D. Domokos: Ο πρώτος βασιλιάς της σούζας!

The Wheelie King
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

9/10/2017

Ο Doug Domokos ήταν ο «Wheelie King», ο πρώτος επαγγελματίας του είδους και ο άνθρωπος που έκανε τις καλύτερες σούζες μέχρι τον θάνατό του. Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’70, την εποχή που ο Evel Knievel έχει ήδη συμπληρώσει μία δεκαετία κάνοντας άλματα, και πλέον έχει έρθει η στιγμή που το αστέρι του μεσουρανεί και η καριέρα του απογειώνεται στρώνοντας τον δρόμο για ένα επάγγελμα που ως τότε πρακτικά δεν υπήρχε.

Το 1975 ο Doug Domokos ετοιμάζεται να γιορτάσει τα εικοστά του γενέθλια, και με την προτροπή ενός φίλου σχηματίζει μία ομάδα τριών ανθρώπων, για να διασκεδάζουν τον κόσμο στα διαλείμματα ανάμεσα στους αγώνες αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών. Για να φτάσουμε βέβαια σε αυτό, έχει προηγηθεί μία φοβερή πενταετία. Ο Domokos καβαλούσε μοτοσυκλέτες από μικρή ηλικία, αλλά η πρώτη δική του ήρθε όταν ήταν 15 ετών. Για να την συντηρήσει, αλλά κι από πραγματικό πάθος, ο Doug ξεκίνησε ως βοηθός συνεργείου μετά το σχολείο. Είναι η εποχή που τα συνεργεία – ανά τον κόσμο κι όχι μονάχα στις ΗΠΑ- είναι πανίσχυρα και λειτουργούν με την δυναμική που σήμερα έχουν οι αντιπροσωπείες. Το συνεργείο που πιάνει δουλειά ο Domokos, το Red Bud, που τόσο θυμίζει σε όνομα την Red Bull (!) οργανώνει τοπικά πρωταθλήματα motocross στα οποία το προσωπικό βοηθά σε οργανωτικό ρόλο. Σε κάθε διάλειμμα, ο Domokos πραγματοποιεί σούζες με την μοτοσυκλέτα του μαζεύοντας κόσμο τριγύρω του που συχνά αριθμεί το σύνολο των θεατών του αγώνα. Χρόνο με τον χρόνο χτίζεται η φήμη πως όταν πηγαίνεις την μοτοσυκλέτα σου για service στο Red Bud, ο Domokos την τεστάρει πριν στην παραδώσει κάνοντας σούζες κατά μήκος της παρακείμενης σιδηροδρομικής γραμμής. Ο ίδιος χρόνια αργότερα στο βιβλίο που πρόλαβε να εκδώσει πριν τον θάνατό του, επιβεβαιώνει πως η φήμη ήταν βάσιμη. Είμαστε βέβαια σε διαφορετικές εποχές από σήμερα, και υπάρχουν πελάτες που πηγαίνουν απλά για να δώσουν την μοτοσυκλέτα τους στον Domoko και να την δουν να ξύνει το πίσω φτερό της στην άσφαλτο..

Είναι εξαιτίας αυτής της φήμης που ο Domokos και τρεις φίλοι με αντίστοιχο πάθος για τις σούζες, ξεκινούν τις επιδείξεις σε αγώνες. Από τους τρεις, ένας είναι εκείνος που εκτός από τις σούζες παθιάζεται με το χειροκρότημα του κόσμου και χτίζει την προσωπικότητα του “showman” προσπαθώντας να κρατήσει το ενδιαφέρον των θεατών στην ακμή του για κάθε διαθέσιμο λεπτό. Το αποτέλεσμα είναι να συνεχίσει μόνος του καθώς οι άλλοι δύο χάνουν το ενδιαφέρον τους και λίγο αργότερα, σχεδόν οκτώ χρόνια από την ημέρα που απέκτησε την πρώτη του μοτοσυκλέτα, κλείνει συμβόλαιο με την Kawasaki. Πλέον είναι ο πρώτος «επαγγελματίας της σούζας» ζει μονάχα από τις εμφανίσεις που πραγματοποιεί στο Supercross.

Η πρώτη επαφή με την Kawasaki δεν είναι εύκολη. Η μοτοσυκλέτα του παραδίδεται καινούρια σε κούτα, μόλις μισή ώρα πριν την έναρξη του σόου, και ο Domokos έχει μονάχα δέκα λεπτά με ένα τέταρτο στην κατοχή του για να την συνηθίσει και να την προετοιμάσει. Εκείνο το πρώτο σόου με την Kawasaki όμως έμελλε να είναι από τα πιο πετυχημένα!

