Δοκιμή Honda CB1000R: Επιστροφή στις ρίζες [video]

Το γενναίο ρίσκο της Honda
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/8/2018

Γράφουμε χιλιόμετρα με το νέο CB1000R της Honda, όπως του αρμόζει, δηλαδή ταξιδεύοντας σε επαρχιακούς στριφτερούς δρόμους, ξύνοντας την άσφαλτο. Από την αποκλειστική του παρουσίαση που το είχαμε οδηγήσει σε μερικούς από τους καλύτερους επαρχιακούς του κόσμου, στην νοτιοανατολική Ισπανία, μέχρι και την πίστα του Ascari, που ενώνει τις δημοφιλέστερες στροφές του κόσμου σε μία τεράστια παιδική χαρά για μοτοσυκλετιστές, το CB1000R μας είχε αποκαλύψει τα περισσότερα στοιχεία του χαρακτήρα και στους ελληνικούς δρόμους - λίγα πράγματα αλλάζουν..

Όπως για παράδειγμα πως μόλις κλειδώσεις το γκάζι στο στοπ με έκτη σχέση στο κιβώτιο η κατανάλωση διπλασιάζεται και ξαφνικά το 16,2 λίτρων ρεζερβουάρ είναι μικρό, την στιγμή που οδηγώντας γρήγορα σε επαρχιακούς, δεν θα έχεις κανένα πρόβλημα αυτονομίας γιατί τότε η βενζίνη που σου ζητά είναι σε λογικά επίπεδα. Είναι φτιαγμένο για να χαίρεσαι την οδήγηση στους επαρχιακούς δρόμου και να βολτάρεις από σβέλτα, έως πολύ γρήγορα, φτάνει να είναι ημέρα, ή να είσαι κάτω από κολώνες. Γιατί ο LED προβολέας ακολουθεί την φιλοσοφία των πανέμορφων ψεύτικων ψυκτρών που έχουν μπει εκεί για λόγους αισθητικής.. αισθητικός είναι και ο δικός του σκοπός..

Μικρές λεπτομέρειες σε μία μοτοσυκλέτα που σε μαγνητίζει με την εμφάνισή της, σε αναγκάζει να την δεις σαν να έχει πολύ μεγαλύτερο όγκο, με τον ίδιο τρόπο που θεωρείς ψηλότερα τα άτομα με κύρος. Είναι αυτό το γυμνό μέταλλο παντού, που σου δίνει την εντύπωση της «μασίφ» κατασκευής την στιγμή που είναι 12 κιλά ελαφρύτερη από τον προκάτοχό της, ο οποίος, αν θυμάστε, περνούσε με το ζόρι για μοτοσυκλέτα χιλίων κυβικών..

Μέχρι όμως να έρθει νέο τεύχος του MOTO με την αναλυτική του δοκιμή στην Ελλάδα τις ρυθμίσεις των αναρτήσεων, την δυναμομέτρηση στο δυναμόμετρο που έχει μετρήσει όλες τις μοτοσυκλέτες στην Ελλάδα, τις μετρήσεις του περιοδικού, το ζύγισμα, όλα αυτά που κάνουμε για να τεκμηριώσουμε την άποψή μας… αναδημοσιεύουμε την παρουσίασή του από την Ισπανία. Όπως ανάμεσα στους πρώτους στον κόσμο, την διάβασαν οι αναγνώστες του MOTO, κι όπως εμείς οι ίδιοι την δοκιμάσαμε στην Ισπανία, μαζί με τις πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα, συγκεντρώνουμε σε ένα video της εμπειρία μας και σε κάμποσες λέξεις αναλύουμε όσα φέρνει η Honda με την νέα CB, την προέλευση του ονόματος και όλες τις διαφορές από τον προκάτοχό του:

Δείτε το VIDEO του MOTO από την δοκιμή του σε Ισπανία και Ελλάδα

 

 

Επιστροφή στις ρίζες

 

Μία ξεκάθαρα streetfighter μοτοσυκλέτα, στις παρυφές δηλαδή των γυμνών εκεί που τα όρια αρχίζουν να μπαίνουν επικίνδυνα στα μονοπάτια των superbike δίχως φαίρινγκ, ανανεώνεται έπειτα από μία δεκαετία αλλάζοντας πλήρως εμφάνιση, όχι όμως και χαρακτήρα. Καμία άλλη εταιρία πλην της Honda δεν είναι διατεθειμένη να κάνει τέτοια πειράματα, καμία άλλη βέβαια δεν έχει τις ίδιες ρίζες…

 

Μεγάλο όνομα τα αρχικά “CB”, κρύβουν δεκαετίες ύπαρξης αλλά και μπόλικες θεωρίες για το τι ακριβώς σημαίνουν, και είναι αυτή ακριβώς η εξήγηση της προέλευσης του ονόματος που μας δίνει μία σαφή εικόνα για το πώς φτάσαμε ακριβώς εδώ: Να έχουμε μία ρετρό μοτοσυκλέτα που να κυνηγά superbike στις στροφές! Στην πίστα της Ascari, οδηγήσαμε το νέο ή καλύτερο το "Neo Sports Café" το CB1000R δηλαδή που ξεφεύγει από την λογική των streetfighter στον σχεδιασμό, ανακατεύει την τράπουλα στις naked κι όλα αυτά με τρόπο απλό αλλά γενναίο: Υιοθετώντας την ρετρό εμφάνιση σε μία κατηγορία που ακόμα και το Speed Triple πέρασε στην απέναντι όχθη που είναι παραταγμένη η πλειοψηφία του ανταγωνισμού!

Όταν το 2015 βλέπαμε από κοντά το πρωτότυπο CB4, τα σενάρια με βάση τις επιθυμίες κι όχι τις πληροφορίες, θέλανε την Honda να ετοιμάζει ένα γυμνό V4 και λίγοι εστίασαν στα ρετρό στοιχεία εκείνου του πρώτου μοντέλου. Κι όμως, το τμήμα σχεδιασμού της Honda στην Ιταλία ετοίμαζε κάτι το διαφορετικό, μία πρόταση για ανανέωση του CB1000R που δεν θα είχε καμία σχέση με τον προκάτοχο σε σημείο που να ξεφεύγει από τα όρια της κατηγορίας! Αν θυμάστε από την συνέντευξη του υπεύθυνου του σχεδιαστικού τμήματος της Honda στην Ιταλία μερικά τεύχη πριν, οι Ιάπωνες έχουν πλέον αποκεντροποιήσει πλήρως τον σχεδιασμό των μοντέλων, με τους Ιταλούς να έχουν αναβαθμισμένο ρόλο ανάμεσα στους υπόλοιπους που βρίσκονται εκτός Ιαπωνίας.

Η ανανέωση του CB1000R μπορεί να ξεκίνησε από την Ιταλία, αλλά ήταν οι Ιάπωνες που τελικά επέμεναν να αποκτήσει την ρετρό εμφάνισή του και να δοκιμάσει την αποδοχή του κόσμου, αναλαμβάνοντας το βάρος του στοιχήματος αυτού. Όπως έχει γίνει στο πρόσφατο παρελθόν με τα VFR1200 και με το DN-01 ή το Vultus και αμέτρητες φορές στην μακρά τους ιστορία, η Honda σπάει τα στερεότυπα και σηκώνει το βάρος του πειράματος απέναντι σε ένα κοινό που είναι το πιο συντηρητικό που υπάρχει: Δεν μας αρέσουν οι μεγάλες αλλαγές σε εμάς τους μοτοσυκλετιστές, ούτε οι μοτοσυκλέτες που ξεφεύγουν από την κατηγορία τους. Κι όμως, αν υπάρχει μία μοτοσυκλέτα που μπορεί να καταφέρει να πάει αντίθετα στο ρεύμα, τότε ναι, αυτή είναι η νέα CB1000R! Η αποδοχή της είναι ήδη δεδομένη μέσα από την απήχηση που έχει κιόλας αποκτήσει, αλλά εκτός από αυτό πρόκειται και για μία εξαιρετικά όμορφη μοτοσυκλέτα. Κυρίως όταν την βλέπεις από κοντά! Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσα στην Ιταλία, στα αποκαλυπτήρια εντός των πλαισίων της EICMA, περίμενα να έρθει η στιγμή να την οδηγήσω στην Ισπανία και το γεγονός πως θα γινόταν στο συγκεκριμένο μέρος, ανέβαζε ακόμα περισσότερο την αγωνία…

Τρία στοιχεία είχαν ανεβάσει στο κατακόρυφο την προσμονή για την οδήγηση, πέρα από το γεγονός ότι μιλάμε για τους δρόμους γύρω από το Ascari μέχρι την Ronda, έναν επίγειο παράδεισο για τους μοτοσυκλετιστές, αλλά και για την ίδια την πίστα, που είναι φτιαγμένη για να σε κάνει να θέλεις να μείνεις για πάντα εκεί μέσα. Ένα μέρος που αν είχε οντότητα θα ήταν μία άλλη Κίρκη, κρατώντας σε φυλακισμένο μέσα στην μαγεία της… Το προηγούμενο CB1000R ήταν μία απίθανη γυμνή που στο μάτι ήταν αδύνατο να μην την περάσεις για εξακόσια κυβικά, ιδιαίτερα για όλους εκείνους που η μοναδική ενημέρωση που έχουν για τις μοτοσυκλέτες είναι κοιτώντας τι υπάρχει στα φανάρια… Γνωστός κινητήρας με χαρακτηριστική ευστροφία και γραμμικότητα, νέες σχέσεις κιβωτίου που ευνοούν την εκδήλωση της ροπής στον πίσω τροχό και φυσικά η νέα εμφάνιση, ολοκλήρωναν ένα από τα πιο χορταστικά σύνολα. Είχα δει –και είχατε δει κατ’ επέκταση- την νέα CB1000R, στην EICMA κάνοντας λόγο για την αδυναμία των δύο διαστάσεων να μεταφέρει την οπτική κυριαρχία αυτής της μοτοσυκλέτας στο χώρο. Τώρα, μέσα σε μία μικρή αίθουσα συνεδριάσεων, η κυριαρχία αυτή ήταν απόλυτη: Έφταιγε το μέταλλο.

