Οδηγούμε το νέο Yamaha TMAX TechMAX 2020

Η έβδομη γενιά μιας δυναστείας!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/11/2019

Τα νούμερα από τις πωλήσεις και όσα έχουν καταφέρει οι έξι –μέχρι τώρα- γενιές των ΤΜΑΧ αντικατοπτρίζουν παραστατικά αυτό που είναι βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση ολόκληρου του μοτοσυκλετιστικού κοινού και όχι μόνο των φανατικών των σκούτερ: Το ΤΜΑΧ ήταν ανέκαθεν το σημείο αναφοράς της κατηγορίας των mega scooter. Ακόμη και τις περιόδους που δεν ήταν το τεχνολογικά πιο προηγμένο, το μεγαλύτερο ή το δυνατότερο της κατηγορίας του, πάντα ήταν αυτό που βρισκόταν στο στόχαστρο των ανταγωνιστών του. Αν αυτό δεν είναι επιτυχία για μια εταιρεία, τότε τι;

Από την άλλη, το αυτί των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από το ΤΜΑΧ, δεν ιδρώνει καθόλου από όλα αυτά. Όπως μας δήλωσαν ξεκάθαρα στην κουβέντα που είχαμε με όλο το ιαπωνικό Team που σχεδίασε και υλοποίησε το νέο ΤΜΑΧ, ο μοναδικός ανταγωνισμός που αναγνωρίζουν είναι από το ΤΜΑΧ 530, δηλαδή τον προκάτοχό του…

Ήδη από την EICMA, όταν είδαμε για πρώτη φορά το νέο ΤΜΑΧ από κοντά, οι άνθρωποι της Yamaha φρόντισαν να μας το καταστήσουν σαφές ότι πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα μοντέλα τους για το 2020, έχοντας επενδύσει πάνω του πολλά. Στο Cascais της Πορτογαλίας, την "Ριβιέρα" της χώρας λίγο έξω από την Λισαβώνα όπου ταξιδέψαμε για την παγκόσμια παρουσίαση του ΤΜΑΧ 560 (και για την οποία θα διαβάσετε αναλυτικότατα στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει στις 31 Δεκεμβρίου), έγιναν πιο συγκεκριμένοι, αποκαλύπτοντας τους τρεις άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκαν: Απόδοση, σχεδιασμός και κορυφαίος εξοπλισμός. Με λίγα λόγια, είχαμε μπροστά μας το γρηγορότερο (και μεγαλύτερο από άποψη κυβικών) ΤΜΑΧ που έχει κατασκευαστεί ποτέ, το πιο δυναμικό από πλευράς εμφάνισης και την πλέον εξοπλισμένη έκδοση, το TechMAX, πάνω στη σέλα του οποίου θα περνούσαμε μια ολόκληρη μέρα.

Ξεκινώντας από το σημαντικότερο, την απόδοση δηλαδή, οι αλλαγές στο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα με τον στρόφαλο των 360° και τον οριζόντια τοποθετημένο αντικραδασμικό άξονα (μιας και αυτός ο χρονισμός του στροφάλου παράγει ισχυρούς κραδασμούς πρώτης τάξεως), επικεντρώνονται κυρίως στην αύξηση του κυβισμού και σε πολλές επιμέρους βελτιώσεις των κινούμενων μερών. Τα 32 επιπλέον κυβικά (από 530 σε 562cc) προήλθαν από την αύξηση της διαμέτρου του εμβόλου από τα 68mm στα 70mm, ενώ αυξήθηκε κατά ένα χιλιοστό και η διάμετρος των βαλβίδων εισαγωγής, προκειμένου να γίνεται καλύτερη πλήρωση του μεγαλύτερου πλέον θαλάμου καύσης. Έμβολα, μπιέλες, και εκκεντροφόροι είναι καινούργια, με τον στρόφαλο να είναι κι αυτός νέο αλλά και ελαφρύτερος. Αρκετή δουλειά έγινε και στο κύκλωμα ψύξης, που έγινε πιο αποδοτικό αλλά με μειωμένη διαδρομή σωληνώσεων και μεγαλύτερης χωρητικότητας ψυγείο.