Ο ίδιος θα πει αργότερα: «νόμιζα ότι αυτό θα είναι πάντα κάτι που κάνω τα Σαββατοκύριακα, ότι θα γυρνώ από πόλεις σε πόλεις με τα ταξίδια και την εμπειρία να είναι η μόνη σοβαρή ανταμοιβή. Στην καλύτερη περίπτωση θα ζούσα σαν κάποιος που δουλεύει σε τσίρκο. Ποτέ δεν πίστευα ότι δεν θα χρειαζόταν να ξανά δουλέψω στην ζωή μου. Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα εξελίχθηκαν τα πράγματα»!

Το 1981 τα «πράγματα» γίνονται ακόμα καλύτερα: Προσλαμβάνεται από την Honda όπου τον αντιμετωπίζει όπως μία κανονική ομάδα, κι έτσι του διαθέτει χρόνο από τους μηχανικούς της καθώς και προϋπολογισμό για να κάνει τις δικές του μετατροπές.

Αμέσως κατασκευάζουν κάτι πρωτοποριακό για την εποχή, ένα ηλεκτρικό μοτέρ στον εμπρός τροχό με δύο ταχύτητες, ώστε να συνεχίσει να γυρνά όταν ο Domokos ξεχνούσε να τον κατεβάσει. Το μοτέρ αυτό είχε διακόπτη υδραργύρου για να σταματά αμέσως μόλις ο τροχός άγγιζε το έδαφος. Ξεκινούσε το καλύτερο μέρος για την καριέρα του.

Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, από την Ιαπωνία και την Νέα Ζηλανδία, μέχρι χώρες τις Λατινικής Αμερικής που ο μοτοσυκλετισμός ήταν μία πιο ασαφής έννοια. Ενέπνευσε έτσι κι άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμα και έτσι σχηματίστηκε ανταγωνισμός στο επάγγελμα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Γρήγορα λοιπόν μπήκε στην διαδικασία να αναζητεί την επόμενη μεγάλη πρόκληση που κανείς χωρίς υποστήριξη, προϋπολογισμό και φυσικά αντίστοιχο ποσό τρέλας, δεν θα μπορούσε να αντιγράψει.

Ο Domokos δεν μπορούσε φυσικά να γνωρίζει, πως εκείνη την στιγμή έριχνε τα θεμέλια και για τον τρόπο που λειτουργούν οι stuntmen της μοτοσυκλέτας, στην σημερινή εποχή!

Οι σούζες και τα σόου γινόντουσαν πλέον με όλων των ειδών τις μοτοσυκλέτες και ακόμα και σήμερα φιγουράρει η φωτογραφία του με το εξακύλινδρο KZ1300 της Kawasaki, να δείχνει με περηφάνια τους λαιμούς των εξατμίσεων του..

Από την παραπάνω ανάγκη, το 1983 παίρνει μία άδεια που εκείνη την εποχή δινόταν πιο εύκολα, και ανεβάσει την μοτοσυκλέτα στην κορυφή του Empire State Building και λίγους μήνες αργότερα ολοκληρώνει μία περιστροφή της πίστας Supercross στο Anaheim Stadium χωρίς να προσγειώσει τον εμπρός τροχό, σε μία παράσταση που έξυπνα είχε προμοταριστεί ως «στοίχημα» με τον διοργανωτή του αγώνα για 10.000 δολάρια!

Η επιτυχία αυτή έφερε και την προσπάθεια για το παγκόσμιο ρεκόρ απόστασης με σούζα, που ο Domokos στερέωσε στα 234 χιλιόμετρα! Ένα ρεκόρ που παρέμεινε δικό του για περισσότερο από μία δεκαετία και πιθανότητα θα το είχε ξανά κερδίσει και ίσως το κρατούσε και σήμερα, αν δεν έφευγε απότομα από την ζωή. Μαθαίνοντας να πετά με υπερελαφρά αεροσκάφη, ο Domokos σκεφτόταν τον τρόπο που θα τα ενσωματώσει στις μελλοντικές του παραστάσεις, όταν σκοτώθηκε στα τέλη του 2000 μαζί με τον εκπαιδευτή του, σε μία εκπαιδευτική πτήση. Η αρραβωνιαστικιά του είχε φέρει λίγο καιρό πριν στην ζωή, τον γιο τους Νικόλα.