 

Ελαφρύτερο, μικρότερο αλλά δείχνει μεγαλύτερο

Πρόκειται για το σπάνιο παράδειγμα, όπου νούμερα και φωτογραφίες λένε μία τελείως διαφορετική ιστορία. Το νέο CB1000R είναι δώδεκα κιλά ελαφρύτερο από τον προκάτοχό του, την στιγμή που προστέθηκαν αισθητήρες και λοιπά ηλεκτρονικά και το μέταλλο είναι περισσότερο εμφανές. Μέχρι που και σε επιλεγμένα –λίγα- πλαστικά, έχουν προστεθεί αλουμινένια καλύμματα! Μικρότερο βάρος παρά την πρόσθεση εξοπλισμού και μία σιλουέτα με ακόμα πιο μαζεμένες διαστάσεις, την στιγμή που το μάτι σου χορταίνει μοτοσυκλέτα! Γίνεται αυτό; Ναι όταν μιλάμε για την Honda και το CB1000R που σαν ακριβό αντικείμενο την θωρείς με δέος και το μυαλό σου την γιγαντώνει αγνοώντας τα μάτια!

Έχουν ακουστεί πολλά για την προέλευση του ονόματος, από το "CluBman Racer" μέχρι το "City Bike" ή το "CrossBeam", αλλά το γεγονός είναι πως πίσω στο 1959 δημιουργήθηκε μία πιο σπορ, δεύτερη (Β) έκδοση του C92 Super Sport, δηλαδή το CB92 Super Sport που η απήχησή του αμέσως έγινε αιτία να καθιερωθεί ολόκληρη η γενιά των CB! Εκεί πίσω στο 1959 η Honda έφτιαχνε καθημερινές μοτοσυκλέτες με πιο σπορ δυνατότητες, τοποθετώντας τις βάσεις μίας ολόκληρης οικογένειας, που παραμένουν έως σήμερα ακλόνητες. Το 2018 βλέπουμε αυτές τις βάσεις σε τρία μοντέλα των CB, στα 125, 300 και 1000 κυβικά, που είναι όλα τους ξεχωριστά και πολυτελή! Από το 125 που είναι το πιο καλοφτιαγμένο μοτοσυκλετάκι σε αυτά τα κυβικά μέχρι την νεορετρό 1000, χαίρεσαι να τα κοιτάς πριν βρεθείς στην σέλα τους. Στην περίπτωση του 1000 η χαρά αυτή εξελίσσεται σε τρέλα: Οι τρεις πρώτες σχέσεις του κιβωτίου είναι κοντύτερες, αλλά τόσο όσο απαιτούσε ο χαρακτήρας της μοτοσυκλέτας αυτής, συνεχίζοντας έτσι να προσφέρει την ομοιογένεια και την γραμμική επιτάχυνση που ξέραμε από το προηγούμενο μοντέλο, χωρίς ποτέ να γίνεται απότομο. Αλλάζεις σχέσεις στο κιβώτιο με μία "ηλεκτρική" απόκριση από τον πλούσιο τετρακύλινδρο, κι έπειτα έρχεται εκείνη ακριβώς η κρυμμένη αλλά σπουδαία αλλαγή, το ηλεκτρονικό γκάζι της Honda, η πιο πιστή αντιγραφή ντίζας που έχει γίνει ποτέ από αλγόριθμους, να ολοκληρώσει την ονείρωξη!

Βασική λεπτομέρεια: Έχω κάνει περίπου 50-60 χιλιόμετρα, είναι ακόμα νωρίς το πρωί και μας περιμένει το σύνολο της διαδρομής αλλά και η πίστα, όταν σταματώντας για τις ανάγκες της φωτογράφισης, βλέπω να περιμένει μαζί με τους φωτογράφους ένα γνώριμο πρόσωπο: Είναι ο project leader της Africa Twin του 2016 και σχεδιαστής του προηγούμενου CB, πρώην εργαζόμενος της μητρικής Honda καθώς πλέον εργάζεται στην Montesa. Ο πιο "Ευρωπαίος" σε τρόπο σκέψης και συμπεριφορά από κάθε Ιάπωνα που έχω γνωρίσει, προχώρησε σε αυτή την αλλαγή γιατί δεν αντέχει το Τόκυο και τον τρόπο ζωής που επιβάλλει η ιαπωνική πραγματικότητα: "Θάνο έχω δύο φίλους που έχουν αυτοκτονήσει και το γεγονός πως εργαζόμουν στην Honda με θωρακίζει απέναντι σε πολλά από τα στραβά της κουλτούρας μας, ωστόσο από ένα σημείο και μετά, ήθελα να φύγω από την χώρα, ήθελα να είμαι στην Μεσόγειο».

 

Ρετρό μονάχα στην εμφάνιση

Γιατί είναι σημαντικό που ο "ευρω-ιάπωνας" ήταν μαζί μας; Διότι είναι ο άνθρωπος που τα Χριστούγεννα του 2015, είχε αποκαλύψει στο MOTO (και κατ’ επέκταση σε όλους εσάς) πως μέσα σε δύο χρόνια η Africa Twin θα έχει ride by wire! Κι ο μόνος λόγος που δεν είχε από το 2016 που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ως CRF1000L, είναι γιατί η Honda δεν ήθελε να μετακυλήσει το κόστος εξέλιξης στον τελικό ιδιοκτήτη. Επιβεβαιωμένος για τα λεγόμενά του, απ’ όλα όσα είδαμε στην νέα Africa Twin, ο "πατέρας" του προηγούμενου CB1000R, ακολουθεί το κομβόι μας με μία μίξη νοσταλγίας και γλυκιάς πίκρας για την οικειοθελή του μετακόμιση στην θυγατρική εταιρεία. Με βάση όλη αυτή την προϊστορία λοιπόν, θα πρέπει τώρα να αντιλαμβάνεστε πλήρως τι συμβαίνει με την ηλεκτρονική διαχείριση του γκαζιού στο CB1000R, ακόμα κι αν δεν είχατε διαβάσει την παρουσίαση της νέας Africa Twin μερικά τεύχη πίσω: Πρόκειται για το πιο ολοκληρωμένο σύστημα που έχει φτάσει στην παραγωγή. Τόσο απλά και ξεκάθαρα! (εκτός από την sport χαρτογράφηση, γιατί στην sport χαρτογράφηση η Honda σου στέλνει απότομα την δύναμη για να πολλαπλασιάσει την επίδραση των ίππων)

Στις στροφές που ακολουθούν αφήνοντας πίσω μας τους φωτογράφους, έρχονται τα πρώτα ασφαλή συμπεράσματα για το CB1000R, ιδιαίτερα από την στιγμή που είναι διαδρομές που τις γνωρίζω απ’ έξω, κι εκτός των άλλων τις έχω περάσει με KTM 1290 Super Duke R, Kawasaki Z1000, Ducati Streetfighter κτλ. Ως συνήθως οι αρχικές ρυθμίσεις αναρτήσεων της Honda, είναι για να πηγαίνεις χαλαρή βόλτα, την στιγμή που το CB1000R είναι ικανό να σε βάλει σε μία πρίζα κάνοντας τις τρίχες σου να ξετρυπήσουν το κράνος. Η πίσω ανάρτηση είναι πιο αργή σε επαναφορά από αυτό που θα ήθελες, αλλά μόνο σε συνδυασμό με την λειτουργία του πιρουνιού. Ως μονάδες είναι και τα δύο καλά ρυθμισμένα, όπως και σαν σύνολο αν πηγαίνεις από χαλαρά έως σβέλτα. Για πιο γρήγορη οδήγηση το ιδανικό θα ήταν μικρή αύξηση της προφόρτισης πριν αρχίσεις να ψάχνεις και τις υπόλοιπες ρυθμίσεις, ωστόσο στις μοτοσυκλέτες παραγωγής αυτό είναι κάτι που δεν θα απασχολήσει τον ιδιοκτήτη, κυρίως αν περνά τον χρόνο του γυαλίζοντας, αντί οδηγώντας. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες μοτοσυκλέτες που θα μπορούσα να δικαιολογήσω κάτι τέτοιο, τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό! Κι αυτό γιατί είναι πανέμορφη και τελείως ξεχωριστή, απόλυτα μινιμαλιστική και με τραπεζοειδείς αναλογίες, σημεία που λειτουργούν απευθείας στο υποσυνείδητο αποπνέοντας κάτι το αρχοντικό. Με ελάχιστα πλαστικά στοιχεία που φαίνονται, και περιορίζονται στο φτερό του εμπρός τροχού, το κάλυμμα του φιλτροκουτιού, το δαχτυλίδι του προβολέα, την βάση της κλειδαριάς και το καπάκι του κιβωτίου, οτιδήποτε άλλο φτάνει στο μάτι σου είναι μεταλλικό! Μικρές λεπτομέρειες από πλαστικό σε ένα καθ’ όλα μεταλλικό σύνολο, το ακριβώς αντίθετο από ό,τι έχουμε συνηθίσει στην σύγχρονη εποχή! Επιπρόσθετα η Honda πολύ έξυπνα επεξεργάστηκε με αλουμινένιες λεπτομέρειες κάθε νεύρο στην όψη του κινητήρα, αλλά και στον άξονα του πίσω τροχού, ώστε να τονιστεί ακόμα περισσότερο το μέταλλο και στο μυαλό σου να σχηματίζεται με τον τρόπο αυτό, η εικόνα ενός γραμμωμένου και γυμνασμένου σώματος!