Στον συμπλέκτη της CVT μετάδοσης –για την οποία οι Ιάπωνες τόνισαν δεόντως ότι την θεωρούν ως την καλύτερη γι' αυτή την κατηγορία, αφήνοντας αιχμές για το DCT της Honda- ρύθμισαν το πατινάρισμα να τελειώνει 300 στροφές νωρίτερα (στις 4.000) ενώ μάκρυναν την σχέση της μετάδοσης για να συμβαδίζει με την αυξημένη ιπποδύναμη και ροπή. Και μιας και μιλάμε για τα συγκεκριμένα μεγέθη, πρέπει να αναφέρουμε ότι το νέο ΤΜΑΧ αποδίδει πλέον 47,6 ίππους (από 46) 750 στροφές ψηλότερα (στις 7.500) και 5,7kgm (από 5,4kgm) στις ίδιες ακριβώς στροφές με πριν (στις 5.200). Αλλαγές έγιναν και στην εξάτμιση με τον καταλύτη –ελέω Euro5 προδιαγραφών- οι οποίες εκτός από την "καθαρότερη" λειτουργία, επέφεραν και μια πιο μπάσα χροιά στον ήχο που απελευθερώνει. Το πλαίσιο παρέμεινε ως είχε, όχι όμως και οι αναρτήσεις που έχουν νέα settings και νέα ελατήρια.

Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό, οι άνθρωποι από το Iwata προσπάθησαν να συνδυάσουν το στιλ με την εργονομία, διατηρώντας το κλασσικό πλέον σχήμα "boomerang" αλλά με πιο λεπτές διαστάσεις για να έχουν εύκολη πρόσβαση τα πόδια του αναβάτη στο έδαφος. Η ουρά απέκτησε πιο επιθετικό σχήμα και τα δύο πίσω φώτα αντικαταστάθηκαν από φανάρι LED σε σχήμα "Τ" με σαφή παραπομπή στο όνομα του ΤΜΑΧ. Το εμπρός μέρος απέκτησε κι αυτό πιο επιθετικές γραμμές, με τα ενσωματωμένα LED φλας να έχουν τώρα εντελώς διαφορετικό σχήμα, τονίζοντας κι αυτά την αιχμηρή σχεδίαση του νέου ΤΜΑΧ.

Στον τομέα του εξοπλισμού, τον τρίτο άξονα πάνω στον οποίο κινήθηκαν οι άνθρωποι της Yamaha, έχουμε μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το τι γινόταν μέχρι σήμερα. Είχαμε γράψει πολλές φορές κι εμείς, ότι οι τρεις εκδόσεις της απερχόμενης γενιάς είχαν μια δόση υπερβολής που περισσότερο εξυπηρετούσαν το μάρκετινγκ παρά την ουσία. Η αλληλοκάλυψη ήταν αναπόφευκτη και η σύγχυση στους υποψήφιους ιδιοκτήτες δεδομένη. Ορθώς λοιπόν τώρα σκέφτηκαν ότι θα πρέπει να υπάρχει η επιλογή δύο μόνο εκδόσεων, της στάνταρ και της TechMAX. Οι διαφορές έχουν να κάνουν καθαρά με το επίπεδο του εξοπλισμού τους, ο οποίος ακόμη και στην περίπτωση της στάνταρ έκδοσης είναι αρκετά πλούσιος. Το ΤΜΑΧ διαθέτει τους δύο χάρτες για την απόδοση, Keyless τεχνολογία, αλουμινένια διακοσμητικά στο εσωτερικό της ποδιάς, κλείδωμα κεντρικού σταντ και traction control, ενώ το TechMAX διαθέτει επιπλέον ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, θερμαινόμενα γκριπ και σέλα, cruise control, ρυθμιζόμενη πίσω ανάρτηση και το σύστημα My TMAX connect για διασύνδεση με το smartphone του αναβάτη του. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε και στις χρωματικές επιλογές, με το επίπεδο της βαφής να είναι κι αυτό σημαντικά αναβαθμισμένο, ενώ είναι ιδιαίτερες εντυπωσιακές οι επιλογές του Icon Grey για το στάνταρ ΤΜΑΧ και Tech Kamo για το TechMAX. Φυσικά η Yamaha δεν θα μπορούσε να μην συνοδεύει και τις δύο εκδόσεις με έναν μακρύ κατάλογο από αξεσουάρ που διατίθενται μεμονωμένα ή μέσα από τα τρία πακέτα (Sport, Urban και Winter) που έχει δημιουργήσει το εργοστάσιο.