Ακόμα και σήμερα στην εποχή του internet, το επίθετο «Domokos» μαζί με το όνομα του γιου του (Νικόλας) χρειάζεται μονάχα ένα σχόλιο για να πυροδοτήσει εικασίες για την ελληνικότητα της καταγωγής του. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ο Domokos είχε μακρινές ρίζες από την Ουγγαρία και μάλιστα το όνομα αυτό απαντάται σε ισπανικές φυλές, αν κανείς πάει ακόμη πιο πίσω… Καμία σχέση με τον Δομοκό εδώ, τις στροφές του και φυσικά το «Κατίκι Δομοκού»…

Πριν τον θάνατό του,  ο Doug Domokos είχε πλούσιο συγγραφικό έργο σε περιοδικά και είχε εκδώσει ήδη ένα βιβλίο, ενώ πλούσιο ήταν και το ανθρωπιστικό του έργο. Το Hollywood είχε ήδη αρχίσει να αποκτά επικοινωνία μαζί του, έχοντας συμμετοχή σε ταινίες όπως το Cannonball Run.

Ήταν ο πρώτος βασιλιάς της σούζας και αναμφισβήτητος στην εποχή του, θέτοντας πολλά από τα θεμέλια για μία αντίστοιχη καριέρα σήμερα. Εκτός από ταλέντο σε αυτό που έκανε, μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας του, ήταν ο τρόπος που διαχειριζόταν το κοινό και η ευγενική φυσιογνωμία του…

 

Ανεβαίνοντας με σούζα, έναν από τους πιο διάσημους δρόμους στο San Francisco:

 

---- Στην σημερινή εποχή:

Ο Dougie Lampkin πραγματοποιεί έναν ολόκληρο γύρο του Isle of Man με σούζα

Η αναγέννηση ενός VOR EN 503

Μηχανικός ή ψυχολόγος, ιδού η απορία!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/11/2019

Πριν λίγο καιρό, είχαμε δημοσιεύσει την ιστορία της ανακατασκευής ενός Husqvarna WR360 από τον Αλέξη Στεφανίδη, έναν άνθρωπο που το… "κόλλημά" του τον κάνει να ξεπερνά κάθε εμπόδιο και δυσκολία. Το δεύτερο project του, ένα VOR EN503, το αποδεικνύει περίτρανα!

 

ΜH-ΨΥ

 

Του Αλέξη Στεφανίδη

Φωτό: του ιδίου, Κωνσταντίνου Ανούση και Λεωνίδα Γερμανόπουλου

 

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες μηχανικών. Aλλά μόνο μία μπορεί να πάρει ένα γερασμένο εξωτικό endurο και να το κάνει καλύτερο και από καινούριο

 

Πρώτη κατηγορία είναι οι "μηχανικοί κατ’ επάγγελμα" στους οποίους πας την μηχανή σου για την προκαθορισμένη συντήρηση ή να σου την μαζέψουν αν έχεις μετρήσει καμιά σαβούρα. Η δεύτερη κατηγορία είναι οι λεγόμενοι "μερακλήδες" που με μια ματιά και μια γκαζιά έχουν καταλάβει ότι βαράνε οι βαλβίδες στον τρίτο κύλινδρο και θα κάνουν αυτό το έξτρα κατιτίς, όπως να σου αλλάξουν το ταλαιπωρημένο οκταράκι παξιμάδι πριν στην παραδώσουν. Ωραίοι και οι δύο με τα καλά τους και τα κακά τους, αλλά εγώ προτιμώ την τρίτη κατηγορία...

‘Εχετε ακούσει ποτέ για τους ΜH-ΨΥ, aka "μηχανικούς ψυχολόγους"; Είναι αυτοί που πας και βγάζεις πάνω τους όλα τα σπασμένα. Πληρώνουν την νύφη για το κάθε τι μακρύ και κοντό σου. Έ... σε αυτούς πάω εγώ. Τους καταλαβαίνεις κατευθείαν από τον χώρο εργασίας τους. Αντί για ξώβυζα έχουν φωτογραφίες του Tamburini, του Enzo Ferrari και του Fogarty. Σου πετάνε και σε μια γωνίτσα ξέμπαρκο ένα βιβλίο του Mark Rothko ή του Νίκου Δανιηλίδη και για να την ακούσεις ακόμα περισσότερο, καμιά γνήσια μπιέλα από το 888 του Falappa. Η μουσική υπόκρουση συνήθως θα πρέπει να ηρεμεί τον ασθενή (εμένα δηλαδή) με ακούσματα από Bocelli, Muddy Waters, Phil Collins, Eric Clapton και Van Halen ή Mötley Crüe αν είναι πιο rock η διάθεση. Στους τοίχους θα βρείς μια όμορφη αταξία από σημαίες, fairings, επιπλέον φωτογραφίες, λοιπά άσχετα αλλά ενδιαφέροντα αντικείμενα που κοιτάζοντάς τα, σου δένει τόσο καλά η εικόνα που δεν θα τολμούσες να ανακατατάξεις τίποτα.

