Test: Bajaj Pulsar NS125 ABS - Το ομορφόπαιδο

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

29/5/2026

Του Κώστα Γκαζή | Φωτογραφίες: Γιώργος Νιαουνάκης

“Μπαμπά, αυτό είναι πιο όμορφο από το Duke σου,” μου είπε ο γιος μου όταν είδε το Pulsar NS 125. Με την προσθήκη ανεστραμμένου πιρουνιού, το Α1 μοντέλο της Bajaj, που είχαμε δοκιμάσει στο #632, ομόρφυνε κι άλλο, κέρδισε πολλές παραπάνω ενδείξεις στα όργανα και συνεχίζει να εντυπωσιάζει ευχάριστα.

Στο παρελθόν είχα οδηγήσει τα Pulsar και Dominar σε 200, 250 και 400 κυβικά, ενώ τώρα είχα την ευκαιρία να χαρώ και το μικρότερο μοντέλο της γκάμας, το Α1 μοντέλο Pulsar NS125, στην τελευταία του ανανέωση.

Bajaj Pulsar NS125 ABS

Ανεστραμμένο πιρούνι, και πληρέστερα όργανα

Οι αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο είναι δύο. Το ανεστραμμένο πιρούνι των 31 mm που αντικατέστησε το συμβατικό και οι περισσότερες ενδείξεις στον LCD ψηφιακό πίνακα οργάνων. Αυτές είναι οι εξής: επιλεγμένη σχέση κιβωτίου, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, αυτονομία. Οι νέες λειτουργίες προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες, δηλαδή στο ψηφιακό ταχύμετρο, στους δύο μερικούς και στον έναν ολικό χιλιομετρητή, στην ένδειξη συντήρησης -50 χλμ. πριν τον προκαθορισμένο προγραμματισμό της- στο ρολόι, στην ειδοποίηση για τις ενδεδειγμένες στροφές αλλαγής σχέσης (RPM Limit) και στις λυχνίες για «νεκρά», φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, μπαταρία και λειτουργία κινητήρα.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Ο πίνακας οργάνων έχει περισσότερες ενδείξεις από το προηγούμενο μοντέλο, κι είναι πιο ολοκληρωμένος

Εξαιρετικό design, εντυπωσιακές λεπτομέρειες

Ο σχεδιασμός του Pulsar NS 125 είναι ιδιαίτερα πετυχημένος, καθώς ούτε προκαλεί υπερβολικά, ούτε όμως δείχνει συντηρητικός. Το πορτοκαλί χρώμα σε αρπάζει από το πέτο, το ισορροπημένο design δεν ξενίζει κανέναν, ενώ μετά αρχίζεις και προσέχεις τις λεπτομέρειες. Αρχίζουμε από το πλαίσιο. Θεούλη μου. Τι πλαισιάρα είναι αυτή! Ναι μεν ατσάλινο, όμως οι διαστάσεις του θυμίζουν Superbike και χαρίζουν στη μικρή μοτοσυκλέτα μοναδική ακαμψία που μεταφράζεται σε αίσθηση και κράτημα μεγαλύτερου σπορ μοντέλου. Το ανεστραμμένο πιρούνι δίνει τον απαραίτητο σύγχρονο αέρα στην κατασκευή, όπως κάνουν και οι δίσκοι μαργαρίτες εμπρός-πίσω, ενώ αν θέλαμε κάτι παραπάνω, θα ήταν ένα πιο στιβαρό σε εμφάνιση ψαλίδι -παρόλα αυτά τη δουλειά του την κάνει.

Η ποιότητα κατασκευής είναι άριστη, με τρισδιάστατα logo, πολύ καλή συναρμογή μερών, δίχως τριξίματα και παράπονα πουθενά.