Οι αλλαγές της έβδομης γενιάς ΤΜΑΧ όμως, όπως διαπιστώσαμε κι εμείς, δεν περιορίζονται στην θεωρία αλλά αποτυπώνονται στην πράξη, στις πραγματικές συνθήκες για τις οποίες σχεδιάστηκε το ΤΜΑΧ και που στην Πορτογαλία όπου ταξιδέψαμε για να το οδηγήσουμε, αυτές οι συνθήκες ήταν όχι απλώς ρεαλιστικές αλλά… υπερρεαλιστικές, αφού καταφέραμε μέσα σε μια μέρα να αλλάξουμε τρεις εποχές ! (ας είναι καλά το κλίμα του Ατλαντικού…). Στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ θα μπορέσετε να διαβάσετε πώς όλα τα παραπάνω μεταφράζονται, όταν βρίσκεσαι πάνω στη σέλα του νέου TMAX ΤechMAX!

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                  Yamaha TΜΑΧ 560 (ΤΜΑΧ 560 Tech Max)
Αντιπρόσωπος:
Μοτοδυναμική Α.Ε.
Τιμή:
Αναμένεται
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.200
Ύψος (mm):
1.420 (1.555 με τη ζελατίνα στη ψηλότερη θέση)
Μεταξόνιο (mm):
1.575
Απόσταση από το έδαφος (mm):
125
Ύψος σέλας (mm):
800
Ίχνος (mm):
-
Γωνία κάστερ (˚):
-
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό δύο δοκών
Πλάτος (mm):
765
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
206,75/218 (208,75/220)
Ρεζερβουάρ (l):
15
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρά με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
70 x 73
Χωρητικότητα (cc):
562
Σχέση συμπίεσης:
10.9:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
47,6/7.500
Ροπή (kg.m/rpm):
5,6/5.250
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
84,6
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός έλεγχος ψεκασμού
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Αυτόματος φυγοκεντρικός
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με ιμάντα
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με ιμάντα
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλισμό
Διαδρομή (mm):
117
Ρυθμίσεις:
  • (ρυθμιζόμενη στην Tech Max)
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου
Ελαστικό:
160/60-15
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 282mm με δαγκάνα ενός εμβόλου και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Μονόχρωμη TFT οθόνη με όλες τις ενδείξεις. LED φωτιστικά σώματα, keyless τεχνολογία, traction control (TCS), δύο riding modes, σύστημα κλειδώματος κεντρικού σταντ. Η Tech Max διαθέτει επιπλέον ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, σύστημα συνδεσιμότητας με smartphone, cruise control και θερμαινόμενα γκριπ και σέλα.
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/41
Ρυθμίσεις:
 
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου
Ελαστικό:
120/70-15
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 267mm με δαγκάνα με ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες δύο εμβόλων και ABS

 

 

Διπλή Δοκιμή Kawasaki ZX-6R 636 2019 Jerez & Castelloli ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ

Γι΄αυτό αγαπάμε τα 600
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

5/4/2019

Φορτώσαμε πλούσια εμπειρία οδηγώντας το νέο Kawasaki Ninja 636 και εξαιτίας αυτής της η πρώτη προσέγγιση είναι απαραίτητα φιλοσοφική: Από τη στιγμή που μπήκαν τα ηλεκτρονικά στη μοτοσυκλετιστική ζωή μας, άλλαξαν πολλά. Κυρίως άλλαξε το δόγμα πως οι μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτες είναι για έμπειρους αναβάτες και οι μικρότερου κυβισμού είναι κατάλληλες για τους πιο άπειρους.