Το σημείο όμως που με έκανε να τους σφίξω το χέρι, ήταν στις ψεύτικες ψήκτρες πίσω από τον LED προβολέα! Σε μία άλλη εποχή θα ήταν αναγκαίες, τώρα δεν έχουν καμία απολύτως χρησιμότητα πέρα από το να ενισχύουν την ρετρό εμφάνιση και μάλιστα σε ένα σημείο που δεν φαίνονται ιδιαίτερα, πρόκειται απλώς για μία λεπτομέρεια που στην σημερινή εποχή λίγοι θα προσέξουν, όπως και το χαραγμένο λογότυπο στο πλαϊνό αλουμινένιο κάλυμμα! Αυτές είναι όμορφες λεπτομέρειες, ενώ υπάρχουν κι άλλες που ίσως να μην ασχοληθείς τόσο, όπως η LED ένδειξη δεξιά από τα πανέμορφα όργανα που μπορείς να την κάνεις να λειτουργεί είτε ως shiftlight, είτε να αλλάζει χρώμα ανάλογα με την σχέση στο κιβώτιο, την επιλεγμένη χαρτογράφηση κινητήρα, ή την οικονομική οδήγηση. Ποντάρω την αγορά ενός νέου CB1000R, πως η πλειοψηφία των ιδιοκτητών θα παίξει με αυτό το φωτάκι για καμιά δεκαριά μέρες και μετά θα το αφήσει σε μία και μόνο λειτουργία χωρίς να ασχοληθεί ξανά μαζί του. Πρόκειται για χαμένο χρόνο από μεριά της Honda αλλά είναι μία όμορφη πινελιά που κάνει λίγο πιο πολύπλοκα τα απλά, αλλά όμορφα όργανα. Οθόνη, όπως επιβάλλει η εποχή, πλαισιωμένη από μέταλλο όμως και με σωστά χρώματα και ενδείξεις.

Γερές βάσεις…

Ο κινητήρας εξακολουθεί να έχει την βάση του δύο γενιές πίσω, καθώς βασίζεται στο Fireblade του 2006, μία σωστή επιλογή γιατί από εκεί και μετά δόθηκε έμφαση στην αύξηση της ιπποδύναμης και της ευστροφίας ψηλά κόβοντας από χαμηλά, το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που θέλεις για μία τέτοια μοτοσυκλέτα! Βέβαια τίποτα δεν έμεινε ίδιο: Νέα σφυρήλατα πιστόνια, μεγαλύτερο βύθισμα βαλβίδων και μάλιστα μεγαλύτερη αύξηση για την εισαγωγή και λιγότερο για την εξαγωγή, μεγαλύτερα σώματα ψεκασμού (44mm από 36mm) και αύξηση της συμπίεσης.

Πρόκειται για αλλαγές που είναι ικανές να αλλάξουν πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του κινητήρα αλλά δεν σταματούν εκεί, με το φιλτροκούτι και όλη την διαδρομή της τροφοδοσίας να είναι επανασχεδιασμένη, με στόχο την καλύτερη αναπνοή του κινητήρα, αλλά και τον πιο πλούσιο ήχο. Η εισαγωγή καλύπτεται από γρίλιες που έχουν διπλό σκοπό, να ενισχύσουν την εμφάνιση αλλά και τον ήχο, μία πτυχή του χαρακτήρα που επιπρόσθετα ενισχύεται με ένα τρίτο στοιχείο διαχέοντας τον αέρα μέσα από σχισμές εσωτερικά του φιλτροκουτιού, πολλαπλασιάζοντας το ηχητικό αποτέλεσμα. Ο κόφτης έχει ανέβει στις 11.500 στροφές από τις 10.300 και υπάρχει μία έντονη πλέον ενίσχυση της απόδοσης του κινητήρα μεταξύ 7.000 και 8.000 στροφών. Η Honda λέει πως το σκαλοπάτι αυτό ξεκινά από τις 6.000 στροφές, αλλά στον δεξί καρπό το αντιλαμβάνεσαι από τις 7.000 και πάνω. Η πρώτη δυναμομέτρηση θα δείξει καλύτερα τα σημεία, ωστόσο προς το παρόν κρατάμε πως πράγματι τόσο η ροπή, όσο και η ιπποδύναμη έρχονται με αμεσότερο τρόπο σε εσένα. Βάλε και την αλλαγή στις πρώτες σχέσεις και το CB1000R ξεκινά γρήγορα αλλά όχι απότομα, δίνοντάς σου μία γενναία δόση γλυκού γκαζιού!

---UPDATE---

Έχοντας πλέον ολοκληρώσει την δοκιμή για τις ανάγκες του τεύχους Σεπτεμβρίου 2018 στο MOTO, επανερχόμαστε σε όσα είχαμε γράψει μήνες πριν, βλέποντας και την δυναμομέτρηση. Η Honda επέλεξε τον κινητήρα του Fireblade 2006 πολύ ορθά, καθώς από το 2008 και μετά, αλλά και στην τελική μορφή σήμερα, οι αλλαγές στην κεφαλή έχουν επιφέρει μία πολυπλοκότητα, που όπως εξηγούμε στο νέο τεύχος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει στο CB1000R με την λιγότερη ιπποδύναμη. Στο δυναμόμετρο η συνολική απόδοση παραμένει, ωστόσο υπάρχουν διαφορές χαμηλά, όπως θα δείτε στο τεύχος, όπου εξηγούμε και τους λόγους...

------

Το ηλεκτρονικό γκάζι φροντίζει να ομαλοποιήσει οποιαδήποτε έξαρση στην απόκριση ελέγχοντας ακριβώς την απόδοση, ώστε στο τέλος να έχεις μία απόλυτα γραμμική, τετρακύλινδρη συμπεριφορά από τον κινητήρα. Τέσσερις ομάδες ρυθμίσεων φροντίζουν από εκεί και πέρα να διαλέξεις εσύ την διαχείριση του κινητήρα, τρεις προκαθορισμένες και μία πλήρως παραμετροποιήσιμη. Ομαδοποιούνται έτσι η απόδοση του κινητήρα (τρεις χαρτογραφήσεις) το φρένο του και το traction control που μάλιστα μπορείς και να το απενεργοποιήσεις ενώ βρίσκεσαι σε κίνηση.

Η Honda έφτιαξε έτσι μία μοτοσυκλέτα που χαίρεσαι να την παρατηρείς στατική, να την επεξεργάζεσαι σταματημένη, αλλά ήδη από τα πρώτα μέτρα στην σέλα αφήνεις τις παρατηρήσεις και δεν θέλεις να κατέβεις αν δεν ανάψει το λαμπάκι στο 16,2 λίτρων ρεζερβουάρ! Ταΐζεις στροφές στο CB και παίρνεις πίσω ένα ηλεκτρικό γουργούρισμα με σταθερή επιτάχυνση ανεξάρτητα από την σχέση που έχεις στο κιβώτιο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να κρεμάσει αυτός ο κινητήρας, την στιγμή που σου δίνει γραμμική επιτάχυνση χωρίς ξεσπάσματα. Το quickshifter είναι εκεί για να κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ρόδινα, αλλά δεν δουλεύει τόσο υποδειγματικά όπως στην Africa, που είναι απλά το καλύτερο που υπάρχει σε μοτοσυκλέτα παραγωγής! Η πιθανότερη αιτία είναι το μεγαλύτερο εύρος στροφών και η περισσότερη ροπή, αλλά σε κάθε περίπτωση ακόμα και η δεύτερη θέση ως συμπεριφορά βρίσκεται και πάλι αρκετά μπροστά από τον ανταγωνισμό! Το Big Piston ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι, έχει σε ένα καλάμι τις ρυθμίσεις απόσβεσης επαναφοράς και συμπίεσης και προσφέρει εξαιρετική ακαμψία γεμίζοντας τον αναβάτη με εμπιστοσύνη. Το CB1000R είναι απίστευτα σταθερή μοτοσυκλέτα, είτε επιταχύνει στην ευθεία, είτε την διατάζεις να στρίψει απότομα ενώ κρατάς ακόμα τα φρένα. Το δικάναλο ABS δεν έχει να επιδείξει κάποια καινούρια καινοτομία, ούτε είναι η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, αλλά τα φρένα έχουν εξαιρετική απόδοση με προοδευτική λειτουργία και απίστευτη αίσθηση. Με εξαίρεση τις μικρές αυτές αλλαγές στις ρυθμίσεις των αναρτήσεων που λέγαμε στην αρχή, το CB1000R δεν θέλει τίποτα περισσότερο για να διασκεδάσεις μαζί του και ακόμα περισσότερο: Το πλαίσιο μονής ραχοκοκαλιάς και ο "μασίφ" κινητήρας, δημιουργούν ένα σύνολο με ενιαία συμπεριφορά που αισθάνεσαι πως μπορείς να το κάνεις ό,τι θέλεις μέσα στην στροφή!