Ο πίνακας οργάνων έχει περισσότερες ενδείξεις από το προηγούμενο μοντέλο, κι είναι πιο ολοκληρωμένος
Χειρολαβές για τον συνεπιβάτη, μεγάλα φλας και επιθετικού design πίσω φωτιστικό σώμα

Η σέλα του συνεπιβάτη είναι ψηλότερα από του αναβάτη, σε σπορ πρότυπα, έχει όμως μπόλικο αφρώδες υλικό και σωστές διαστάσεις για να κρατήσει άνετο το δεύτερο άτομο ακόμα και σε μεγάλες βόλτες. Το κοστούμι είναι έξυπνα σχεδιασμένο ώστε να προεκτείνεται προς τα μπροστά, όπως σε ένα υγρόψυκτο μοντέλο, με fake καλύμματα ψυγείου που χαρίζουν ομορφιά, ενώ εξίσου όμορφη είναι και η μικρή καρίνα. Οι ζάντες έχουν σιρίτια σε πορτοκαλί χρώμα, ο προβολέας μπορεί να μην έχει LED λάμπες, έχει όμως επιθετικό και καλαίσθητο σχέδιο, και τα δυο πίσω φτερά φροντίζουν να μην πετάνε νερά στους επιβαίνοντες.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Αριστεύει στην αστική κίνηση, ειδικά στο κέντρο της πόλης. Οικονομικό, ευέλικτο, ελαφρύ και χαμηλό

Οι κόκκινες σπείρες του πίσω μονού αμορτισέρ χτυπάνε ευχάριστα στο μάτι (ρυθμίζεται η προφόρτιση), ενώ η ποιότητα των πλαστικών και των μεταλλικών μερών, μαζί και με τη συναρμογή τους δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν ακόμα και από ιαπωνικές μοτοσυκλέτες! Οι καθρέπτες είναι μεν μεγάλοι αλλά το κοντό τους στέλεχος σημαίνει πως στο οπτικό τους πεδίο βλέπετε αρκετά και τους αγκώνες σας. Στον εξοπλισμό της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνεται μίζα αλλά και μανιβέλα (κάτι που εκλείπει αλλά βολεύει αν μείνετε από μπαταρία), μονό και διπλό σταντ, shift-light για ιδανικές αλλαγές ταχυτήτων, τάπα ρεζερβουάρ αεροπορικού τύπου με μεντεσέ, σινιάλο, tank protector, χειρολαβές συνεπιβάτη, κ.α. Τέλος, ακόμα και σήμερα η Bajaj επιμένει να βάζει ένα μπλε λαμπάκι στα όργανα (το σήμα της), που μπερδεύει τον αναβάτη πριν το συνηθίσει, νομίζοντας πως έχει ανάψει τον προβολέα.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Σπορ design στο μπροστινό φωτιστικό σώμα, εξίσου σπορ και η μάσκα

Αίσθηση μεγαλύτερης μοτοσυκλέτας

Το over-engineered πλαίσιο, οι αναρτήσεις και τα φρένα έχουν στιβαρότητα, ποιότητα και αίσθηση που αρμόζει σε πολύ μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα, γεγονός που εκτιμά ο αναβάτης σε κάθε βόλτα. Το Pulsar NS 125 είναι σταθερό σαν βράχος, έχει εξαιρετική οδική συμπεριφορά σε κάθε οδόστρωμα, μασάει λακκούβες και σαμάρια και φτύνει τα κουκούτσια, και φρενάρει δυνατά (ABS στον μπροστινό τροχό) και με άριστη πληροφόρηση όταν το χρειαστείς.

Bajaj PUlsar NS125 ABS

Η απόδοση του κινητήρα δεν εξιτάρει, παρέχει όμως την απαραίτητη ενεργητική ασφάλεια, ενώ η τελική που είδαμε στο κοντέρ ήταν 115 (είδαμε και 118 στην κατηφόρα δίχως να βρούμε κόφτη), με την πραγματική τελική του να σταματά λίγο πριν τα 110. Σημειώστε πάντως πως στα 107 χλμ/ώρα στο κοντέρ η μικρή μοτοσυκλέτα έχει μπει στα κόκκινα (9.500 rpm), και στα 115 χλμ/ώρα στο κοντέρ βρίσκεται στις 10.000 rpm., οπότε καλό θα ήταν να μην κρατάτε συνεχόμενα πάνω από 105 χλμ/ώρα στο κοντέρ. Βέβαια από την άλλη, το μοτεράκι νιώθει πιο ζωντανό ψηλά, αλλά κρατάμε τη δύναμη εκεί για προσπεράσεις και καταστάσεις ανάγκης. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι γιατί η Bajaj δεν προίκισε τη μοτοσυκλέτα της με μία ακόμα ταχύτητα, καθώς ένα 6τάχυτο κιβώτιο θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί πολύ καλύτερα την Α1 μικρή ιπποδύναμη και να χαμηλώσει και τις στροφές που κινείται ο αναβάτης.

