι και το αμορτισέρ της ιταλικής εταιρείας ρυθμίζονται με το χέρι, ενώ στις υπόλοιπες ηλεκτρικά με τις αποσβέσεις να ελέγχονται ηλεκτρονικά σε πραγματικό χρόνο αφού έχουν ενσωματωθεί γραμμικά ποτενσιόμετρα με ανεξάρτητη λειτουργία για τα δύο άκρα. Η τεχνολογία κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της σε superbike δρόμου, με έλεγχο της ταχύτητας συμπίεσης και επαναφοράς κάθε τρία χιλιοστά του δευτερολέπτου. Στις εκδόσεις με την ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση έχουμε επίσης επίστρωση DLC στο πιρούνι για περαιτέρω μείωση των τριβών. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του τέσσερα προγράμματα λειτουργίας που αλλάζουν τα χαρακτηριστικά απόδοσης των αναρτήσεων ακόμη και εν κινήσει, ενώ τόσο το πιρούνι όσο και το αμορτισέρ ελέγχονται και κατά τη δυνατή επιβράδυνση/επιτάχυνση προσφέροντας χαρακτηριστικά αντιβύθισης.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Φρένα και τροχοί
Στον τομέα των φρένων η Norton επέλεξε επίσης από το πάνω ράφι τοποθετώντας τις ακτινικής τοποθέτησης αλουμινένιες δαγκάνες Brembo Hypure που συνεργάζονται με δίσκους 320 χλστ. Πίσω έχει τοποθετηθεί δίσκος 245 χλστ., ενώ στους τροχούς οι Βρετανοί έδωσαν μεγάλη προσοχή στη μείωση της μη αναρτώμενης μάζας και επέλεξαν τους ανθρακονημάτινους  Bullet Pro της Rotobox. Οι carbon τροχοί ντύνονται με Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4.

Ηλεκτρονικό οπλοστάσιο
Η Bosch ήταν αυτή που ανέλαβε να προσαρμόσει τα ηλεκτρονικά της βοηθήματα στο Manx R έχοντας στο επίκεντρο την έξι αξόνων IMU 10.3ME. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του έλεγχο φρένου κινητήρα Drag Torque Control, ρυθμιζόμενα Cornering ABS και Traction Control, σύστημα ελέγχου σούζας Total Wheelie Control (όχι ανύψωσης τροχού!), σύστημα ελέγχου ανύψωσης πίσω τροχού, σύστημα ελέγχου πλαγιολίσθησης πίσω τροχού Rear Slide Control, ηλεκτρονικά συνδυασμένη πέδηση, σύστημα συγκράτησης φρένων σε ανηφόρα/κατηφόρα Vehicle Hold Control, Launch Control και ενεργό cruise control που προσαρμόζει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας στις στροφές! Όλα τα συστήματα ελέγχονται από TFT οθόνη αφής οχτώ ιντσών με Bluetooth, η οποία ενσωματώνει και λογισμικό για έλεγχο GoPro, εκτός από συνδεσιμότητα με κινητό. Τα προγράμματα λειτουργίας είναι τρία Rain, Road και Sport, συν δύο ακόμη για χρήση σε πίστα, τα οποία και μπορεί να εξατομικεύσει ο αναβάτης. Στον εξοπλισμό περιλαμβάνονται επίσης keyless σύστημα ενεργοποίησης/εκκίνησης, όπως και σύστημα που επιτρέπει την απομακρυσμένη απενεργοποίηση της μοτοσυκλέτας σε περίπτωση κλοπής, το οποίο στέλνει και μηνύματα στο κινητό.

Η βρετανική superbike θα είναι διαθέσιμη σε τέσσερεις εκδόσεις Manx R, Manx R Apex, Manx R Signature και Manx R First Edition, με την τιμή για τη βασική έκδοση στην Ευρώπη να ξεκινά από τα 23.250 ευρώ και για την έκδοση με τις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις να βρίσκεται στα 29.750 ευρώ. H  Norton θα έρθει στην ελληνική αγορά από τη MUVUS, από την οποία αναμένουμε να μάθουμε και τις τιμές της μοτοσυκλέτας στην ελληνική αγορά.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

 

Πως η Ducati βελτίωσε τα ιαπωνικά πλαίσια

Κατανοώντας την ελεγχόμενη παραμόρφωση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

20/7/2022

Επί ολόκληρες δεκαετίες το ζητούμενο των ιαπωνικών εργοστασίων μοτοσυκλετών ήταν η ακαμψία του πλαισίου. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά κινητήρες με έναν, δύο, τρεις ή τέσσερεις κυλίνδρους εν σειρά, τα ιαπωνικά εργοστάσια σχεδίαζαν για τις μοτοσυκλέτες παραγωγής ατσάλινα περιμετρικά πλαίσια από σωλήνες στρογγυλής διατομής, όπου το κάτω τμήμα τους ήταν αφαιρούμενο για εύκολη και γρήγορη τοποθέτηση του κινητήρα στις γραμμές παραγωγής.