Έχει και αυτό την σημασία του γιατί μόλις μπαίνεις σε τέτοιους χώρους "φτιάχνεσαι" κατευθείαν. Αισθάνεσαι σαν ζώο που επιστρέφει στο φυσικό του περιβάλλον. Και μόλις αισθανθείς άνετα, αναπαυτικά, έχεις πιει τον κερασμένο καφέ σου και έχεις φάει κανένα 60λέπτο να μιλάς για μηχανές, τέχνη, ιστορία, αρχιτεκτονική και άλλα πολλά υπέροχα πράματα που υπάρχουν σε αυτόν τον κόσμο (γιατί οι ΜΗ ΨΥ έχουν συνήθως ένα ευρύ πεδίο γνώσης), αρχίζεις και του ξεδιπλώνεις τα ψυχολογικά σου.

- Λοιπόν Κωνσταντίνε....(Κωνσταντίνος Ανούσης – Nimateck) Έχω ένα VOR ΕΝ503 που αγόρασα πριν έξι χρόνια και είναι καιρός να κάνουμε κάτι γι αυτό.

Όσο του εξηγώ τι και πώς, εκείνος με παρακολουθεί και κρατάει σημειώσεις με ευλάβια μαθητή, ενώ στο κεφάλι μου ακομά αντηχούν τα λόγια του φίλου μου του Γιάννη:

- "Πωωωω τι πήγες και πήρες πάλι ρε μαλ...&^%. Ρε πας καλά; Τι να φτιάξεις από αυτό; Αυτά βγαίνανε χαλασμένα απ’το κουτί τους. Ρε, σύνελθε και έλα στα λογικά σου."

Και δε θα χάσει να συμπληρώσει ο άλλος κολλητός (Βαγγέλης στ’όνομα):

- "Αλέξη, βάψ’το μπλε και ξέρεις εσύ μετά... "

Θύμα bullying κατέφυγα και εγώ στο καταφύγιο του Κωσταντίνου που αυτός καταλαβαίνει απόλυτα τέτοιου είδους βίτσια γιατί κουβαλάει και αυτός την δική του τρέλα. Ναι, το παραδέχομαι, με τραβάνε μοτοσυκλέτες που μηχανολογικά δεν είναι άρτιες. Αυτές τις μοτοσυκλέτες που τις λένε underdeveloped οι Αγγλοσάξωνες. Αυτές τις μοτοσυκλέτες που τις βάζεις μπρος και κάνεις τον σταυρό σου για να σου βγάλουν την διαδρομή. Αλλά άμα δουλέψουν, ζεις το απόλυτο όνειρο... Αυτές τις μοτοσυκλέτες που χλευάζουν οι τεχνοκράτες Hondaκηδες και Suzukaκηδες. Μοτοσυκλέτες τύπου Mondial Piega, Bimota VDue 500, Confederate Wraith, Vertemati, Ηusaberg από τα 2000's και άλλα πολλά, πάααααρα πολλά.

- Γιατρέ καταλαβαίνεις έτσι; Θέλω να το κάνω τζι τζι το VOR; Πειράζει; Γίνεται γιατρέ μου;

- Όλα γίνονται με θέληση και υπομονή Άλεξ, φέρτο εδώ να το δούμε .

To VOR όπως παρελήφθη

 

Η στιγμή της αλήθειας

Και εδώ ανοίγει το κουτί της Πανδώρας. Γιατί φαινομενικά ήταν απλά ένα σκονισμένο VOR ΕΝ503 του 2001, χωρίς αυτοκόλλητα, βαμμένα πλαστικά με σπρέι και κάποιες σκουριασμένες βίδες χωρίς καμιά άλλη κακοφωνία. Η "άριστη κατάσταση", βερεσέ ήταν γραμμένη στο car.gr. Έχει γίνει ψωμοτύρι αυτή η έκφραση. Δυνατός ισχυρισμός το "άριστη κατάσταση", πόσο μάλλον για ένα εξωτικό καθαρόαιμο enduro που έζησε την ζωή του στην πανέμορφη Κω.

