BMW G310GS 2017

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

8/11/2016

Η BMW παρουσίασε στην EICMA την δεύτερη μοτοσυκλέτα της για την κατηγορία Α2 των διπλωμάτων, με κάτω από 500 κυβικά, το αναμενόμενο εδώ και αρκετό καιρό G3130GS. Ακόμη και η BMW, που έχει γίνει συνώνυμο με τις ακριβές, μεγάλες και πλούσιες σε εξοπλισμό μοτοσυκλέτες, αντιλαμβάνεται ότι μεγάλο μέρος πλέον του εν δυνάμει αγοραστικού κοινού ψάχνει λύσεις προσιτές για την καθημερινή μετακίνηση, που δεν χρειάζεται να ξεπερνούν τα 150 άλογα… Αν αυτό μπορεί να συνδυαστεί με στιλ και εμφάνιση, βεβαίως, ακόμη καλύτερα!


Το νέο μέλος της "φαμίλιας" των GS, είναι βασισμένο πάνω στο επίσης άρτι αφιχθέν G310R και με το καλημέρα έχει να αντιμετωπίσει έναν σκληρό και δύσκολο ανταγωνισμό, καθώς στην ίδια έκθεση έκαναν το ντεμπούτο τους τα Honda CRF250 Rally, Suzuki Versys 250 και Kawasaki Versys-X 300.
Ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος, κινητήρας των 313cc αποδίδει 34 ίππους, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 169,5 κιλά. Το ύψος της σέλας του είναι στα 835 χιλιοστά, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα είναι απαγορευτικό ακόμη και για γυναίκες ή κοντύτερους αναβάτες, ενώ ο μπροστινός τροχός είναι διαστάσεων 19 ιντσών.


Αυτό το… baby GS είναι το μοναδικό GS που κατασκευάζεται εκτός Γερμανίας, αλλά αυτό δεν φαίνεται να το εμποδίζει στο να μείνει πιστό όσο το δυνατόν πιο πολύ στα σχεδιαστικά πρότυπα των μεγαλύτερων GS, με το χαρακτηριστικό ρύγχος, τα πλαστικά του ψυγείου και το σχήμα του ρεζερβουάρ.
Το ατσάλινο σωληνωτό πλαίσιο είναι ακριβώς ίδιο με του "R", όπως και οι χυτές ζάντες με τα πέντε "μπράτσα", αλλά και το εξάρι κιβώτιο. Αντιθέτως, το πιρούνι των 41mm έχει μεγαλύτερη διαδρομή κατά 49 χιλιοστά σε σχέση με του G310R (χωρίς ρυθμίσεις), ενώ το αμορτισέρ μπορεί να ρυθμιστεί ως προς την προφόρτιση.


Το ABS ανήκει φυσικά στον στάνταρ εξοπλισμό του, όπως και η ψηφιακή οθόνη LCD που παρέχει πλήθος πληροφοριών. Αυτό που δεν γνωρίζουμε ακόμη είναι η τιμή του, καθώς είναι ένας παράγοντας που σε αυτή την κατηγορία κυβικών παίζει έναν πολύ υψηλά ιεραρχημένο ρόλο.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.