Σε αυτή την “αδύναμη” αρχιτεκτονική του πλαισίου προς όφελος της ταχύτερης και φτηνότερης παραγωγής, έρχεται να προστεθεί και η “χαλαρή” σύνδεση του κινητήρα με το πλαίσιο λόγω του σχεδιασμού των κάρτερ, τα οποία ήταν οριζόντια χωρισμένα (λεπτομέρειες θα βρεις ΕΔΩ) και οποιαδήποτε ισχυρή σύνδεσή τους με το πλαίσιο θα προκαλούσε την καταστροφική καταπόνησή τους και πιθανότατα την καταστροφή του κινητήρα. Επιπρόσθετα, οι ιαπωνικοί δικύλινδροι εν σειρά και τετρακύλινδροι εν σειρά, έπασχαν από κραδασμούς δεύτερης τάξης λόγω χρονισμού του στροφάλου τους, κάνοντας συχνή τη χρήση ελαστικών βάσεων σύνδεσης του κινητήρα με το πλαίσιο.

Την ίδια εποχή, η Ducati και η Moto Guzzi μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα στενά και ισχυρά κάρτερ των V2 κινητήρων τους ως ενεργό δομικό στοιχείο των πλαισίων τους, τα οποία μάλιστα ήταν κατασκευασμένα από χρωμιομολυβδενιούχο ατσάλι, το οποίο έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από το κράμα μετάλλου που χρησιμοποιούσαν τα ιαπωνικά εργοστάσια. Μάλιστα οι Ιταλοί είχαν τεράστια πρακτική εμπειρία και εκατοντάδες εξειδικευμένους τεχνίτες που γνώριζαν κάθε μυστικό για την κατασκευή σωληνωτών πλαισίων από χρωμιομολιβδενιούχο ατσάλι, καθώς αυτή την τεχνική που ονόμαζαν Superleggera” (υπερελαφριά) χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή πλαισίων αγωνιστικών αυτοκινήτων επί δεκαετίες. Ακόμα και οι τετρακύλινδρες εν σειρά μοτοσυκλέτες των Ιταλών (Gilera, MV Agusta, Benelli) είχαν πολύ πιο ισχυρά πλαίσια από τις ιαπωνικές μοτοσυκλέτες, διότι ο σχεδιασμός των πλαισίων τους ακολουθούσε κατά γράμμα τη σχεδίαση των αγωνιστικών μοτοσυκλετών τους, αδιαφορώντας για την εύκολη και γρήγορη τοποθέτηση του κινητήρα στις γραμμές παραγωγής και σπανίως είχαν αφαιρούμενα τμήματα. Επίσης οι Ιταλοί αδιαφορούσαν για κάποιες λεπτομέρειες στο σχεδιασμό των πλαισίων τους, όπως ας πούμε η απευθείας σύνδεση του πλαϊνού σταντ πάνω στα κάρτερ του κινητήρα, που είχε ως αποτέλεσμα το βάρος της μοτοσυκλέτας να “ανοίγει” τα ζεστά-μαλακά κάρτερ μετά από κάθε βόλτα και να προκαλεί διαρροές λαδιού…

Οι Ιταλοί σχεδίαζαν και κατασκεύαζαν πλαίσια έχοντας στο μυαλό τους μόνο την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτα στη γρήγορη (αγωνιστική) οδήγηση, ενώ οι Ιάπωνες είχαν στο μυαλό τους τη διαδικασία παραγωγής και την πρακτικότητα.

 

Έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, τα ελαστικά των μοτοσυκλετών ήταν στενά και οι πίστες είχαν πολλές ευθείες και λίγες ανοιχτές στροφές. Η ανάγκη να πλαγιάζουν οι μοτοσυκλέτες ήταν μικρή, οπότε η μοναδική δουλειά που είχε να κάνει το πλαίσιο μιας μοτοσυκλέτας έως τότε ήταν η σταθερότητα στην ευθεία με υψηλές ταχύτητες.