"Πολύ πιθανό να έχει πέσει η πατέντα της πατέντας για να δουλέψει αυτό το πράμα στη Κω, γιατί εξιδικευμένο συνεργείο για τέτοιες μηχανές ψάχνεις με το δίκανο ακόμα και στην Αθήνα."

Αυτό σκέφτηκα. Αλλά κατά τ’ άλλα, το συγκεκριμένο 2001 μοντέλο (αυτή τη χρονιά έψαχνα συγκεκριμένα λόγω εμφάνισης) ήταν το πιο καθαρό απ’ όσα είχα δει στις αγγελίες τα τελευταία δύο χρόνια. Ακόμα πιο ενδιαφέρον το έκανε το γεγονός ότι ήταν πρώτο χέρι, καθώς ο ιδιοκτήτης το είχε αγοράσει απευθείας από την Ιταλία (!!!). Φυσικά ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, έκανε ότι μπορούσε με τα μέσα που διέθετε στο νησί να διατηρήσει αυτό το εύθραυστο enduro σε όση καλύτερη και λειτουργική κατάσταση μπορούσε. Να είμαστε δίκαιοι. Φαινόταν ότι τη λάτρευε την συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα. Όμως, ένα ατύχημα το 2007, τον ανάγκασε να κλειδώσει το θηρίο στο κλουβί του.

Και φτάνουμε σ’ένα κρύο ξημερώμα τον Φεβρουάριο του 2013. Εγώ, η σύζυγος και ένας φίλος στο λιμάνι του Πειραία, να περιμένουμε το καράβι από την Κω με το VOR. Κατά την παραλαβή του, εκ πρώτης όψεως φαινόταν καλοδιατηρημένο αλλά το μεγάλο ερώτημα ήταν τι έκρυβε στα σωθικά του.

Το επόμενο στάδιο ήταν η συλλογή ανταλλακτικών. Για όσους δεν ξέρουν ποια είναι η VOR θα σας πω εν συντομία ότι ήταν το δημιούργημα το αδελφών Vertemati (Guido και Αlvaro), θρυλικές μορφές στην παγκόσμια motocross σκηνή και φανατικοί υποστηρικτές των τετράχρονων μονοκύλινδρων motocross. Μετά από πειραματισμούς με διάφορα πρωτότυπα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 καταφέρνουν το 1998 να ιδρύσουν την Vertemati Off Road (VOR) και σε συνεργασία με την Bimota να αρχίσουν μια μικρή παραγωγή, αλλά πολύ σύντομα, διαφωνίες με την διεύθυνση της εταιρείας από το Rimini, τους ωθούν να την πουλήσουν και να ιδρύσουν εκ νέου την ομώνυμη εταιρεία (Vertemati σκέτο).

Η VOR παρέμεινε στα χέρια του νέου ιδιοκτήτη (Uberto Rasini στο όνομα) μέχρι και το 2003 που αγοράστηκε από την Mondial Moto Spa. Mε την επίσημη πτώχευση της Mondial τον Σεπτέμβριο του 2004, πέθανε και το όνειρο της VOR. Οπότε με αυτήν την συνοπτική ιστορία μπορείτε να καταλάβετε τι εστί η εύρεση ανταλλακτικών VOR. Tουλάχιστον στην αρχή, γιατί μετά από πέντε χρόνια ψάξιμο απέκτησα την εμπειρία και έγιναν πιο εύκολα τα πράματα.

Γκρι το ήθελα από την αρχή αλλά η απόχρωση που πρότεινε ο Κωνσταντίνο απογείωσε το project. Τα μαύρο βαμμένο κομμάτι ήταν δικιά του "τσαχπινιά"

 

Η οδύσσεια του restoring!

Tα πρώτα χρόνια ήταν σκέτη τρέλα. Ένα μόνο πράμα θα σας διηγηθώ και θα καταλάβετε το μέγεθος της καῒλας. Το 2013 βρισκόμουν σε κατασκευαστικό έργο σε μια έρημο στο μακρινό Τουρκμενιστάν. Το διαδίκτυο σε αυτό το αχανές μέρος δούλευε στην καλύτερη για 15 λεπτά ανά εβδομάδα και αυτό με διακοπές. Σε μία από εκείνες τις ημέρες που δούλεψε, εντοπίζω στο e-bay αυθεντικά αυτοκόλλητα της VOR σε ένα μικρό μαγαζάκι στη Γερμανία. Το άγχος με το οποίο έκανα copy paste τον σύνδεσμο και πληκτρολόγησα στο φίλο μου στο Messenger την ακόλουθη πρόταση πριν χαθεί στο σήμα δεν περιγράφεται: "Χτύπα τα τώρα, δεν με νοιάζει πόσο κάνουν, θα σου δώσω τα λεφτά όταν έρθω. Thanx in advance - Αlex" Και όλα αυτά γιατί το wi-fi ίσως να ξαναδούλευε μετά από 5-6 μέρες και άντε να ξαναβρείς πάλι γνήσια αυτοκόλλητα της VOR…