Bajaj Pulsar NS125 ABS

Η σέλα του αναβάτη είναι πολύ άνετη, ενώ του συνεπιβάτη είναι λίγο πιο σπορ από ότι θα θέλαμε για την χρηστική αυτή κατηγορία. Το κιβώτιο έχει λίγους τζόγους παραπάνω από το ιδανικό, ενώ στη μοτοσυκλέτα δοκιμής μας το λεβιέ κόλλαγε μερικές φορές, κάτι που δεν είχαμε δει στο προηγούμενο NS που είχαμε πάρει για τεστ, και θα μπορούσε απλά να θέλει λίγη λίπανση. Στην κίνηση στην πόλη το NS αποδεικνύεται άριστο, με μεγάλο κόψιμο τιμονιού, μικρό βάρος και χαμηλό ύψος, ενώ καίει όσο κι ένα παπί. Κι όχι μόνο καίει σαν παπί (αλλά κρατάει και φρενάρει σαν μοτοσυκλέτα), και το κόστος αγοράς του, πάλι παπί θυμίζει! Κερασάκι με το μεγάλο ρεζερβουάρ η τεράστια αυτονομία των 400 χιλιομέτρων.

Ένα πραγματικά Value for money A1 δίκυκλο, με αρετές μεγαλύτερης μοτοσυκλέτας, πλούσιο εξοπλισμό, κορυφαία ποιότητα κατασκευής, και με μια μεγάλη αντιπροσωπεία πίσω του όσον αφορά στην επάρκεια ανταλλακτικών και στο service.

Τώρα δε με τη νέα του πολύ συμφέρουσα τιμή των 1.990 ευρώ, δείχνει πιο ανταγωνιστικό από ποτέ.

Bajaj PUlsar NS125 ABS
Η νέα έκδοση του Pulsar NS 125 έρχεται εξοπλισμένη με ανεστραμμένο πιρούνι κι είναι ακόμα ομορφότερη από πριν

 

Οδηγούμε την Gilera RSA250 του Marco Simoncelli

Το τέλος μιας εποχής
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/10/2021

Φέτος, στις 23 Οκτωβρίου, έκλεισαν δέκα χρόνια από εκείνη την τραγική στιγμή που ένα τεράστιο ταλένοτ, ο Marco Simoncelli, έχασε την ζωή του σε ένα τραγικό δυστύχημα στην πίστα της Sepang. Μια δεκαετία που οι εξελίξεις στο κορυφαίο άθλημα μοτοσυκλέτες θα μπορούσαν να είναι εντελώς διαφορετικές, αν είχαμε ακόμη κοντά μας αυτή την χαρισματική προσωπικότητα και έναν τόσο σπουδαίο αναβάτη. Με αφορμή, λοιπόν, αυτή την μαύρη επέτειο, δημοσιεύουμε στην σελίδα μας την πλήρη δοκιμή της τελευταίας δίχρονης αγωνιστικής μοτοσυκλέτας του Simoncelli, με την οποία κατέκτησε την κορυφή του κόσμου: το παγκόσμιο πρωτάθλημα στην κατηγορία των GP250!

 

Του Alan Cathcart

Φωτό: Marco Morittu

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι έχουν περάσει δέκα χρόνια από την η μέρα που ο σούπερ ταλαντούχος, Ιταλός αναβάτης των MotoGP, Marco Simoncelli, έφυγε από τη ζωή στα 24 του χρόνια, στις 23 Οκτωβρίου του 2011 κατά την διάρκεια του αγώνα στη Sepang. Στην δεύτερή του κιόλας χρονιά στην κατηγορία με την ομάδα του Fausto Gresini Honda, ο Marco είχε ήδη πετύχει μία pole position στην Catalunya, τον πρώτο τερματισμό στο βάθρο του Brno, ενώ μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχε τερματίσει δεύτερος στο GP της Αυστραλίας. Ήταν ξεκάθαρο πως ήταν ο μελλοντικός παγκόσμιος πρωταθλητής. Αλλά ο Marco είχε ήδη βρεθεί εκεί, στην πολύ ανταγωνιστική κατηγορία των GP250, όπου το 2008 είχε κατακτήσει τον τίτλο με έξι νίκες και 12 τερματισμούς στο βάθρο μέσα σε 16 αγώνες, με διαφορά 37 βαθμών από τον Alvaro Bautista.