Κάτι τέτοιο δεν ισχύει πια. Η τεχνολογία που έχουν οι μεγάλες μοτοσυκλέτες τις κάνουν πολύ πιο ασφαλείς και εύκολες σε όλες τις συνθήκες. Αντιθέτως οι μικρού κυβισμού μοτοσυκλέτες, λόγω της ανάγκης για περιορισμό του κόστους κατασκευής και της τιμής πώλησης, έχουν λιγότερα και υποδεέστερης απόδοσης ηλεκτρονικά βοηθήματα ενεργητικής ασφάλειας, χειρότερες αναρτήσεις, χειρότερα φρένα και φτηνότερα υλικά, με αποτέλεσμα να έχουν σχεδόν το ίδιο βάρος με τις μεγάλες. Έτσι το μόνο που αλλάζει είναι οι επιδόσεις -κυρίως- στην ευθεία, όμως και πάλι τα περισσότερα άλογα και η μεγαλύτερη ροπή είναι πλεονέκτημα για έναν άπειρο αναβάτη, γιατί μπορεί να κερδίσει εύκολα και με ασφάλεια χρόνο στην ευθεία, αντί να προσπαθεί να πάει γρήγορα στις στροφές, αυξάνοντας τις πιθανότητες να φέρει στο όριο της πρόσφυσης τα ελαστικά του.

τέρμα γκάζι στις εξόδους...

Συναντήσαμε το νέο Kawasaki 636 σε δύο διαφορετικές φάσεις με μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους, όπως και χιλιομετρική, σε ξεχωριστές πίστες με διαφορετικά ελαστικά. Αυτό μετέτρεψε την προσέγγισή μας απέναντί του σε μία μεγάλη βεντάλια, καθώς φορτώσαμε μπόλικη εμπειρία σε περιβάλλον πίστας. Το οδηγήσαμε στην τεχνική, κλειστή για το ευρύ κοινό πίστα του Castelloli στην Βαρκελώνη με τα νέα Dunlop Sportsmart mk3 και έπειτα στην εξόχως μοτοσυκλετιστική πίστα της Jerez με Bridgestone S22.

Η εμπειρία μας από την παρουσίαση των νέων ελαστικών S22 της Bridgestone στην πίστα της Jerez, όπου οδηγήσαμε το ZX-10R και το ZX-6R 636 μαζί, είναι μια καλή απόδειξη για όλα όσα λέγαμε παραπάνω στην αρχή. Εδώ να πούμε πως η πίστα της Jerez έχει μοτοσυκλετάδικη χάραξη, με παρατεταμένες στροφές και μόλις μία μεγάλη ευθεία. Καμία σχέση δηλαδή με τις περισσότερες καινούριες πίστες, που έχουν σχεδιαστεί για αγώνες αυτοκινήτων και έχουν πολλές ευθείες και κλειστές στροφές για να μπορούν τα αυτοκίνητα να κάνουν προσπεράσεις στα φρένα. Ξεκινώντας με την μεγάλη ZX-10R ήταν εύκολο να κάνουμε προσπεράσεις στους πιο αργούς αναβάτες στις μικρές ευθείες της Jerez και με την βοήθεια των ηλεκτρονικών, να κρατήσουμε υπό έλεγχο τα 200 άλογα μέσα στις στροφές. Ειδικά με αυτά τα λάστιχα που έχουν σχεδιαστεί κυρίως για χρήση στο δρόμο και ζεσταίνονται αμέσως, πρέπει να αποφεύγεις να ανοίγεις τέρμα το γκάζι με τη μοτοσυκλέτα υπερβολικά πλαγιασμένη, ώστε να μην τα υπερθερμάνεις. Τα μεγάλα superbike των 1000 κυβικών είναι τέλεια για να γράφεις γρήγορα γυρολόγια, πλαγιάζοντας όσο λιγότερο γίνεται στις στροφές.

Δεν χρειάζεται να ρισκάρεις με πρόωρα χουφτώματα του γκαζιού μέσα στη στροφή. Όμως ακόμα κι αν το κάνεις, τα εξελιγμένα traction control που παίρνουν εντολές από την IMU θα μεταφέρουν ομαλά τη δύναμη, ρυθμίζοντας την τροφοδοσία του ψεκασμού ride by wire.

Πρόσθεσε τώρα τα quick shifter Up/Down, τα wheelie control, το ρυθμιζόμενο φρένο κινητήρα και το επίσης ρυθμιζόμενο cornering ABS και θα καταλάβεις γιατί τα καινούρια superbike είναι ταχύτερα και ασφαλέστερα για έναν αναβάτη με μικρή εμπειρία από οδήγηση σε πίστα.