Από τις ανηφορικές φουρκέτες που παλιότερα δοκιμάζαμε το 1290 Super Duke R και συχνά χρειαζόταν να έχεις ένα δάχτυλο στην μανέτα του συμπλέκτη για να εξισορροπήσεις την συμπεριφορά της απόκρισης, τώρα με το CB1000R ούτε που σκέφτεσαι ποια σχέση έχεις στο κιβώτιο. Απλά ανοίγεις το γκάζι κι εκείνο σε ανταμείβει με άμεση, γραμμική επιτάχυνση! Η εκπληκτική συμπεριφορά του στις στροφές, φάνηκε και αργότερα, όταν μπήκαμε στο Ascari, την μοναδική αυτή τεράστια πίστα που έχει μία σειρά από τις πιο διάσημες στροφές του κόσμου. Εκεί το CB1000R αποδεικνύεται βράχος ακλόνητος στην παρατεταμένη αριστερή με την θετική κλίση που περνάς με γεμάτη έκτη, πριν πέσεις στα φρένα για μία κανονική αντιγραφή της corkscrew. Είναι εντυπωσιακό που στο οριακό φρενάρισμα εξακολουθείς να διατηρείς τον έλεγχο και ξεχνάς πως είσαι σε μία μοτοσυκλέτα με ρετρό εμφάνιση, όταν βυθίζεις τα μαρσπιέ στην άσφαλτο τραβώντας την μπότα όσο το δυνατό πιο πίσω για να σταματήσεις να την καταστρέφεις! Οι σπορ δυνατότητες του νέου CB1000R είναι μεγαλύτερες από τον προκάτοχο, που επίσης ήταν ένα από τα πιο ικανά streetfighter της εποχής του, με θεαματικά επίπεδα βελτίωσης μόλις τοποθετούσες καλύτερες αναρτήσεις. Τώρα αυτές υπάρχουν ήδη στην νεορετρό έκδοση, μαζί με καλύτερα φρένα και γραμμικότερο γκάζι. Με τον τρόπο αυτό δεν γίνεται καλύτερο πάντρεμα ανάμεσα στο κλασσικό και το σύγχρονο! Το CB1000R τονίζει έτσι τις ρίζες της Honda και το κάνει με τρόπο που είναι ικανός να δημιουργήσει πάταγο!

 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ            
Αντιπρόσωπος:
Αφοι Σαρακάκη ΑΕΒΜΕ
Τιμή:
€14.500
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ
Μήκος (mm):
2120
Ύψος (mm):
1090
Μεταξόνιο (mm):
1455
Απόσταση από το έδαφος (mm):
 
Ύψος σέλας (mm):
830
Ίχνος (mm):
100
Γωνία κάστερ (˚):
25
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο μονής ραχοκοκαλιάς
Πλάτος (mm):
789
Βάρος κατασκευαστή, κενή / χωρίς καύσιμο (kg):
-/212
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετρακύλινδρος τετράχρονος υγρόψυκτος εν σειρά με 2 ΕΕΚ και 4 Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
75 x 56.5
Χωρητικότητα (cc):
998
Σχέση συμπίεσης:
11,6:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
143.5/10.500
Ροπή (kg.m/rpm):
10,6/8.250
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
143,7
Τροφοδοσία:
PGM-FI
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 1 σε 2
Σύστημα λίπανσης:
Ξηρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος και υποβοηθούμενος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα – γρανάζια
 
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή (mm):
131
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση και επαναφορά σε τρεις θέσεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
190/55-17
Πίεση:
-
ΦΡΕΝΟ
Μονός δίσκος 256mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και δικάναλο ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
οθόνη TFT, LED ένδειξη με 4 επιλογές ενημέρωσης, riding modes Rain/Standard/Sport/User, ABS, traction control, quickshifter up/down, led φώτα εμπρός και πίσω, πλούσιος πρόσθετος εξοπλισμός
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa SFFBP
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
43/120
Ρυθμίσεις:
Πλήρεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
120/70-17
Πίεση:
-
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 310mm με πλευστές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και δικάναλο ABS
 
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
16,2/3
 
 
 
 
 
 

Ετικέτες

#MENOUMESPITIMEMOTO - Νυχτερινή Περίπολος - Αρχείο Περιοδικού ΜΟΤΟ

Ιστορίες της νύχτας με VMAX
7/4/2020

Νυχτερινή περίπολος

Του είχε κολλήσει αυτή η ιδέα από τότε που διάβασε για τους τύπους που αφήνουν τα βιβλία τους στα πάρκα για να τα πάρουν άλλοι, άγνωστοι καινούργιοι αναγνώστες. Παρκάρισε το FZX στην γωνία και άφησε το κλειδί επάνω. Το λουκέτο το πέταξε στον κάδο μπροστά και απομακρύνθηκε χωρίς ενδοιασμό, χωρίς να το ξανά σκεφτεί. Θα το άφηνε εκεί να το πάρουν. Η επισκευή του κόστιζε δύο φορές την αξία του και οποιαδήποτε προσπάθεια να το πουλήσει θα τραβούσε πολύ σε χρόνο, μια πολυτέλεια που δεν είχε. Καλύτερα να χρησίμευε σε κάποιον, άλλωστε η χαρά ήταν πολύ μεγάλη για να σκεφτεί το οτιδήποτε, εκείνη τη μέρα είχε αντικαταστήσει το υποκατάστατο με το πραγματικό φάρμακο, είχε παραλάβει το VMAX.

Μένουμε σπίτι και το ΜΟΤΟ βάζει ένα λιθαράκι για να γίνει ακόμη πιο ευχάριστη αυτή διαμονή! Μια ελάχιστη προσφορά στους αναγνώστες μας με παλαιότερα άρθρα του περιοδικού που αποτελούν σημείο αναφοράς, τα οποία θα σας ταξιδέψουν, θα σας γεμίσουν με αδρεναλίνη, θα σας κάνουν να γελάσετε, θα σας κάνουν να προβληματιστείτε και -το κυριότερο- θα σας κρατήσουν συντροφιά αυτές τις δύσκολες ώρες που περνάμε όλοι. Μια πρώτης τάξεως αφορμή για να μείνουμε σπίτι, με ή χωρίς καραντίνα...!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης.

Το FZX, "το ανοικτό", το είχε αγοράσει μεταχειρισμένο έχοντας στο μυαλό του το απόλυτο muscle bike, με λεφτά που μάζευε πολύ καιρό, όταν η δουλειά του είχε κανονικό ωράριο και δεν ήταν κοινωνικά κατακριτέα και παράνομη. Δεν την έβλεπε όμως έτσι. Την συγκεκριμένη παρανομία την αντιμετώπιζε ως μικρή επανάσταση απέναντι σε ένα κράτος που νομοθετεί χωρίς σχέδιο, με βάση μόνο το συμφέρον συγκεκριμένων ανθρώπων. Ήταν επίσης η πρώτη του εβδομάδα ως εργένης, η χαρά ήταν διπλή. 

Δύο πράγματα πίστευε ακράδαντα ότι απαγορεύονται αυστηρώς στους εργένηδες, να φοράνε πιτζάμες και να πίνουν μόνοι. Τις πιτζάμες τις έβλεπε σαν το πρώτο βήμα της κατρακύλας όταν δεν είσαι παντρεμένος. Της κατρακύλας που οδηγεί στην μοναξιά. Φόρεσέ τες μία φορά και θα μείνεις για πάντα μόνος, αυτό έλεγε όποτε τύχαινε να επισκεφτεί φίλο του βραδιάτικα απρόσκλητος και να τον βρει με πιτζάμες. Αυτό το τελευταίο, να χτυπά τα κουδούνια μέσα στην νύχτα, συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό, από τότε που γνώρισε τον Χρήστο, τον "Όμορφο" όπως τον φώναζαν. Και συνέβαινε εξαιτίας του δεύτερου πράγματος που τον εκνεύριζε στους εργένηδες, να πίνει μόνος του ένα ποτηράκι προσπαθώντας να επιβραδύνει το μυαλό του και να το καταστήσει ανήμπορο να πηδά από το ένα θέμα στο άλλο, κάνοντας συνήθως απαισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον.

Φοβόταν ότι αν αυτό γίνει συνήθεια θα τον άφηνε μόνο του για μια ζωή, χωρίς να μπορεί να μοιραστεί με κάποιον τις χειρότερες σκέψεις του. Γιατί κέρδιζε δύναμη όταν εκμυστηρευόταν τους προβληματισμούς του, όταν μοιραζόταν τα πράγματα που τον έκαναν να ντρέπεται. Στην αρχή ένιωθε ευάλωτος, αλλά αυτές οι εξομολογήσεις τον γέμιζαν τελικά με ενέργεια και μια απίστευτη δύναμη να αντιμετωπίσει καινούργια προβλήματα, τα παλιά του φαινόντουσαν μετά από αυτό πιο μικρά. Μοναξιά για εκείνον δεν ήταν να μην έχει μια σταθερή γκόμενα, άλλωστε τις μόνιμες σχέσεις τις έβλεπε ως ένα βάρος. Ένα κυριολεκτικό βάρος που τον έκανε να καμπουριάζει, να χάνει σιγά - σιγά το χαμόγελό του και να γίνεται στρυφνός, μέχρι που οι γυναίκες καταλάβαιναν τι συμβαίνει και τον παρατούσαν. Ποτέ δεν είχε ξεκινήσει εκείνος τον χωρισμό, παρόλο που τον είχε αποφασίσει πρώτος, πάντα τον παρατούσαν με δάκρυα στα μάτια εξαιτίας της αλλαγής στη συμπεριφορά του. Περνούσε μία μέρα με ανάμειχτα συναισθήματα απογοήτευσης, λύπης και λύτρωσης, και την επόμενη κιόλας είχε βρει ξανά τον εαυτό του. Όμως αυτό που δεν άντεχε είναι να μην έχει φίλους να κουβεντιάσει, ή απλούστερα ακόμα, να αράξει ο καθένας σε άλλο καναπέ και να κοιτούν αμίλητοι το ταβάνι. Τα τηλέφωνα τα είχε μόνο για αναζήτηση, για να ρωτά τους φίλους που βρίσκονται, και τα βράδια, όταν τελείωνε, να επισκεφτεί τον πρώτο που μπορούσε.