Ο τσαμπουκάς με το μαλλί-αφάνα που πήρε με το σπαθί του τον τίτλο εκείνη την χρονιά, έγινε ο αγαπημένος του κοινού, όχι μόνο στην πατρίδα του την Ιταλία, και όχι μόνο ανάμεσα στους φανατικούς των GP. Μια σημαντική απόδειξη για το ότι ανήκε στην γνήσια ράτσα των αγωνιστών, ήταν το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της (ανεπιτυχούς) προσπάθειάς του να υπερασπιστεί τον τίτλο του το 2009, με δύο αγώνες χωρίς βαθμούς και έναν τραυματισμό στο χέρι, ο Marco δέχθηκε την πρόκληση να τρέξει ως wild card στα WSBK στην Imola, πάνω στη σέλα ενός Aprilia RSV4. Ο τερματισμός του εκεί στην τρίτη θέση, αφού πέρασε τον team mate του Max Biaggi στο εσάκι των πιτς στον τελευταίο γύρο, επιβεβαίωσε την άνεσή του πάνω σε τέτοιες βαριές μοτοσυκλέτες.

Ο Marco ήταν μια τεράστια προσωπικότητα. Σίγουρα το επιθετικό στιλ οδήγησης δεν άρεσε σε όλους, αλλά η τρομερή αίσθηση του χιούμορ που είχε, σε συνδυασμό με τις εκπληκτικές οδηγικές του ικανότητες και την γενναιότητά του, έκαναν πολύ κόσμο να τον ακολουθεί παγκοσμίως –μετά από μέρα οδήγησης μαζί του στο Mugello προστέθηκα κι εγώ σε αυτούς. Οι αναμνήσεις μου από αυτόν τον απίστευτα καλό, αδύνατο, ψηλό τύπο με το πλούσιο μαλλί και τις απίθανες ικανότητες στην πίστα, προέκυψαν από την δοκιμή της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Gilera RSA250 (της μοτοσυκλέτας του Simoncelli), όπου μοιραζόμουν το box με τον SuperSic.

Παρόλα αυτά, το 2009 θα μείνει στην Ιστορία και ως η χρονιά που είδαμε την εξαφάνιση των GP250, μία κατηγορία που αποτελούσε τον πυρήνα των GP. Για λόγους που είναι περισσότερο πολιτική παρά οτιδήποτε άλλο, το GP της Valencia εκείνο τον Νοέμβριο έζησε τον τελευταίο αγώνα των GP με μοτοσυκλέτες 250cc που έβαλε και το τελευταίο καρφί στο "φέρετρο" της κατηγορίας με τις περισσότερες συγκινήσεις και τον μεγαλύτερο ανταγωνισμό. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών αποτελούσε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία επιτυχημένων μελλοντικών γενεών νέων ταλέντων, όπως συνέβαινε από την απαρχή της δημιουργίας της το 1949.

Ακόμη και δεν κατάφερε η Aprilia, λόγω των τραυματισμών του Marco στις αρχές της χρονιάς, να εμποδίσει την Honda να κερδίσει τον τελευταίο τίτλο της κατηγορίας το 2009, η εταιρεία κυριάρχησε στα 250GP κερδίζοντας 10 από τους 15 τίτλους αναβατών και πέντε τίτλους κατασκευαστών από τότε που ο Max Biaggi πήρε τον πρώτο από τους τέσσερις τίτλους του, το 1994. Σε αυτούς τις επιτυχίες συμπεριλαμβάνεται και ο μοναδικός τίτλος στα 250cc που πήρε η Gilera, που ανήκει στο Piaggio Group όπως η Aprilia, την παραμονή των 100ων γενεθλίων της, με αναβάτη τον Marco Simoncelli πάνω σε ένα RSA250. Ήταν μια πανομοιότυπη μοτοσυκλέτα με τα εργοστασιακά Aprilia, εκτός από το όνομα στο ρεζερβουάρ και την τρικολόρε βαφή της χορηγού της Gilera, της Metis.