Αν ακόμα δεν έχεις πειστεί, τότε κατέβα από τη σέλα του ZX-10R και αμέσως μετά ανέβα στου ZX-6R 636. Το αναβαθμισμένο για το 2019 supersport μοντέλο της Kawasaki έχει στα χαρτιά περίπου τα ίδια ηλεκτρονικά με τη μεγάλη της αδερφή. Έχει ρυθμιζόμενο Traction Control, έχει ABS φυσικά και έχει και Quick Shifter. Η διαφορά είναι στη λέξη “περίπου”. Το quick-shifter είναι μόνο για τα ανεβάσματα, κόβοντας απλώς το ρεύμα χωρίς να επεμβαίνει στον ψεκασμό. Το ABS δεν είναι cornering και οι δαγκάνες είναι Nissin και όχι monoblock M50 της Brembo. Φυσικά η κεντρική μονάδα δεν έχει αισθητήρες G-Force όπως η IMU της ZX-10R, οπότε το traction control επεμβαίνει βάσει του εγκατεστημένου λογισμικού και δεν παίρνει real-time δεδομένα. Ουσιαστικά έχει τα ηλεκτρονικά που είχε η ZX-10R το 2010.

Βγάλε τώρα 50 άλογα από τον κινητήρα και μάλλον θα έχεις καταλάβει γιατί με το ZX-6R θα πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο για να πας γρήγορα στην πίστα.

Όταν όμως το κάνεις, τότε θα θυμηθείς γιατί γουστάρεις να οδηγάς τα supersport 600.

Γουστάρεις να τα οδηγάς γιατί… πραγματικά τα οδηγάς ΕΣΥ και δεν είσαι ΕΠΙΒΑΤΗΣ όπως με τα 1000. Τα στύβεις, τους πίνεις το αίμα, ορμάς στις εισόδους των στροφών και ελέγχεις την πορεία σου μέσα στη στροφή με το γκάζι. Στις ευθείες δεν κρατιέσαι απλώς από το τιμόνι προσπαθώντας να μείνεις πάνω στη σέλα όπως κάνεις με τα 1000. Με το ZX-6R σκύβεις, ψάχνεις για την μικρότερη δυνατή αεροδυναμική αντίσταση και κοιτάς το στροφόμετρο για να ανεβάσεις ταχύτητα την σωστή στιγμή.

Φρενάρεις όσο πιο αργά μπορείς και στα κατεβάσματα ρυθμίζεις με το γκάζι τις στροφές του κινητήρα ελέγχοντας το ντριφτ του πίσω τροχού που ελαφρώνει. Αν φρενάρεις παραπάνω απ’ όσο πρέπει ή κατεβάσεις μία λιγότερη ή μία περισσότερη ταχύτητα θα κολλήσεις μέσα στη στροφή. Ο κινητήρας έχει δύναμη από τις 8.000 στροφές και πάνω. Αυτόν τον αριθμό ακριβώς θα πρέπει να δείχνει η βελόνα του στροφόμετρου όταν μπαίνεις στη στροφή. Με λιγότερες στροφές δεν θα μπορέσεις να βγεις δυνατά στην έξοδο.

Μόλις όμως τα κάνεις σωστά όλα αυτά, το ZX-6R θα σου δώσει τέτοια ικανοποίηση και χαρά, που κανένα μεγάλο Superbike 1000 δεν μπορεί να κάνει. Λυσσάς, ιδρώνεις και γουστάρεις. Διαλέγεις γραμμές, σκέφτεσαι την επόμενη κίνηση, καταστρώνεις σχέδια δράσης για να προσπεράσεις. Νοιώθεις αυτή τη μοναδική ικανοποίηση πως εσύ ελέγχεις πλήρως την κατάσταση. Ο κινητήρας ουρλιάζει στον κόφτη διαρκώς, του πίνεις το αίμα!