Για αυτό δεν καθόταν συχνά στο σπίτι, αυτό άλλωστε το είχε συνυφασμένο με την κούραση. Όταν δεν γυρνούσε στους δρόμους από φιλικό σπίτι σε μπαράκια και από εκεί στο σπίτι κάποιας γκόμενας, έπρεπε να γυρίσει στο δικό του. Και τότε τον περίμεναν ένα σωρό δουλειές, από πλύσιμο ρούχων μέχρι ξεσκόνισμα και σφουγγάρισμα, γιατί παράλληλα δεν του άρεσε να ζει σαν άστεγος σε άσυλο.

Ο προγραμματισμός ανήκε σε άλλον

Την απόφαση για τα σχέδια εκείνης της βραδιάς την είχε πάρει πριν από μέρες. Είχε βάλει στο πρόγραμμα να γυρίσει από νωρίς και να αφοσιωθεί στη φροντίδα του σπιτιού. Όταν τελείωσε, βγαίνοντας με την πετσέτα από το μπάνιο, αποφάσισε για πρώτη φορά να παραβεί τον έναν από τους δύο κανόνες που είχε θεσπίσει για τους εργένηδες, έβαλε στον εαυτό του δυο δάχτυλα Brugal, ένα εξαιρετικό ρούμι παλαίωσης από την Δομινικανή Δημοκρατία, και απλώθηκε στον καναπέ. Του το είχε δώσει ο Χρήστος μετά από το τελευταίο πέσιμο της αστυνομίας για τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση, και ήταν από την γωνία στο υπόγειο του μαγαζιού που κρατούσε τα καθαρά ποτά. Δικαιολογήθηκε στον εαυτό του ότι μετά από φασίνα αντίστοιχη που κάνει ένας φοιτητής όταν ετοιμάζεται να υποδεχτεί καινούργια γκόμενα στο άντρο του, ότι είχε κερδίσει το δικαίωμα να παραστρατήσει για μία φορά. Ήταν τότε που χτύπησε το τηλέφωνο, ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν για την πρώτη γουλιά. Δεν αμφέβαλλε ούτε λεπτό πως θα ήταν εκείνος, οι φίλοι του δεν τον έπαιρναν ποτέ τηλέφωνο τόσο αργά. Δεν τον είχαν πάρει ούτε όταν περίμεναν τους γιατρούς να ανοίξουν την πόρτα των επίγοντων, να τους πουν για τον Μάκη, τον νεότερο της παρέας, που είχε φύγει σε μια στροφή με το RR το ίδιο εκείνο βράδυ που το είχε αγοράσει. Ήξεραν πως αν δεν ήταν με κάποιον από την παρέα, τότε θα ήταν είτε σε κάποια δουλειά, είτε με γκόμενα, δύο περιπτώσεις που το τηλέφωνο δεν το σήκωνε ποτέ.

Δεν κοίταξε καν την οθόνη του κινητού, "έλα Χρήστο" είπε κατευθείαν με φωνή που δεν φανέρωνε τη βαριεστιμάρα που ένιωθε. Σπάνια τον έλεγε "Όμορφο" όπως τον αποκαλούσαν στην πιάτσα, ακόμα και μπροστά του, όσοι είχαν περισσότερο θάρρος. Το κρατούσε για εκείνες τις περιπτώσεις που ήθελε να ζητήσει κάτι, μια χάρη, άλλωστε το έβρισκε πολύ γελοίο σαν παρατσούκλι, γιατί ο Χρήστος ήταν κοντός, με ροζιασμένη μύτη, χοντρές και βαθιές ρυτίδες και δέρμα σκούρο. Ήταν από κάθε άποψη κακάσχημος, και κάπνιζε σαν φουγάρο με τα μωβ, άψυχα χείλια του να έχουν μια μόνιμη κιτρινίλα στο σημείο που κρατούσε το τσιγάρο, ένα χρώμα που είχε καταλάβει και την οδοντοστοιχία του.

Πιο εύκολα θα άνοιγε τα πόδια της μια γυναίκα σ’ έναν πιγκουίνο στη μέση της Ανταρκτικής, παρά στον Χρήστο πάνω σε μια ξαπλώστρα στην εξωτικές Μαλβίδες κάτω από τους κοκοφοίνικες. Όμως ο Χρήστος ήταν πάντα περιστοιχισμένος από όμορφες γυναίκες, δυο κεφάλια ψηλότερες από αυτόν και με πόδια που τελείωναν στον αφαλό του. Είχε μείνει με το ακουστικό στο χέρι περιμένοντας μια απάντηση, ή ένα βογγητό, καθώς ο Χρήστος τον έπαιρνε συχνά τηλέφωνο βάζοντάς τον να ακούει τις φωνές των διάφορων παρτενέρ του, και την επόμενη μέρα του έδινε λεπτομερή περιγραφή, ενίοτε διανθισμένη από φωτογραφίες και βίντεο. Ήθελε να περηφανεύεται ότι με τα λεφτά του ο "Όμορφος" περνά καλύτερα από τον οποιοδήποτε γυμνασμένο φλούφλη που μερικές πιτσιρίκες τον βλέπουν σαν Θεό. "Εγώ μπορώ να κάνω τη μάνα οποιουδήποτε χλεχλέ να με δει σαν Θεό" άρεσε στον Χρήστο να δηλώνει επιδεικνύοντας ταυτόχρονα το πορτοφόλι του, "και με την κρίση τώρα μπορώ και τον μπαμπά του" συνέχιζε σχεδόν πάντα, ξεσπώντας σε γέλια που γρήγορα γινόντουσαν ένας ξερός, δυνατός βήχας. Περίμενε ακόμα λίγα δευτερόλεπτα στο τηλέφωνο, συνεχίζοντας να είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τον Χρήστο και κάποια γκόμενα που έχει δίπλα του, αφού αργούσε να μιλήσει. Τον είχε κουράσει όλο αυτό και είχε ολότελα καταστρέψει την εικόνα του για τις γυναίκες συνολικά. Ήταν όλες πουτάνες, και το επαναλάμβανε συχνά τονίζοντας το "όλες, εκτός από την Αλεξία". Ένα όνομα που οι φίλοι του δεν ήθελαν να ακούν άλλο, ενώ όσοι βρίσκονταν έξω από τον στενό του κύκλο και ζητούσαν διευκρινίσεις δεν έπαιρναν καμία εξήγηση. Ούτε ο Χρήστος ήξερε και ας τον είχε ρωτήσει εκατό φορές.

"Έλα ρε μαλάκα", του είπε στο τέλος, "ποια έχεις εκεί; Δώσ’ τη να τη δουλέψω λίγο". Το μόνο που πήρε ως απάντηση ήταν ένας αναστεναγμός και κάτι σαν αναφιλητό, τότε κοίταξε για πρώτη φορά την οθόνη του τηλεφώνου, και είδε έναν αριθμό που δεν τον ήξερε, τσέκαρε και την ένδειξη του σήματος για να σιγουρευτεί, σε κλάσματα δευτερολέπτου ξανά ρώτησε:

"Ποιος είναι γαμώ την τρέλα μου, μίλα!". Ο αναστεναγμός ξανά ακούστηκε, αυτή τη φορά δυνατός και πεντακάθαρος, είχε βγει από χείλια κολλημένα στο τηλέφωνο. Ένας ψίθυρος, δεν κατάλαβε τι έλεγε, και το τηλέφωνο έκλεισε.

Ανασηκώθηκε και κοίταξε πάλι την οθόνη, το νούμερο ήταν εκεί, μπροστά του, αλλά δεν του θύμιζε τίποτα, η καρδιά του όμως άρχισε να χτυπά δυνατά, κάτι του έλεγε ότι δεν ήταν πλάκα, γιατί να είναι χωρίς απόκρυψη; Πάτησε στην οθόνη για να καλέσει τον αριθμό αλλά εκείνη τη στιγμή ήρθε ένα σύντομο μήνυμα:

"Θέλω να σου μιλήσω", τέσσερις λέξεις που επέδρασαν στο σφυγμό του πιο άμεσα και από τον V4 μετά τις 6.500 στροφές. Αυτή ήταν. Κλότσησε με δύναμη το τραπεζάκι και έχυσε το ακριβό ρούμι στο πάτωμα. Το θράσος ορισμένων ανθρώπων είναι τόσο υπερβολικό που μπορεί να περάσει το στάδιο που γίνεται αφάνταστα εκνευριστικό και να υπνωτίσει τον άλλο. Άρχισε να ντύνεται με απότομες κινήσεις χωρίς να έχει αποφασίσει πλήρως ότι θα βγει από το σπίτι, είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την τελευταία φορά που μίλησαν και τώρα, έτσι ξαφνικά και απρόσκλητα, εισέβαλλε ξανά στη ζωή του.

"Με ποιο δικαίωμα το κάνουν αυτό οι άνθρωποι;" Αναφωνούσε όσο έβαζε τις μπότες του, "Χα! Και εγώ το ίδιο δεν κάνω; Έτσι δεν συμπεριφέρομαι στους φίλους μου;" Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και όλο αυτό του φάνηκε πολύ γελοίο, αποφάσισε εκείνη τη στιγμή να θεσπίσει και τρίτο κανόνα για τους εργένηδες, απαγορεύεται να μιλούν στον εαυτό τους δυνατά.