Η ευκαιρία να οδηγήσω με τον Marco και την ομάδα της Aprilia στο Mugello, όσο αυτός έκανε δοκιμές με το RSV για τον επερχόμενο αγώνα στην Imola, μου έδωσε την δυνατότητα να οδηγήσω και το superbike της Aprilia, αλλά και να αποχαιρετήσω την κατηγορία των GP250 πάνω στην παγκόσμια πρωταθλήτρια Gilera RSA250.

Εντάξει, κάτω από τα πλαστικά ήταν Aprilia, αλλά πάνω του είχε το λογότυπο της Gilera και ως τέτοιο αποτέλεσε κι ένα ορόσημο για μένα. Πίσω στο 1989 είχα αναλάβει το καθήκον της επιστροφής της Gilera στου αγώνες road racing επίσημα, για πρώτη φορά μετά το 1964 όταν κέρδισε τον παγκόσμιο τίτλο στα τετρακύλινδρα 500. Έτρεξα με ένα μονοκύλινδρο που ήταν βασισμένο στο Sturno 500 παραγωγής, με το οποίο κατέκτησα τη νίκη στον πρώτο αγώνα στην Monza. Τώρα η μοτοσυκλέτα είναι έκθεμα στο μουσείο της Piaggio στην Pontedera.

Συνήθως, όταν οδηγούσα ένα 250GP έπρεπε να ρουφήξω την κοιλιά μου και να κρατήσω την ανάσα για να καταφέρω να χωρέσω πάνω του. Γι' αυτό χαιρόμουν όταν οδηγούσα τα δίχρονα αγωνιστικά του Rossi (σ.σ. που είχαν περισσότερο χώρο) και ο SuperSic είχε μπόλικο… Rossi μέσα του, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την προσωπικότητά του και το εκπληκτικό οδηγικό του στιλ, αλλά και σε ό,τι αφορά τις διαστάσεις, καθώς είχε ύψος 1,83μ. Οπότε το Gilera του ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρο μου, πράγμα που σήμαινε πως μπορούσα να κινούμαι άνετα πάνω του και να κρυφτώ πίσω από την ζελατίνα στην μεγάλη ευθεία του ενός χιλιομέτρου.

Όλα ήταν στην θέση τους κι ένιωθα άνετα, αντανακλώντας όλα αυτά τα χρόνια προσεκτικής εξέλιξης που είχε μετατρέψει την πολυπρωταθλήτρια μοτοσυκλέτα της Aprilia/Gilera σε ένα εργαλείο επιτυχιών.

Τα κλιπόν ήταν αρκετά χαμηλά, προφανώς για να βοηθήσουν τον Marco στις ευθείες, παρόλα αυτά υπήρχε ικανοποιητικός μοχλός και έλεγχος ακόμη και όταν τα χέρια ήταν τυλιγμένα γύρω από το ρεζερβουάρ, με τα μαρσπιέ να είναι πολύ πίσω ώστε να δημιουργηθεί χώρος για τα μακριά πόδια του Marco.

Το αναλογικό στροφόμετρο και η οθόνη με τις ψηφιακές ενδείξεις, ίδιες με του RSV4, ήταν τα κλασικά όργανα των Aprilia που για την εποχή τους θεωρούνταν τα καλύτερα και τα πιο ευανάγνωστα, με μόλις δύο έξτρα πληροφορίες.

Η μία ήταν η θερμοκρασία του νερού, που διατηρούνταν στους 55-60ºC με θερμοκρασία περιβάλλοντος στους 26ºCμ και η άλλη ήταν το απλό "Νο.5" που υποδείκνυε την ρύθμιση για το traction control των έξι επιπέδων, που όπως μου είπε ο Marco χρησιμοποιούσε πάντα. "Με την ρύθμιση στο 6 ντριφτάρω τον πίσω τροχό μερικές φορές, αλλά οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση επηρεάζει την επιτάχυνση", μου είπε. "Αλλά είναι καλό το σύστημα και δουλεύει".