Για να μην παρεξηγηθούμε όμως, να είμαστε σαφείς: Το ZX-6R γυρνούσε διαολεμένα γρήγορα στην πίστα της Jerez. Είναι πραγματικά πολύ γρήγορη μοτοσυκλέτα και μόνο στην πίσω μεγάλη ευθεία τα superbike είχαν πιθανότητες να το προσπεράσουν. Αν δεν σε έφταναν εκεί, τότε τους χαιρετούσες και δεν σε ξαναέβλεπαν μπροστά τους. Κι όσο περνούσαν οι γύροι, τόσο αυξανόταν η διαφορά, καθώς με τα 1000 μόνο οι πολύ γυμνασμένοι μπορούσαν να κρατήσουν σταθερό γυρολόγιο. Όλα αυτά ως εδώ εμπίπτουν στην πλειοψηφία των αναβατών. Το πρόβλημα με εμάς -τους Έλληνες- είναι πως όλοι μας θεωρούμε τον εαυτό μας εκτός πλειοψηφίας. Ένας αγωνιζόμενος θα έκανε ελικοπτεράκι το 600άρι βουτώντας με το 1000άρι παντού και πάντα με ορμή και αίμα στα μάτια. Ακόμη και στους αγωνιζόμενους βέβαια, αυτοί είναι ελάχιστοι, ας μην μείνουμε λοιπόν σε όσα ισχύουν για τους ελάχιστους! Όσα λέμε ισχύουν για γρήγορους αναβάτες στην πίστα, και είναι ήδη μειοψηφικό το πακέτο αυτό. Με το ZX-6R δεν χρειάζεσαι μπράτσα, αλλά εμπειρία, πάθος και μυαλό. Γι΄αυτό και είναι μια μοτοσυκλέτα που θα ευχαριστηθούν περισσότερο οι αναβάτες μεγαλύτερης ηλικίας. Όσοι δηλαδή έχουν χορτάσει από το ωμό γκάζι των superbike και ζητούν την απόλαυση της οδήγησης στην πίστα. Όταν απολαμβάνεις την οδήγηση του ZX-6R, ενώ μόλις πριν λίγα λεπτά έχεις οδηγήσει την αφρόκρεμα των superbike του 2019 σε μια από τις καλύτερες πίστες των MotoGP, νομίζουμε πως αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορείς να κάνεις για ένα supersport 600 σήμερα.

Στην ολότελα τεχνική, κρυμμένη και σκονισμένη πίστα στο Castelloli της Βαρκελώνης, οι συσχετισμοί ήταν διαφορετικοί, κι αυτό γιατί το 636 ήταν το γρηγορότερο που υπήρχε εκεί! Να δημιουργήσουμε καταρχήν την εικόνα, γιατί έτσι πολλά πράγματα θα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα. Η πίστα αυτή έχει φτιαχτεί εξ αρχής ως πεδίο δοκιμών για τις εταιρίες αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών και όχι για αγώνες. Μπορεί να γίνονται track days, μπορεί να διοργανώνονται και κάποιοι γύροι τοπικών πρωταθλημάτων –η Ισπανία είναι παράδεισος του μηχανοκίνητου αθλητισμού- αλλά ο σκοπός της δημιουργίας της ήταν να γίνει ένα πεδίο δοκιμών και το έχει καταφέρει απόλυτα, αποτελώντας μία εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση. Αυτό είναι κι ένα έμμεσο μήνυμα σε όποιον ονειρεύεται πίστες F1 και λοιπά στην Ελλάδα. Η Ισπανία έχει καμιά 60αριά πίστες και «πιστούλες» όχι μία για όλες τις δουλειές. Στην συγκεκριμένη, που έχει χωθεί μέσα στις κορυφές και διαθέτει και γέφυρα περνώντας πάνω από τον εαυτό της, έχουν τοποθετήσει ένα εξελιγμένο σύστημα κεραιών με την τηλεμετρία να μην χάνεται ούτε σε ένα χιλιοστό της πίστας με την εντονότατη μορφολογία εδάφους και ταυτόχρονα ένα απίστευτα ταχύ δίκτυο που υποστηρίζεται και με δορυφορική σύνδεση. Έτσι, όταν η BMW κλείνει μερικές εβδομάδες δοκιμών τον χρόνο στην πίστα πληρώνοντας ένα σεβαστό ποσό σε ετήσια βάση, επωφελείται από το πρόσθετο γεγονός πως τα δεδομένα φτάνουν σε πραγματικό χρόνο απευθείας στην Γερμανία. Μάλιστα, τόσο απλά και φοβερά.