Ένα απόλυτα άκαμπτο πλαίσιο και το χαμηλό κέντρο βάρους ήταν το μόνο που χρειαζόσουν, κάτι που βόλευε τα ιαπωνικά εργοστάσια με τους τεράστιους σε όγκο αερόψυκτους τετρακύλινδρους κινητήρες να είναι χαμηλά τοποθετημένοι, ενώ τα μακριά  μεταξόνια και οι μεγάλης διαμέτρου τροχοί βοηθούσαν τον τομέα της σταθερότητας.

Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως τη δεκαετία του ’70 έγιναν τόσο δημοφιλή τα “Monocoque” πλαίσια με την απόλυτη ακαμψία και τις μηδενικές ελαστικότητες.

Τα προβλήματα για τους Ιάπωνες άρχισαν να εμφανίζονται όταν τα ελαστικά των μοτοσυκλετών έγιναν slick στους αγώνες ταχύτητας και ταυτόχρονα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο φαρδιά στις μοτοσυκλέτες παραγωγής.

Το ανώτερο επίπεδο κρατήματος των ελαστικών επέτρεψε στις μοτοσυκλέτες να πλαγιάζουν περισσότερο και με μεγαλύτερες ταχύτητες και έβαλε μέσα στο παιχνίδι τη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας στις στροφές.

Τα Ιαπωνικά πλαίσια παραγωγής δεν μπορούσαν πλέον να ανταπεξέλθουν σωστά σε αυτές τις νέες απαιτήσεις. Ήταν η χρυσή εποχή για τις ευρωπαϊκές βιοτεχνίες κατασκευής πλαισίων, που έφτιαχναν ισχυρότερα πλαίσια από χρωμιομολυβδενιούχο ατσάλι, χωρίς τους περιορισμούς που είχαν οι Ιάπωνες από την διαδικασία μαζικής βιομηχανικής παραγωγής. Εταιρείες όπως η ιταλική BIMOTA και η βρετανική HARRIS έβγαλαν περιουσίες έως και το τέλος της δεκαετίας του ’80.

Η πρώτη ιαπωνική εταιρεία που προσπάθησε να σχεδιάσει ένα πλαίσιο παραγωγής για τις ανάγκες της νέας εποχής ήταν η Yamaha με το FZ 750, βάζοντας στο στόμα μας τις λέξεις Genesis και Deltabox. Η φιλοσοφία “Genesis” ήθελε το μπλοκ τον κυλίνδρων να γέρνει εμπρός στις 45⁰ μεταφέροντας το βάρος του κινητήρα κοντά και χαμηλά στον εμπρός τροχό για σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες, ενώ την ίδια στιγμή ο εμπρός τροχός έγινε μόλις 16” από 18-19” για μείωση του γυροσκοπικού φαινομένου, αλλά και για να κρατηθεί η γωνία κάστερ και το μεταξόνιο σε λογικά επίπεδα προς όφελος της ευελιξίας.

Η λέξη Deltabox περιέγραφε το τριγωνικό σχήμα του πλαισίου από σωλήνες τετραγωνικής διατομής και ήταν εμπνευσμένο από τα δίχρονα YZR 500 των GP.

Πρακτικά αυτή η αρχιτεκτονική είχε μεγαλύτερο όφελος στις ευθείες και ελάχιστο στις στροφές, διότι το πολύ χαμηλό κέντρο βάρους δεν βοηθά την ευελιξία και ο τροχός των 16” δεν έχει ομοιογενή συμπεριφορά. Έτσι η τελευταία εξέλιξη των πλαισίων Genesis χρησιμοποιούσε τροχούς 17”, ενώ το 1988 η Kawasaki με το ZXR 750 και το κάθετο μπλοκ κυλίνδρων του κινητήρα της, έγινε το πρότυπο των ιαπωνικών τετρακύλινδρων superbike έως την εμφάνιση της Yamaha R1 με το tri-axes κιβώτιο, που μίκρυνε ακόμα περισσότερο το μήκος του κινητήρα, επιτρέποντας τη χρήση μακρύτερου ψαλιδιού.