Είχαν περάσει έξι χρόνια από την τελευταία φορά που είχα οδηγήσει ένα Aprilia 250, το RSW του 2003 με το οποίο είχε πάρει το πρωτάθλημα ο Poggiali και η μεγαλύτερη έκπληξη που μου επεφύλασσε το Gilera ήταν η περίσσια ροπή και η απόδοση στις μεσαίες από τον V-2 90° με τους δύο στροφάλους και τις περιστροφικές βαλβίδες που σχεδίασε ο Gigi Dall’Igna (τότε ήταν ο γκουρού της Aprilia Corse.

Ο κινητήρας ήταν ένα πραγματικό διαμάντι, δυνατός αλλά και με περιθώρια να συγχωρεί, πρόθυμος να ανεβάσει στροφές. Τραβούσε από χαμηλά και είχε δύναμη ψηλά, χάρη στις θυρίδες τύπου "γκιλοτίνα". Από τις 9.000 στροφές και πάνω είχε εξαιρετικό τράβηγμα, με την περισσότερη δύναμη να έρχεται στις 10.000 η οποία παραμένει μέχρι τον κόφτη στις 13.800. Χάρη στον μηχανικό έλεγχο του γκαζιού ο κόφτης μεταφράζεται απλώς σε διακοπή της επιτάχυνσης –όχι κάτι βίαιο όπως το απότομο κόψιμο της ανάφλεξης ή της τροφοδοσίας που μπορεί να "έσπαγε" έναν δίχρονο κινητήρα. Ήταν απλώς ένα γιγαντιαίο ηλεκτρονικό χέρι που απλωνόταν και σου έλεγε πως ήταν μέχρι ΕΔΩ σε ό,τι αφορά τις στροφές του κινητήρα.

Αυτό συνέβαινε λίγες στροφές νωρίτερα απ' ότι στο μηχανάκι του Poggiali, αλλά η επιπλέον ροπή που είχαν καταφέρει να βγάλουν οι μηχανικοί της Aprilia Corse, καθιστούσε ανούσιο το να μειώσουν την ζωή του στροφάλου ανεβάζοντας παραπάνω στροφές , έστω και για να αποφύγουν κάνα δυο αχρείαστες αλλαγές ταχυτήτων μεταξύ των στροφών. Απλώς "γρανάζωναν" κατάλληλα το κιβώτιο τύπου "κασέτας" στο Gilera, έτσι ώστε να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις γεμάτες μεσαίες του κινητήρα και να πηγαίνει γρηγορότερα με λιγότερες στροφές. Ένα εκπληκτικό μοτέρ.

Η επιτάχυνση ήταν άκρως εντυπωσιακή για τα δεδομένα της κατηγορίας των 250 κι αυτό ήταν το δυνατό χαρτί του Gilera και όχι η έξτρα δύναμη ψηλά που διέθετε συγκριτικά με το Honda του Aoyama. Το να φτάνεις γρηγορότερα στην τελική της μοτοσυκλέτας σου απ' ό,τι οι αντίπαλοί σου, είναι εξίσου σημαντικό με το να είσαι ταχύτερος από αυτούς για να τους νικήσεις.

Ένα βασικό συστατικό γι' αυτό, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ανέβαζε στροφές το Gilera με δευτέρα, τρίτη και τέταρτη σχέση με το συγκεκριμένο γρανάζωμα που το οδήγησα, χρησιμοποιώντας το αγωνιστικό powershifter μόλις άρχιζε να αναβοσβήνει το πράσινο λαμπάκι στις 13.200 (το οποίο γινόταν κόκκινο στις 13.400). Υπήρχε ένα μεγάλο κενό στην πέμπτη, αλλά μετά η έκτη είχε πολύ κοντινό γρανάζωμα (κλασικό, γρήγορο γρανάζωμα για δίχρονα). "Μου αρέσει να κρατάω τον κινητήρα μεταξύ 11.000 και 13.000 στροφών, όπου υπάρχει η περισσότερη δύναμη και επιτάχυνση", είχε πει ο Marco, ενώ προσπαθούσε να δώσει την εντύπωση ενός "δίχρονου δασκάλου" στα πιτς. "Αλλά ο κινητήρας είναι πολύ ήπιος, θεωρώ. Σου συγχωρεί τα λάθη σου κι εγώ κάνω πολλά"