 

Κυνήγι των σημείων

Κατέβηκε τα σκαλιά από τον τρίτο όροφο δύο-δύο, η οικοδομή δεν είχε ασανσέρ, αλλά δεν θα την άλλαζε για τίποτα, όσο παλιά και αν ήταν. Μέσα στην είσοδο υπήρχε μία πόρτα που έβγαζε στον ακάλυπτο και το κλειδί, έπειτα από συμφωνία με τον ιδιοκτήτη, το είχε μόνο αυτός. Με μια τέντα από επάνω και μερικά ράφια στον τοίχο δίπλα στην πόρτα, είχε μεταμορφώσει εκείνο το μέρος σε ένα κρυμμένο γκαράζ για το VMAX. Έμεινε για λίγο εκεί να κοιτά τις αλουμινένιες εισαγωγές, μια συνήθεια που ξεκίνησε από την πρώτη μέρα που την απέκτησε, ποτέ δεν την έβαζε απευθείας μπροστά όσο και να βιαζόταν. Αφιέρωσε μερικά δευτερόλεπτα για να ανατρέξει το βλέμμα πάνω στις καμπύλες της, και ετοιμάστηκε να την πάρει τηλέφωνο, δεν ήξερε πια την διεύθυνσή της. Για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ, δεν πρόλαβε να το κάνει γιατί καθώς το κρατούσε στο χέρι του εκείνο άναψε, αυτή τη φορά ήταν πράγματι ο Χρήστος.

"Ο μαλάκας ο Ποζιτίδης δεν έκοψε τους μπάτσους, ο δικός του είπε ότι η εντολή για το πέσιμο έρχεται από τα κεντρικά και δεν μπορεί να κάνει κάτι. Σε πόση ώρα θα είσαι στο μαγαζί;" Μπήκε κατευθείαν στο θέμα.

Ο Χρήστος είχε τρία μεγάλα "μανάβικα", μαγαζιά που λειτουργούσαν σαν internet café αλλά στην ουσία είχαν φρουτάκια. Εκείνος είχε αναλάβει το ταμείο και στα τρία μέχρι που ο Χρήστος του έκανε πρόταση να ανοίξουν συνεταιρικά ένα τέταρτο στην περιοχή του. Το πέσιμο θα γινόταν στο καινούργιο μαγαζί, μια αναπόφευκτη κίνηση των μπάτσων για τα εγκαίνια πριν από λίγες μέρες. Τουλάχιστον τα λεφτά που τους έδιναν δεν πήγαν τελείως χαμένα, τους είχαν προειδοποιήσει.

"Σε τρία λεπτά, κλείσε". Του την έσπαγαν οι μπάτσοι και το σύστημα, δεν είχαν δικαίωμα να τον κυνηγάνε, δεν αναγνώριζε τον εαυτό του ως παράνομο. Είχαν φτιάξει νόμους που επέτρεπαν στα Καζίνο να έχουν το μονοπώλιο του τζόγου, θεωρούσε λοιπόν πως απλώς ήταν αντικαθεστωτικός και ασκούσε το νόμιμο δικαίωμά του να επιχειρεί σε κάθε κλάδο της οικονομίας. Έβλεπε τον τζόγο σαν έναν από αυτούς και μάλιστα υγιέστερο από το Χρηματιστήριο, "γιατί εκεί παίζεις με τα λεφτά και τις ζωές των άλλων" έλεγε συχνά. Ούτε ένιωθε τύψεις που οι μισοί πελάτες του ήταν συνταξιούχοι που έπαιζαν την πενιχρή τους σύνταξη, ήξερε ακριβώς τι παίρνει ο καθένας και το ελάχιστο με το οποίο μπορούσε να ζήσει, μόλις έβλεπε ότι χάνουν περισσότερα από αυτά που μπορούν να αντέξουν, έστελνε από τον κεντρικό υπολογιστή που είχε στο μπαρ μερικές τρίλιζες και τους επέστρεφε κάποια χρήματα. Όλοι οι παίκτες ήταν γνωστοί ή είχαν συστηθεί από γνωστούς, και φυσικά κανένας υπολογιστής του μαγαζιού δεν έπαιζε στην τύχη, ήταν ελεγχόμενοι από τον ίδιο. Στο μυαλό του τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν μεμπτό, ήταν απλά ο τρόπος που λειτουργούσε αυτή η δουλειά, έτσι την έμαθε, έτσι την έκανε. Και τώρα με την κρίση είχε περισσότερη από ποτέ, ο κόσμος στρεφόταν στον τζόγο ψάχνοντας εκεί μια λύση στο οικονομικό του πρόβλημα, στην ουσία απλά το διόγκωνε.

"Στείλε μου την διεύθυνση, τελειώνω μια δουλειά και έρχομαι", έγραψε σε ένα σύντομο μήνυμα που το έστειλε στο νέο αριθμό. Τσούλησε την VMAX έξω από την είσοδο και την έβαλε μπροστά κάνοντας τους τοίχους των πολυκατοικιών να αντανακλάσουν τον μπάσο μεταλλικό ήχο και να τον στείλουν πίσω στα αυτιά του ακόμα πιο ενισχυμένο. Άνοιξε ελαφρά το γκάζι αλλά το πίσω ελαστικό δεν κρατήθηκε και άφησε μια σύντομη δυνατή τσιρίδα, δεν ήθελε με τίποτα να πάει στο μαγαζί, ο νους του ήταν στο τηλέφωνο, δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Περίμενε μόνο την απάντηση.

Έμενε ένα δρόμο πάνω από τον περιφερειακό του Πολυγώνου και το μαγαζί ήταν τρεις δρόμους πιο κάτω, ωστόσο έπρεπε να κάνει έναν μεγάλο κύκλο, ούτε με τα πόδια υπήρχε συντομότερος τρόπος, πολεοδομικές αναρχίες. Έβαλε νωρίς τη δευτέρα, έδωσε μια κοφτή γκαζιά και αμέσως άφησε το γκριπ, μετά έδωσε άλλη μία, πιο γερή αυτή τη φορά με όλο το θυμό που ένιωθε, και ο πίσω τροχός ξεκόλλησε απότομα γλιστρώντας στο πλάι μέσα σ’ ένα ανεπαίσθητο λευκό συννεφάκι. Αυτή η μοτοσυκλέτα είχε μια πολύ περίεργη επίδραση, του ανέβαζε την αδρεναλίνη στα ύψη και ταυτόχρονα ξέδινε καλμάροντας τα νεύρα του, ήταν φωτιά και νερό μαζί.

Έφτασε στο μαγαζί και ζήτησε από τον "αυτοφωράκια" όλες τις εισπράξεις μαζί με το πορτοφόλι του. Όταν θα έρχονταν οι μπάτσοι θα κατίσχυαν λεφτά και το ένα τρίτο των υπολογιστών. Για τους υπολογιστές δεν τον ένοιαζε, ήταν μηδαμινής αξίας, αλλά τα λεφτά ήταν άλλη υπόθεση. Έβαλε εκατόν πενήντα ευρώ στο πορτοφόλι του αυτοφωράκια. "Αύριο το μεσημέρι που θα σε βγάλουν πάρε με τηλέφωνο, θα έρθω να στο δώσω" είπε στο γέρο που με απάθεια καθόταν σε μια πλαστική καρέκλα έξω από την είσοδο. Ήταν ένας αχυράνθρωπος που στην άδεια φαινόταν ως ιδιοκτήτης. Έπαιρνε ένα καλό μισθό για να βρίσκεται εκεί και να πηγαίνει στο αυτόφωρο, ενώ κάθε μέρα που έμενε μέσα είχε και μπόνους, γι’ αυτό χαιρόταν πολύ όταν οι μπάτσοι επισκέπτονταν τα μαγαζιά τις Παρασκευές. Παλιότερα έβρισκε στο τμήμα και κανά φίλο, έπινε τα πρωινά καφέ με το διοικητή, τώρα έβλεπε μόνο αλλοδαπούς με τους οποίους δεν μπορούσε να συνεννοηθεί και ο διοικητής ήταν γυναίκα. Χάλια εποχές.

 

Αγρίμι στους δρόμους

Περιφερόταν μέσα στο μαγαζί με το κινητό στο χέρι. Ακόμα δεν είχε κάποιο μήνυμα. Οι μπάτσοι διάλεξαν να του την πέσουν την χειρότερη μέρα, μάλλον όχι, εκείνη διάλεξε την χειρότερη, από την άλλη βέβαια όποια μέρα και να έπαιρνε τηλέφωνο αυτομάτως θα γινόταν η χειρότερη. Η οθόνη άναψε και απάντησε αμέσως πριν δει ποιος ήταν, πριν καν ακουστεί ο ήχος.