Το VOR είναι ο ορισμός του αντικομφορμισμού

Mε τον καιρό μάζεψα από διάφορες μεριές του κόσμου ανταλλακτικά. Έπειτα, το επόμενο βήμα ήταν να βρεθώ έτοιμος οικονομικά για το εγχείρημα. Σε τέτοιου είδους μηχανές πρέπει πάντα να προσθέσεις και τις ανθρωποώρες μελέτης του ΜΗ-ΨΥ. Τέτοιου είδους σπάνιες μοτοσυκλέτες ακολουθούν συνήθως εντελώς διαφορετικές τεχνολογικές λύσεις. Άλλοτε επιτυχημένες και άλλοτε παταγωδώς αποτυχημένες. Πάντα όμως άκρως ενδιαφέρουσες και ιδιαίτερες! To VOR ας πούμε είναι ο ορισμός του αντικομφορμισμού: Βιδωτό quick-release πλαίσιο, κίνηση βαλβίδων με γρανάζια, billet ψαλίδι, εφαρμογή φίλτρου πάνω στο πλαίσιο, λίπανση μέσω κίνησης του στροφάλου κλπ, κλπ. Μέχρι και η μανιβέλα έχει κίνηση προς τα εμπρός αντί προς τα πίσω!!!

- "Μάλλον γιατί o Giuseppe και ο Luigi θέλανε να φάνε τα panini τους στο μεσημεριανό, και γυρνώντας ξέχασαν να σχεδιάσουν την μανιβέλα. Θα το κατάλαβαν μία μέρα πριν την παραγωγή. Fanculo Luigi! Dovla pedivella???" Αυτή είναι η εξήγηση του Γιάννη για τις σχεδιαστικές λύσεις της VOR, στα πλαίσια του bullying που συνεχιζόταν καθ’όλη τη διάρκεια του project.

Φτάνουμε Φεβρουάριο του 2019, το VOR παραδίδεται στο εργαστήριο του Κωσταντίνου. Ο Γιάννης με κοιτάει απογοητευμένος και μουρμουράει:

 - "ΨΙΤ! Κατάλαβε το, δεν έχουν όλοι την όρεξη σου. Τι σου φταίει τώρα ο άνθρωπος να χάσει το χρόνο του με το τρίμμα που του έφερες για μηχανή;"

O Κωσταντίνος το γυρόφερνε, σκάλιζε, κρατούσε σημειώσεις και ταυτόχρονα παραμιλούσε, ενώ εγώ του έλεγα τι θα ήθελα, πώς θα το ήθελα και γιατί θα το ήθελα έτσι. Πραγματική ψυχανάλυση για να "νιώσει" ο ΜΗ-ΨΥ τα θέλω μου. Μόνο έτσι καταφέρνεις το τέλειο αποτέλεσμα με την πρώτη προσπάθεια σε τέτοιου είδους ιδιαίτερα projects.

O Κωνστανίνος χρειάστηκε να σημειώσει με μαρκαδόρο τα σημεία χρονισμού των βαλβίδων. Αθάνατοι Ιταλοί!

 

Από εκεί και πέρα το VOR είχε γίνει πλέον πρόβλημα του Κωσταντίνου. Αφού τον φόρτωσα με τις ιδέες μου, την τσίτα, τον αγχώδη ενθουσιασμό μου, κούτες με parts, ένα VOR 503 με μηδενικό ιστορικό συντήρησης -και σημειωτέον μηδενική χρήση στα δικά μου χέρια (δεν το είχα βάλει μπρος ποτέ γιατί δεν είχα ιδέα σε τι κατάσταση ήταν ο κινητήρας)- "την έκανα" με ελαφρά…

Ο Κωνσταντίνος έπιασε κατευθείαν δουλειά και πολύ σύντομα επιβεβαιώθηκα για την επιλογή μου να μην το βάλω μπρος. Με το άνοιγμα του κινητήρα ανακάλυψε ένα after market πιστόνι με λάθος διαστάσεις και σημάδια των βαλβίδων πάνω του. Άουτς! Και καλά θα ήταν αν μέναμε μόνο σ’ αυτό το πρόβλημα. Το Nikasil στον κύλινδρο σκέτο χάλι. Το πλαίσιο έδενε με βίδες με λάθoς μέγεθος κεφαλής που είχαν δεχτεί από πάνω "τάπωμα" με ηλεκτροσυγκόλληση! Η μέτρηση στα διάκενα των βαλβίδων ήταν τελείως εκτός από τα επιτρεπόμενα όρια, σχεδόν τα διπλάσια! Κάτι ήξερα που δεν το έβαζα μπρος έξι χρόνια και ας με έκραξαν άπαντες για το πόσο ψείρας είμαι.