Δεν έκανε τουλάχιστον τόσα πολλά όσο εγώ, όση ώρα προσπαθούσα να βρω ποια ταχύτητα να χρησιμοποιήσω πού και πότε, αλλά τελικά βρήκα τον τρόπο. Κράτησα μέχρι τις 12.500 την τελευταία σχέση στην μεγάλη ευθεία, ενώ είμαι λιγότερο… αεροδυναμικός από τον Marco ο οποίος ήταν εκτός των δέκα καλύτερων τελικών στο Mugello εκείνη την χρονιά.

Πιέζεις τον εαυτό να μην σκεφτεί καν το φρενάρισμα πριν την ταμπέλα των 150 μέτρων και μετά πιέζεις δυνατά τη μανέτα ενώ κατεβάζεις ταχύτητες με τη μία μέχρι να φτάσεις στην δευτέρα, λίγο πριν στρίψεις στην San Donato κι αρχίσεις να ανεβαίνεις τον ανήφορο. Το ανέβασμα στην συνέχεια των σχέσεων γίνεται απρόσκοπτα, χωρίς να βρίσκεις νεκρές όπως συμβαίνει σε άλλες μοτοσυκλέτες.

Για έναν γύρο είχα παρέα, όταν με πέρασε ο Marco με το RSV4 στο τέλος της ευθείας, στον πρώτο του γύρο με superbike, αλλά φρέναρε πολύ αργά και αναγκάστηκε να ανοίξει την γραμμή του και να ξαναμπεί μπροστά μου. Πλέον μπορούσα να αντιγράψω την τεχνική του στα φρεναρίσματα, αν και πρέπει να ομολογήσω πως με το εκπληκτικό πακέτο της Brembo, έστω και με τους μικρότερους δίσκους των 255mm, μπορούσα να φρενάρω πιο δυνατά, πιο αργά και πιο βαθιά μέσα στην στροφή σε κάθε γύρο.

Αυτά τα αγωνιστικά 250 ήταν το κατάλληλο εργαλείο, με την απόδοσή του να είναι εντός πλαισίων ενός κανονικού αναβάτη, για να εξερευνήσει τα όριά του.

Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οδήγησα την Aprilia του Poggiali προκειμένου να κάνω απευθείας συγκρίσεις, αλλά το αναβαθμισμένο πακέτο πλαισίου του RSA250 έδειχνε πολύ άμεσο στις γρήγορες εναλλαγές κλίσεων στα τέσσερα εσάκια του Mugello, αλλά παρόλα αυτά ήταν σούπερ σταθερό στις γρήγορες στροφές Savelli και Arabbiata. Πάνω απ' όλα ήταν προβλέψιμο στα φρένα και στις εισόδους των στροφών, ενώ ακόμη και με το παραπάνω βάρος μου σε σύγκριση με του Marco, δεν άνοιξε πουθενά την γραμμή του.

Το Gilera κρατούσε την τροχιά του άψογα, ακόμη και κατά την διάρκεια της επιτάχυνσης από χαμηλές ταχύτητες, καθώς περίμενα ότι το βάρος μου και η δύναμη που συμπίεζαν το αμορτισέρ της Öhlins θα το έκαναν να υποστρέφει. Δεν συνέβη ποτέ. Έστριβε υποδειγματικά στα εσάκια με δευτέρα, χωρίς καμία αίσθηση υπερστροφής, και ούτε είχε ελαστικότητες στα δυνατά φρένα. Το Gilera το ένιωθες απόλυτα ισορροπημένο, παρά την αναλογία 53/47% (εμπρός/πίσω), και δεν σήκωνε τον πίσω τροχό παρά μόνο δυο φορές στο τέλος της ευθείας, καθώς με τον αναβάτη η αναλογία πήγαινε στο 50/50.

Ακόμη και τότε όμως, σου έδινε τα περιθώρια να διορθώσεις, όχι μόνο χάρη στην δύναμη αλλά και στην σωστή εξέλιξη του πλαισίου. Οι αναρτήσεις της Öhlins μετέφεραν πολλή πληροφορία και σε συνδυασμό με την εξαιρετική πρόσφυση από τα ελαστικά της Dunlop, μπορούσες να εμπιστευτείς απόλυτα το Gilera μέσα στην πίστα και να επικεντρωθείς στο γυρολόγιό σου.