"Καλύτερα φύγε από το μαγαζί, διώξε και την Μόνικα, άσε μόνο την Κλειώ. Έρχεται κλιμάκιο, αν έχεις κανένα μεγάλο παίκτη διώξ’ τον και αυτόν όμορφα". Ήταν πάλι η βραχνή φωνή του Χρήστου. "Να σου πω…" τικ-τικ, στο κινητό είχε φτάσει ένα μήνυμα την ώρα που μιλούσαν, με το ζόρι συνέχιζε να ακούει τον Χρήστο χωρίς να του το κλείσει, "πήγαινε από Πετρούπολη μια βόλτα, οι ρωσοπόντιοι λένε ότι δεν συνεννοήθηκες για την προστασία, ζητάνε από εμένα άλλη τιμή. Δεν είπαμε ότι το μαγαζί εκεί θα είναι ξέχωρα, τι μου τα βάζεις σε μένα;"

"Δεν έβαλα τίποτα σε εσένα, τους είπα να ξέρουν τι ζητάνε, οι εποχές είναι δύσκολες και πάντα είχαμε πρόσωπο, να κάνουν καλύτερη τιμή, τέσσερα μαγαζιά είναι σύνολο"

"Ναι, τράβα τώρα εξήγησε ότι είναι τρία και ένα μόνο του και μη λες τέτοιες μαλακίες, δώσ’ τους και τίποτα"

"Κλείσε". Στο μήνυμα η Αλεξία τον παρακαλούσε να την πάρει από ένα μπαρ στην Αθηνάς, γαμώτο, γιατί γίνονται όλα μαζί; Έγνεψε στη Μόνικα, ήταν η νεότερη από τις δύο κοπέλες, την είχε φέρει από ένα μαγαζί του Χρήστου μαζί με τον αυτοφωράκια. Ήταν από μια χώρα που ποτέ δεν την θυμόταν, στο μυαλό του είχε καταγραφεί ως Ρωσίδα. Σε σύγκριση με την Κλειώ, μια σαραντάρα από την Ανατολική Αττική που ο άντρας της την παράτησε, ήταν τυφώνας. Το μάτι της έκοβε και είχε αντίληψη, ήταν η μόνη που μπορούσε να στέλνει τρίλιζες και μπόνους στους παίκτες όταν αυτός δεν ήταν στο μαγαζί, έπρεπε να την προστατεύσει.

Ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα τη στιγμή που δυο αυτοκίνητα με σιδερένιες ζάντες χωρίς τάσια σταματούσαν μπροστά στο μαγαζί. Γαμώτο, έξι άτομα είχαν έρθει, ήταν πολλοί, θα έκαναν ζημιά. Μπορεί και να το σφράγιζαν για λίγο, κανονικά δεν θα έπρεπε να φύγει, θα έπρεπε να μείνει και να το παίξει ευγενής υπάλληλος, να προσπαθήσει να τους καλμάρει και να ελέγξει την κατάσταση, τώρα θα βολόδερναν ανενόχλητοι. Άλλωστε θα έρχονταν συχνά από εδώ και πέρα, δεν γινόταν να χάσει άλλο το βράδυ του. Ξεκίνησε ομαλά και έστριψε στο πρώτο στενό, άνοιξε απότομα την πρώτη και την κράτησε εκεί με το τεράστιο shift light να φωτίζει ολόκληρο το κράνος, σαν φωτορυθμικό που τρεμοπαίζει με την ένταση της μουσικής. Τη μουσική αυτή θα την άκουγαν τώρα οι μπάτσοι. Το λάστιχο τσίριζε περισσότερο από γατί στην πρώτη του γέννα, και οι εξατμίσεις έβγαζαν ένα βουητό πιο τρομακτικό και από τα κέρατα που φυσούσαν οι Βίκινγκς όταν ετοιμαζόταν για επίθεση. Συνέχισε να κρατά την πρώτη στον κόφτη και πίσω του τα φλας των παρκαρισμένων αυτοκινήτων αναβόσβηναν γρήγορα από τους συναγερμούς που χτυπούσαν. Στα αυτιά του δεν έφτανε τίποτα πέρα από τον ήχο του VMAX, αλλά ήξερε ότι τώρα και οι έξι τα άκουγαν όλα μαζί, σε ένα κρεσέντο που θα τους έκανε να κοντοσταθούν και να κοιτούν την είσοδο του μικρού στενού απορημένοι, ίσως να τους έκανε να καρδιοχτυπήσουν κιόλας, όχι ότι είχε σημασία αλλά έτσι, για να καταλάβουν ότι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα.

Η δεύτερη ήθελε δύναμη για να κουμπώσει σε αυτές τις στροφές, η τρίτη λιγότερο, ανέβασε όμως κατευθείαν σε τετάρτη, αρκετό κόσμο είχε ξυπνήσει. Πέρασε κάτω από τον Κηφισό και οδηγώντας γρήγορα αλλά σταθερά ανέβηκε την Πετρουπόλεως διασχίζοντας την πλατεία με προσοχή, ήθελε να δει τις μοτοσυκλέτες που ήταν παρκαρισμένες απ’ έξω. Δεν του άρεσε να παίρνει τηλέφωνο όταν ήθελε να συναντήσει κάποιους από αυτούς, αλλά προτιμούσε να εμφανίζεται μπροστά τους. Ήταν ένας τρόπος να δηλώσει ότι παρακολουθεί τα πάντα, ότι βρίσκεται και αυτός στο κατόπι τους, όπως κάνουν αυτοί, ακολουθούσε δικές τους μεθόδους. Ανέβηκε τελικά μέχρι επάνω, κάτω από το παλιό φουγάρο όπου όλες οι Δυτικές συνοικίες κάνουν την πασαρέλα τους. Τίποτα δεν θύμιζε τις παλιές εποχές, τότε που είχε πρωτοπάρει το FZX και είχε ένα από τα πιο αργά μηχανάκια για κόντρες, απέναντι σε μια στρατιά από Hayabusa, γραναζωμένα Duke και superbike του λίτρου. Τώρα που το VMAX ήταν ο απόλυτος άρχοντας, δεν υπήρχε και κάποιος για να τα βάλει μαζί του, ήταν φοβερά εκνευριστικό. Πέρασε από το πάνω παρκινγκ γεμίζοντας την πρώτη, κάνοντας μια παρέα κοριτσιών που ανηφόριζαν για την παρακείμενη καφετέρια να αναπηδήσουν γουρλώνοντας παράλληλα τα μάτια και ανοίγοντας με τρόμο το στόμα. Αυτή η μοτοσυκλέτα μπορεί κυριολεκτικά να τρομοκρατήσει τους περαστικούς, είναι επίσης όμως ένας πολύ καλός τρόπος να φωνάξει κανείς ότι έφτασε, για να βρει έτσι πιο εύκολα αυτούς που ψάχνει. Πράγματι σταμάτησε στο κάτω παρκινγκ ανάμεσα σε χαμηλωμένα αυτοκίνητα και παπάκια, τίποτα δηλαδή που να θυμίζει τον παλιό καλό "στρατό", και αμέσως εμφανίστηκαν "τα παιδιά".

Οι εξηγήσεις αυτού του είδους γίνονται γρηγορότερα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, ιδιαίτερα όταν επισφραγίζεις τα λόγια σου με χαρτονομίσματα. Οι εισπράξεις της ημέρας και ένα πρόσθετο γενναίο ποσό αλλάζουν χέρια, εξασφαλίζοντας έτσι ότι καμία τυχαία μολότοφ δεν θα ξεφύγει προς την είσοδο του νέου μαγαζιού. Ίσα βάρκα, ίσα νερά, πλούσιος δεν πρόκειται να γίνει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής εξασφάλισε τη μοτοσυκλέτα που πάντα ονειρευόταν.

 

Διλήμματα ζωής

Το μήνυμα τον επαναφέρει στον αρχικό του προβληματισμό. Δεν θα τον περιμένει για πολύ ακόμα στο μπαρ, και νωρίς το πρωί θα πρέπει να είναι στον Πειραιά. Να δεις που θα πάει στο νησί και από εκεί στην Τουρκία, όπως την πρώτη φορά. Τα νεύρα του επιστρέφουν, τώρα τα έχει κυρίως με τον εαυτό του, γιατί δεν μπορεί να πάρει μια απόφαση, αν θέλει ή όχι να την ξαναδεί. Κατεβαίνει τον μακρύ κατηφορικό δρόμο ανοίγοντας τέρμα τη δευτέρα, ο δρόμος είναι άδειος μέχρι την πλατεία, σχεδόν ένα χιλιόμετρο πιο κάτω, αλλάζει σε τρίτη το γκάζι ανοικτό και ο πίσω τροχός να θέλει να προσπεράσει τον μπροστά, η ευθεία τελειώνει. Κλείνει το γκάζι και τότε γλιστρά περισσότερο, ο άξονας είναι φτιαγμένος για να αντέχει τη θηριώδη δύναμη από τον κινητήρα προς τον τροχό και τώρα αυτό γυρνά μπούμερανγκ, τη στέλνει στον κινητήρα που ουρλιάζοντας ακόμα περισσότερο καταπίνει όση μπορεί και με τη σειρά του τη επιστρέφει πάλι πίσω. Ο πίσω τροχός είναι αδύνατο να σταματήσει το σπινάρισμα, ενώ το γκάζι είναι τελείως κλειστό! Φταίει ο γυάλινος δρόμος, φταίει που προκάλεσε το VMAX με αυτό τον τρόπο. Όταν ανοίγεις την πόρτα και αμολάς τον ταύρο στην αρένα, δεν περιμένεις να του σφυρίξεις όταν χτυπήσει τον ταυρομάχο και τον ρίξει στο χώμα. Δεν υπάρχει επιστροφή, τον ελευθέρωσες πρέπει να τον σκοτώσεις, ή να του εκτονώσεις την ορμή μέχρι να ηρεμήσει. Δεν θα γίνει όποτε θέλεις εσύ. Αυτά έλεγε στον εαυτό του, όσο έβλεπε την στροφή να πλησιάζει και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που το κράτησε παραπάνω ανοικτό απ’ όσο θα έπρεπε. Το ABS τον έσωσε, αυτό και το πλάτος του δρόμου που το εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε για να σταματήσει πριν αρχίσει η κατηφορική δεξιά της πλατείας και μπει από την τζαμαρία σε κάποια κλειστή καφετέρια.