Στην πίστα αυτή η Dunlop παρουσίασε το νέο Sportsmart MK3 σε μία γενναία απόφαση καθώς αυτή την εποχή δεν μαστίζεται από σκόνη και γύρη από το παρακείμενο δάσος. Γύρη σε ποσότητες που την σηκώνεις με το φτυάρι όμως, ένα πρόβλημα τόσο σοβαρό που είχαν τοποθετήσει πριν τις πινακίδες για τα φρένα, μεγάλα μπλοκ από ντυμένες σε πανί αχυρόμπαλες για να καταφέρουν να κρατήσουν την σκόνη μακριά. Έτσι και πατούσες εκτός γραμμής φλερτάριζες με το γλίστρημα, ενώ και η γραμμή δεν ήταν κάτι σταθερό και απόλυτο στην διάρκεια των γύρων. Να προσθέσουμε τώρα τα έντονα σαμαράκια στην είσοδο, και με το επίθετο «έντονα» εννοούμε πως εξαιτίας τους οδηγούσαν μέχρι και σε αύξηση πίεσης 0,6bar στα ελαστικά, που είναι σημαντικό νούμερο για τέτοια επίδραση, αλλά θα τα εξηγήσουμε αυτά στην δοκιμή των ελαστικών.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ιδανικό για άμεσα συμπεράσματα σε ελαστικά και σπαστικό αν δοκιμάζεις μοτοσυκλέτες, το 636 κατάφερε να είναι ένα εξαιρετικό παιχνίδι που σου επέτρεπε να διασκεδάσεις μαζί του και να αισθανθείς τεράστια εμπιστοσύνη αψηφώντας σκόνες, σαμαράκια κι άλλους δημοσιογράφους που έφευγαν ευθεία, μιας κι αυτό συνέβη μερικές φορές. Μελλοντικά στο τεύχος θα αναλύσουμε πλήρως τι συμβαίνει με αναρτήσεις, κυρίως την πίσω που θέλει περισσότερο ψάξιμο, κι ας μείνουμε τώρα στο πόσο φιλική είναι αυτή η μοτοσυκλέτα μόλις φεύγεις από τον παράδεισο της Jerez και μπαίνεις μαζί της σε καταστάσεις που θυμίζουν περισσότερο την χώρα μας. Σαμαράκια και σκόνες, πάνω στις οποίες το εμπρός φρένο αρχίζει και χάνει στα μάτια σου –και στο χέρι σου- αλλά όχι σε σημείο που να γίνεται πρόβλημα. Η θέση οδήγησης παραμένει καλά μελετημένη και εδώ στις νέες συνθήκες, ενώ βολεύεσαι είτε είσαι Pedrosa, είτε Rossi –για το ύψος πάντα μιλάμε, κάθε άλλος συσχετισμός ανήκει στα πλαίσια νοσηρής φαντασίας.

Η απόκριση του γκαζιού είναι άμεση και η γκαζιέρα δουλεύει σωστά και προοδευτικά, ενώ το σαφές κιβώτιο δεν σου κάνει την χάρη στα κατεβάσματα, ακόμη κι αν προσπαθήσεις να του κάνεις «μπλιπ» όπως λένε χαρακτηριστικά οι Αμερικανοί που χαίρονται καιρό την νέα αυτή έκδοση του 636 που στην χώρα τους πήγε πριν από την Ευρώπη. Με λίγο γκάζι και παίξιμο στην γκαζιέρα και πάλι τα κατεβάσματα –καρφωτά- είναι ένα ζήτημα, ενώ το quick shifter είναι «απλώς ΟΚ» στα ανεβάσματα για χρήση σε track days κτλ, όχι σε κάτι περισσότερο από αυτό.

Το κυνήγι που έριχνες παλιότερα στα 600άρια για να πας γρήγορα, απαιτώντας την διατήρηση της ορμής και της έντονης σωματικής καταπόνησης, όπως εξηγούμε παραπάνω, έχουν έρθει τα ηλεκτρονικά να το αλλάξουν. Τώρα μπορείς να στρίψεις αδιανόητα γρήγορα με τα 1000άρια και αν δεν είσαι εξαιρετικά γυμνασμένος δεν τα εκμεταλλεύεσαι και στο έπακρο. Με το 636 κυριαρχείς στο παιχνίδι, γιατί η οδήγηση στην πίστα πρέπει να είναι στο τέλος της ημέρας ένα παιχνίδι, ούτε να αισθάνεσαι πως έχεις ριψοκινδυνέψει, ούτε να σε έχει κουράσει η υπερβολή.

Θα επανέλθουμε με αναλυτική, επί μέρους, ανάλυση του 636!

 

Ετικέτες