Παρά την απόδοσή του που ήταν σημείο αναφοράς για την κατηγορία, ήταν μια μοτοσυκλέτα που αισθανόσουν ασφαλής για να αρχίσεις να πιέζεις ώστε να βρεις τα όριά σου, γνωρίζοντας πως θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Αυτή είναι η τέλεια βόλτα…

Πράγματι, αυτή ήταν η ουσία κάθε δίχρονου αγωνιστικού 205GP, το πώς δηλαδή ήταν εθιστικό να οδηγείς επιθετικά και γρήγορα λες και ήσουν… θυμωμένος. Μόλις αποκτούσες μια λογική εμπειρία οδήγησης σε πίστα και της οδήγησης ενός δίχρονου, μοτοσυκλέτες σαν κι αυτή ήταν οι ιδανικές για να σε κάνουν να νιώσεις ως ο κυρίαρχος του σύμπαντος. Ήταν αρκετά γρήγορη για να σε συναρπάσει χωρίς να σε τρομάξει, η συμπεριφορά της ήταν λες και είχε αυτόματο πιλότο και άλλαζε κατεύθυνση χωρίς να απαιτεί δύναμη ή προσπάθεια, μόνο ικανότητα και συγχρονισμό για να το κάνει σωστά.

Όσο περισσότερο χρόνο πέρναγα με το Gilera τόσο πιο εθιστικό γινόταν, ενώ βελτίωνα την τεχνική μου, καθάριζα τις γραμμές μου, δούλευα πάνω στα σημάδια των φρένων και εκμεταλλευόμουν στο έπακρο το εξαιρετικό Traction control για να ανοίγω το γκάζι περισσότερο και νωρίτερα σε κάθε γύρο. Αυτό συμβαίνει γιατί αισθάνεσαι πως έχεις τον απόλυτο έλεγχο της μοτοσυκλέτας κι όχι αυτή τον δικό σου –όπως συμβαίνει με τις μοτοσυκλέτες των MotoGP- ενώ η σύνδεση μεταξύ δεξιού τροχού και πίσω ελαστικού ήταν πάντα άμεση και ακριβής.

Με δεδομένο ότι θα είχες το νου σου να κρατάς τον κινητήρα στο ωφέλιμο εύρος στροφών και να εκμεταλλεύεσαι το κιβώτιο σωστά, γινόσουν ένα με την μοτοσυκλέτα και δεν καθόσουν απλά πάνω της, ήσουν κομμάτι της.

Πέρα από ένα αντίστοιχα εξιταριστικό αλλά πιο αργό μονοκύλινδο, τετράχρονο, Supermono , δεν ξέρω άλλη μοτοσυκλέτα για μεσαίου μεγέθους αναβάτες που να σε βάζει τόσο πολύ μέσα στην οδήγηση όσο ένα αγωνιστικό 250GP, κι αυτό σίγουρα δεν ισχύει για τα πιο βαριά Moto2 που τα αντικατέστησαν.

Λυπάμαι που έπρεπε να αποχαιρετήσω τις πιο διασκεδαστικές, πιο απολασυτικές και πιο συναρπαστικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες (από την πλευρά του αναβάτη), αλλά είναι τιμή και προνόμιο που απέδωσα έναν φόρο τιμής οδηγώντας την Gilera του Simoncelli στα 100α γενέθλια της εταιρείας. Αν ο SuperSic δεν ξεκίναγε την χρονιά με έναν σπασμένο καρπό, θα είχε κατακτήσει τον δεύτερο σερί τίτλο του!

Όταν όμως οδηγούσα στην στα πιτς του Mugello για να μπω στο box της Gilera, συνειδητοποίησα πως αυτό ήταν το τέλος μιας εποχής –η τελευταία φορά που οδήγησα ένα δίχρονο 250GP. Η μοτοσυκλέτα που έκανα μαζί της 17 γύρους στο Mugello ήταν η Ιστορία σε δύο ρόδες… Κάποιος να μου δώσει ένα χαρτομάντηλο παρακαλώ…