Πατέντες ανακαλύψαμε και στο DellOrto καρμπυρατέρ. Όσο άνοιγες, τόσα έβρισκες. Φυσικά για την δικιά μου τελειομανία και του Κωνσταντίνου, αυτά ήταν αδιανόητα πράματα. Καταλαβαίνετε την σύγχυση μας, όταν βλέπαμε τέτοιου είδους επεμβάσεις σε μια τόσο όμορφη μοτοσυκλέτα. Μας τρελαίνανε! Ωστόσο, από την άλλη καταλαβαίνω και την λαχτάρα του πρώην ιδιοκτήτη που ήθελε να ευχαριστιέται την μηχανή του με κάθε τρόπο.

 

Ο μηχανικός… καταλύτης

Εδώ είναι που ο ΜΗ­­-ΨΥ της ιστορίας μας αρχίζει και πληρώνει τα σπασμένα. Δεν μιλάω για τις ανθρωποώρες που έφαγε για να μελετήσει το service book, το parts manual και να καταχωρήσει με τον εργοστασιακό κωδικό και σε σακουλάκια το κάθε ανταλλακτικό. ‘Η τι έκανε για να βρει την κατάλληλη εταιρεία για να στείλουμε το κύλινδρο για την επιστρώση Nikasil (στο τέλος κατέληξε στην Ολλανδία). Ή για τις πατέντες με τα λαστιχάκια και για να δέσει το "τάχα μου" κιβώτιο τύπου κασέτας. ‘Η την σπαζοκεφαλιά με τα μπουζόνια της κεφαλής που πρέπει να μπουν με συγκεκριμένη σειρά αλλιώς ξεκινάς από την αρχή. Ή τον μηχανισμό του αποσυμπιεστή που δεν θα το έλεγες ότι είναι η πιο απλοϊκή κατασκευή στον κόσμο. Ή για τα γρανάζια κίνησης των εκκεντροφόρων που δεν είχαν σημάδια χρονισμού! Να συνεχίσω; Θα συνεχίσω. Το πλαίσιο για να ξαναδέσει με τα αντίστοιχα υποπλαίσια είχε και αυτό το ζόρι του. Ας μην ξεχάσουμε ότι η VOR ήταν περισσότερο μια βιοτεχνία παρά ένα εργοστάσιο και οι περισσότερες δουλειές ήταν χειρωνακτικές. Όπότε οι ανοχές των πλαισίων ήταν λογικό να έχουν αρκετά μεγαλύτερο εύρος απ’ ότι ενός Honda.

Ιδού τo τελικό αποτέλεσμα μετά από σχεδόν 7 χρόνια υπομονής και επιμονής

 

Πολύ ψάξιμο, πολύ δουλειά, πολύ υπομονή, αλλά μήνα με τον μήνα τα αποτελέσματα άρχιζαν να φαίνονται. Μέσα από αυτήν την διαδικασία άρχισα να κατανοώ και να εκτιμώ ακόμα περισσότερο τον λόγο που τα VOR ήταν οι μηχανές που ήταν. Για ανθρώπους σαν εμένα και τον Κωνσταντίνο, η διαδικασία μιας ανακατασκευής έχει και διδακτική υπόσταση: Γιατί μάς δίνεται η δυνατότητα να αποδομήσουμε μια σπάνια μηχανή και να καταλάβουμε γιατί οι δημιουργοί της πήραν τις συγκεκριμένες σχεδιαστικές κατευθύνσεις. Όλη η ιστορία της εξέλιξής της είναι εκεί, μπροστά σου, μπορείς να την πιάσεις στα χέρια σου και να την περιεργαστείς κομμάτι-κομμάτι. Και όλη αυτήν την ροή γνώσης, ο Κωνσταντίνος θα στην μεταλαμπαδεύσει με μακροσκελείς συζητήσεις λόγω του κοινού πάθους που μάς δένει για τέτοιου είδους ιδιαίτερες μοτοσυκλέτες. Και φυσικά, θα προκύψουν και άλλα ευρήματα από αυτήν την ανταλλαγή γνώσεων που αποτελούν την πεμπτουσία ενός petrolhead. Και βέβαια το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι έχεις ξαναδώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε μια μηχανή που το πιο πιθανό ήταν να κατέληγε για "μπάλωμα στα αμπάρια των πλοίων" όπως λέει και ο Γιάννης.