Το αίμα κυλούσε στις φλέβες γρηγορότερα απ΄ ότι η βενζίνη στην εισαγωγή NSR 250 στις 13.000 στροφές, αλλά δεν είχε ηρεμήσει ακόμα, δεν ήθελε να είναι μαζί της και ταυτόχρονα δεν μπορούσε να μην είναι κιόλας. Ένιωθε σαν τον άξονα του VMAX, δυνάμεις αντι-επιστροφής.

Ήταν περασμένες τρεισήμισι και η πόλη, αυτή που κορόιδευε όταν άκουγε να λένε για άλλες ότι ποτέ δεν κοιμούνται, κοιμόταν του καλού καιρού, στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ούτε αδέσποτος σκύλος. Έφτασε στην Ομόνοια πριν το καταλάβει και μέχρι συναντώντας απλώς έναν μονοψήφιο αριθμό ταξί, οι δρόμοι του κέντρου είχαν μετατραπεί σε ένα τεράστιο ταμπλό παιχνιδιού. Χαιρόταν την εκρηκτική επιτάχυνση του VMAX σε κάθε φανάρι και προσπαθούσε να μην σπινάρει τον πίσω τροχό, να κρατήσει σταθερή τη μοτοσυκλέτα για να γευτεί ακόμα μεγαλύτερη δόση από τη δύναμή της, να μην πάει τίποτα χαμένο. Ένα φανάρι νωρίτερα στην Πατησίων είχε τολμήσει να γίνει κόκκινο όταν το μικρό ψηφιακό κοντέρ έδειχνε 172! Λίγα μέτρα πριν είχε ξεκινήσει από στάση αλλά η βαριά μοτοσυκλέτα είχε προλάβει κιόλας να τα συγκεντρώσει όπως ο Σκρουτζ τα νομίσματα όταν του τρυπήσει η τσέπη. Ξαναζήτησε τη βοήθεια του ABS και αυτό με μια μεγάλη ανάδραση του υπέδειξε τις αντοχές του και του είπε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Αλλά δεν ήταν, τουλάχιστον όχι εκείνο το βράδυ, το φανάρι έγινε Πράσινο και πριν συμπληρωθεί λεπτό ήταν κιόλας στην Ομόνοια. Εκεί ήταν που συνειδητοποίησε ότι την τρίτη φορά στην ίδια μέρα που θα αψηφήσει την διαβολική δύναμη του VMAX θα έχει τις πιθανότητες εις βάρος του. Κλείνει το γκάζι και περνά μέσα από ένα κέντρο άδειο, δεν υπάρχουν ούτε οι μαύρες που έκαναν παλιότερα πεζοδρόμιο και που συνήθως τον τραβούσαν από το χέρι όταν τολμούσε να κόψει δρόμο διασχίζοντας εκείνες τις οδούς. Ψυχή, πουθενά, ο "Ξένιος Ζευς" κάτι έχει κάνει, ναι. Σήκωσε μια βιτρίνα απλώς. Γιατί όλοι αυτοί είναι εκεί, είναι λίγο παραδίπλα και κρύβονται, δεν έχουν φύγει, δεν αισθάνεται μόνος στο κέντρο, παρόλο που δεν υπάρχει ούτε παρκαρισμένο αυτοκίνητο.

Τρεις δρόμους πιο κάτω η εικόνα είναι διαφορετική, ο κόσμος ακόμα κυκλοφορεί, υπάρχουν σκουπίδια στους δρόμους. Ξαναγεμίζουν αμέσως μόλις οι οδοκαθαριστές περάσουν, από νέα παιδιά, και τρελαίνεται με την ιδέα ότι το γκέτο πιο πάνω είναι πιο καθαρό. Από την άλλη αυτή η γενιά περνάει τόσο πολλά, επιβιώνει σε ένα κράτος ανύπαρκτο και αυτό τις δίνει πολλές δικαιολογίες,  παρκάρει καμιά τριανταριά μέτρα μακριά από το μπαρ που βρίσκεται η Αλεξία, αλλά δεν μπαίνει μέσα. Ο θυμός του επιστρέφει τώρα που κατέβηκε από τη σέλα, ο V4 δεν είναι εκεί για να τον ηρεμήσει και για μια ακόμα φορά τα βάζει με τον εαυτό του. Βλέποντας ένα τσούρμο γυναίκες να κατηφορίζουν προς την Αθηνάς σουρωμένες και φέρνοντας στο μυαλό του ξανά τον Χρήστο, αναμοχλεύει την άποψη που έχει για το γυναικείο φύλο, είναι "όλες φίλε μου, αυτό να θυμάσαι".

Τη στιγμή που είχε διαλέξει να απεξαρτητοποιηθεί, την είδε να βγαίνει. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της έπεφταν ολόισια στους ώμους και τα κόκκινα χείλη της ξεχώριζαν ακόμα περισσότερο από το κίτρινο φωτισμό των λαμπτήρων του δρόμου. Περπατούσε γρήγορα με κοφτά μεγάλα βήματα, κοιτώντας κάτω, φούστα λίγο πάνω από το γόνατο, σακάκι ανοικτό που σταματούσε λίγο κάτω από το στήθος. Δεν είχε αλλάξει καθόλου, τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της έπαιζαν με τις σκιές του σκοτεινού δρόμου, του φάνηκε θλιμμένη. Έστριψε ένα στενό πριν από εκείνον, αν είχε συνεχίσει θα έπεφτε πάνω του, αν είχε σηκώσει το κεφάλι θα τον είχε δει. Μπήκε σε ένα ταξί. Το ήξερε το πρόγραμμά της. Θα πήγαινε σπίτι, όπου και αν ήταν αυτό τώρα, θα άφηνε τον οδηγό να περιμένει και θα κατέβαινε με τα πράγματα, έτοιμη για αναχώρηση, έτσι είχε κάνει την πρώτη φορά.

Ακολούθησε μαγνητισμένος το ταξί, από μακριά. Το λαμπάκι της βενζίνης είχε ανάψει εδώ και ώρα, ήταν το μόνο πράγμα που μισούσε σε αυτή τη μοτοσυκλέτα, δεν τον ενοχλούσε τίποτα άλλο. Ούτε και ο ιδρώτας που έριχνε για να την μανουβράρει στις ανηφόρες του Πολυγώνου και της Κυψέλης. Το ταξί στρίβει, εκείνος συνεχίζει ευθεία. Έρημοι δρόμοι, 210 το ταχύμετρο στην Πειραιώς, "θα μείνω" σκέφτηκε, στρίβει. Στο βενζινάδικο λύνεται ο γρίφος, μια αποκάλυψη σε ένα τόσο ασυνήθιστο μέρος. Όσο ο υπάλληλος γεμίζει την VMAX αυτός χαζεύει την συλλογή των Royal Enfield του ιδιοκτήτη, την έχει παρκαρισμένη εκεί για να την βλέπει όλος ο κόσμος. Απελευθέρωση, αυτό νιώθει κοιτώντας τις καλογυαλισμένες μοτοσυκλέτες, για έναν περίεργο λόγο η μορφή τους και το γουργούρισμα του VMAX τον ηρεμούν, η άποψη του για τις γυναίκες αλλάζει εκείνη ακριβώς τη στιγμή και αυτόματα, ο θυμός καταλαγιάζει.

Έχει πάει πέντε και κάτι θα ξημερώσει, και όλη αυτή η ένταση της νύχτας απελευθερώνεται σε κούραση και πείνα. Ο καντινιέρης του μεταφέρει τον πόνο του, τις ουρές που κάποτε σχημάτιζε ο κόσμος μπροστά του, τους τόνους κρέατος που έχει ψήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι δρόμοι έχουν αλλάξει, η πόλη έχει αλλάξει, η χώρα ολόκληρη, έχει τη σοφία των ανθρώπων της νύκτας. Τον χαιρετά, μοιράζεται με τα αδέσποτα το πρωινό του και φεύγει απελευθερώνοντας ήχους της κόλασης, με το shift light να φωτίζει προς τα πίσω την καντίνα και τα αδέσποτα. Ούτε που κατάλαβε πότε έφτασε στον Πειραιά. Ήθελε να πει ένα τελευταίο αντίο, με το δικό του πλέον τρόπο. Στο πλοίο που βγαίνει από το λιμάνι στέλνει τον λυσσασμένο αντίλαλο του Bridgestone που εγκλωβίζεται στα ψηλά χτίρια και απελευθερώνεται προς την θάλασσα. Είναι σίγουρος ότι τον ακούν μέχρι την γέφυρα του πλοίου, είναι σίγουρος ότι τον ακούει εκείνη. Συνοδεύει το πλοίο μέχρι το Πέραμα, καπνός και ουρλιαχτά όλη η παραλιακή ζώνη. Η ένδειξη της βενζίνης φτάνει κιόλας στην μέση, ειπώθηκαν αυτά που έπρεπε το πλοίο έχει αναχωρήσει πλέον, το πολυπόθητο τέλος έφτασε. Το μοναδικό σημείο της πόλης που δεν κοιμάται αυτή την ώρα είναι μπροστά του, οι γερανοί δουλεύουν και υπάρχει ζωή. Τεράστια μηχανήματα που μεταφέρουν κοντέινερ που σηκώνουν τόνους ολόκληρους. Έχει και αυτός ένα τέτοιο, σηκώνει τόνους θυμού, σκέψεις και ενοχές και τις απελευθερώνει στο πίσω λάστιχο και από εκεί της γειώνει στο έδαφος. Η επόμενη μέρα θα είναι πολύ πιο ήρεμη τώρα, το VMAX σαν γυμνασμένο ντόπερμαν κάθεται στα πόδια του κυρίου πιστός φίλος, "μπααα... δεν υπάρχει πουθενά μοναξιά".

Ετικέτες