Όλα αυτά τα χρόνια που οι Ιάπωνες πειραματίζονταν με δεκάδες διαφορετικά είδη πλαισίων, προσπαθώντας να ακολουθήσουν την εξέλιξη των ελαστικών, οι Ιταλοί συνέχιζαν να κατασκευάζουν πλαίσια με τα ίδια υλικά και την ίδια αρχιτεκτονική που χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες…

Και απ’ ότι κατάλαβε πρώτη η Honda αντιμετωπίζοντας τις Ducati 851/888 και 916 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike, οι “νεροσωλήνες” των Ιταλών ήταν πολύ ανώτεροι από τα εντυπωσιακής εμφάνισης ογκώδη αλουμινένια πλαίσια των εργοστασιακών RC 30 και RC 45. Με τα slick ελαστικά να έχουν πλέον εντυπωσιακού επιπέδου κράτημα και τις μοτοσυκλέτες να πλαγιάζουν συνεχώς πάνω από τις 55⁰ στις στροφές, οι αναβάτες των Honda έβλεπαν μπροστά τους τις Ducati να “κυματίζουν” οριακά πλαγιασμένες μέσα στη στροφή, ακολουθώντας τις ανωμαλίες της ασφάλτου και να ανοίγουν πολύ νωρίτερα το γκάζι στις εξόδους. Την ίδια στιγμή τα εντελώς άκαμπτα αλουμινένια “δοκάρια” των ιαπωνικών μοτοσυκλετών χοροπηδούσαν πάνω από τις ανωμαλίες της ασφάλτου, καταπονώντας υπερβολικά τα ελαστικά τους, κάνοντας εύκολο το σπινάρισμα στο άνοιγμα του γκαζιού και την ίδια στιγμή οι αναβάτες είχαν ελάχιστη αίσθηση για το επίπεδο πρόσφυσή τους.

Ο λόγος που τα πλαίσια των Ducati κατάφερναν να είναι άκαμπτα όταν η μοτοσυκλέτα ήταν όρθια στην ευθεία και να αποκτούν χαρακτηριστικά ανάρτησης όταν η μοτοσυκλέτα πλάγιαζε υπερβολικά, έχει να κάνει κυρίως με την μακροχρόνια τεχνογνωσία των Ιταλών “Μαστόρων” στην κατασκευής πλαισίων από “νεροσωλήνες” χρωμομολυβδένιου.

Το συγκεκριμένο κράμα έχει συγκεκριμένες ιδιότητες “ελαστικότητας” και αν ξέρεις σε ποιο μήκος να κόψεις τον κάθε σωλήνα και πώς να τους ενώσεις μεταξύ τους, τότε μπορείς να επιτύχεις με πολύ μεγάλη ακρίβεια τη συμπεριφορά του στις δυνάμεις που ασκούνται πάνω του από διαφορετικές κατευθύνσεις.

Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλα τα εργοστάσια κατασκευής πλαισίων για αγωνιστικά go-kart είναι ιταλικά και φυσικά φτιάχνονται από “νεροσωλήνες” ίδιους με των ιταλικών μοτοσυκλετών, διότι τα go-kart δεν έχουν αναρτήσεις και το πλαίσιό τους είναι εκείνο που έχει το ρόλο ανάρτησης.

Επίσης αν ξέρεις πόσο μήκος, πόσο πάχος, πόση διάμετρο και σε πιο σημείο να κολλήσεις τους “νεροσωλήνες” μπορείς να έχεις σε κάθε πίστα ένα ειδικά σχεδιασμένο πλαίσιο ή με μερικές αλλαγές στους σωλήνες τοπικά να επιτύχεις την ακαμψία ή την ελαστικότητα που θέλεις, στο σημείο που θέλεις!

Κι αυτό ακριβώς έκανε τότε η Ducati στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα WSBK, όπου είχε πάντα μαζί της σε κάθε αγώνα έναν “μαστρο-συγκολλητή” για να προσαρμόζει τα πλαίσια στις ανάγκες της συγκεκριμένης πίστας.

Προφανώς η Honda δεν μπορούσε να έχει χυτήριο και πρέσες για να φτιάχνει επί τόπου διαφορετικά αλουμινένια πλαίσια…

Το αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας της Honda από τους αγώνες του WSBK τη δεκαετία του ‘90, ήταν η παρουσίαση του CBR 600 F4, της πρώτης Ιαπωνικής μοτοσυκλέτας με αλουμινένιο πλαίσιο το οποίο είχε “ελεγχόμενες ελαστικότητες” και ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε τον κινητήρα ως ενεργό τμήμα του πλαισίου (Pivotless).

Σήμερα, την ίδια ακριβώς φιλοσοφία ακολουθεί η Ducati στα MotoGP σχεδιάζοντας καλάμια πιρουνιού, ψαλίδια και monocoque πλαίσια από carbon - ένα υλικό υψηλής τεχνολογίας, το οποίο σου επιτρέπει να επιτύχεις συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ελαστικότητας σε συγκεκριμένα σημεία του… αν φυσικά ξέρεις πώς να το κάνεις!