Το VOR ήταν, αισίως, έτοιμο τον Σεμπτέμβριο του 2019. Αλλά κατά την παράδοση φρόντισε να μας κάνει το τελευταίο καψόνι. Τα εργοστασιακά αυτοκόλλητα όντας πολυκαιρισμένα δεν ξεκολλούσαν με τίποτα. Όμως κανένα πρόβλημα, γιατί αυτό ήταν η δεύτερη ανακατασκευή που πραγματοποιούσα σε μοτοσυκλέτα και είχα μάθει πια τα κατατόπια. Ο Ντίνος Kαλιαμπέτσος από την DXL Graphics όχι μόνο φρόντισε να αναπαράγει τα αυτοκόλλητα με 100% ακρίβεια, αλλά χρησιμοποίησε σαφέστερα πολύ καλύτερη πρώτη ύλη απ’ ότι είχαν τα εργοστασιακά αυτοκόλλητα.

Προσωπικές πινελιές

Στο έργο εννοείται ότι ήθελα να κάνω κάποιες προσωπικές παρεμβάσεις που δεν θα άλλαζαν κατά πολύ την εργοστασιακή όψη. Το aftermarket number plate με την σίτα ήταν περισσότερο για τη συσχέτιση του VOR με την αδελφή Vertemati. Το πλαίσιο βάφτηκε κυρίως σε μια γκρι απόχρωση που θα ταίριαζε με τα χρώματα του πιρουνιού και των πλαστικών, αλλά οι κάθετοι δοκοί που οδηγούσαν στα ποδοστήρια βάφτηκε μαύρη. Το δε γκρι που διαλέχτηκε με την ιδιαίτερη "σαγρέ" αίσθηση ήταν ιδέα του Κωνσταντίνου, γιατί στο project brief πού είχαμε κατάλαβε ότι προσπαθούσα να δώσω μια ωμή εργοστασιακή όψη. Αυτό το συγκεκριμένο χρώμα απογείωσε το concept και το έκανε ακόμα καλύτερο από την αρχική μου ιδέα. Το καμπυρατερ βάφτηκε και αυτό στο χρώμα του μαγνησίου συνεχίζοντας το factory θέμα. Και αυτό επίσης ιδέα του Κωνσταντίνου. Σημειώστε το αυτό γιατί μόνο οι ΜΗ-ΨΥ μπορούν να κάνουν τέτοια μαγικά, γιατί έχουν την δυνατότητα να "νιώσουν" την ιδέα σου.

Οι ζάντες ανακατασκευάστηκαν με νέες ακτίνες και τα κέντρα γυαλίστηκαν. Τα στεφάνια βάφτηκαν σε ένα επίσης "σαγρέ" μαύρο χρώμα, όπως και τα καπάκια του κινητήρα. Από το τιμόνι, αφαιρέθηκε το cross bar για να δοθεί μία πιο FMX αισθητική στο ήδη πολύ ψηλό τιμόνι. Στην μοτοσυκλέτα όλα λύθηκαν, όλα καθαρίστηκαν / γυαλίστηκαν και ό,τι έχριζε αντικατάστασης, αντικαταστάθηκε με γνήσια ανταλλακτικά της VOR. Το αποτέλεσμα: Εκπληκτικό! Νομίζω οι φωτογραφίες μιλάνε μόνες τους. Φώτα δεν έβαλα, γιατί το προτιμούσα τελείως απλό και λιτό αν και ο Κωσταντίνος έχει την πλεξούδα έτοιμη αν αλλάξω ποτέ γνώμη.

Σας αφήνω να απολαύσετε τις φωτογραφίες αλλά θυμηθείτε: Αν μπλέκετε καλλιτεχνικά/ιστορικά/συναισθηματικά θέματα μαζί με μοτοσυκλέτες ή γενικά τραβάτε κολλήματα που δεν στέκουν στους πολλούς, μην σκάτε! Υπάρχουν και οι ΜΗ-ΨΥ εκεί έξω που θα σας καταλάβουν!

Το άρθρο συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό