Lin Jarvis: "Ο Lorenzo ήρθε στη Yamaha ως αντικαταστάτης του Rossi"
Αποκαλύψεις για το παρασκήνιο της μεταγραφής
Από τον
Λάζαρο Μαυράκη
2/1/2020
Ο Jorge Lorenzo μεταπήδησε στην κορυφαία κατηγορία των MotoGP όντας δύο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής στην κατηγορία των GP250, υπογράφοντας, ως εργοστασιακός αναβάτης της Yamaha και team mate του Valentino Rossi, το 2008. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ήταν έντονα αντιληπτή η εχθρικότητα μεταξύ των δύο αναβατών, ειδικά όταν ο νεαρός –τότε- Ισπανός, πήρε την pole position στο ντεμπούτο του στην κατηγορία, ενώ στον τρίτο αγώνα πήρε την πρώτη του νίκη στα MotoGP.
Η Yamaha βρέθηκε με δύο "ντίβες" στο box της που ανταγωνιζόντουσαν μεταξύ τους για το ποιος θα αποτελέσει το "πρώτο όνομα" της ομάδας, με αποκορύφωμα τον περίφημο τοίχο που υψώθηκε μέσα στο γκαράζ της ανάμεσα στους δύο αναβάτες, με πρωτοβουλία του Rossi, προκειμένου να μην υπάρχει "διαρροή" δεδομένων. Αυτόματα δημιουργήθηκε η απορία σε όλο τον κόσμο σχετικά με το πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί η Yamaha μια τόσο δύσκολη κατάσταση, η οποία ωστόσο της έφερε τρεις παγκόσμιους τίτλους (το 2008 και το 2009 με τον Rossi, και το 2010 με τον Lorenzo, πριν φύγει ο Rossi για την ομάδα της Ducati), αλλά και ποιο ήταν το σκεπτικό πίσω από μια τέτοια απόφαση, που ήταν δεδομένο ότι θα έφερνε ένταση μέσα στα πιτς.
Μια συνέντευξη που έδωσε στο CNN το αφεντικό της Yamaha Racing, Lin Jarvis, ρίχνει φως στο μυστήριο και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό πώς έφτασαν τα πράγματα ως εκεί. Όπως, λοιπόν, δήλωσε χαρακτηριστικά, ο σχεδιασμός της Yamaha δεν ήταν ποτέ να συνυπάρξουν Rossi και Lorenzo στο ίδιο γκαράζ, αφού στην Yamaha περίμεναν πως ο Γιατρός θα πήγαινε στην Formula 1, κάνοντας μια μεγάλη στροφή στην καριέρα του.
Πράγματι, το 2006, ο Rossi είχε πραγματοποιήσει πολλές και επιτυχημένες δοκιμές με αυτοκίνητα F1, ενώ ήταν γνωστό πως η FIA ήταν "ζεστή" στην ιδέα να έχει στις τάξεις της έναν σούπερ σταρ του βεληνεκούς του Rossi.
Όμως, αυτή η κίνηση δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα οι Rossi και Lorenzo να επιδοθούν σε μια σκληρή κόντρα για το ποιος θα είναι ο επικρατέστερος μέσα στην ομάδα. Η κόντρα αυτή συνεχίστηκε και το 2013, όταν ο Rossi επέστρεψε στην Yamaha μετά τα δύο "πέτρινα χρόνια" στην Ducati, μέχρι που ακολούθησε την ίδια πορεία ο Lorenzo το 2017, όταν και μετακόμισε στους "κόκκινους".
"Η αντιπαλότητα είχε χτυπήσει κόκκινο, γιατί ο Rossi ήταν ο κυρίαρχος μέχρι εκείνη την στιγμή και ο Lorenzo ήταν ο νεοεισερχόμενος σφετεριστής", είπε ο Jarvis. "Είναι δύσκολη η διαχείριση όταν έχεις δύο κορυφαίους αναβάτες στην ομάδα, αλλά όταν το καταφέραμε, κατακτήσαμε τρεις φορές σερί και τους τρεις τίτλους στα MotoGP. "Όταν έχεις ανταγωνιστικούς αναβάτες ανεβαίνει το επίπεδο της ομάδας, σπρώχνει ο ένας τον άλλον και απλά ελπίζεις να μην αποδειχθούν αυτοκαταστροφικοί. Εμείς γελούσαμε, γιατί όταν προσλάβαμε τον Jorge ως rookie, πριν καν βρεθεί στα MotoGP, τον προσλάβαμε ως αντικαταστάτη του Rossi, διότι θεωρούσαμε ότι ο Valentino θα αποσυρθεί και θα πήγαινε στην Formula 1. Αυτό συνέβη το 2006, και τότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο Lorenzo θα αποσυρόταν πριν τον Valentino! Η ζωή είναι περίεργη μερικές φορές…"
Δύο από τις V4 Honda του Joey Dunlop σε δημοπρασία από την Bonhams
Στις 12 Οκτωβρίου RC30 και RC45 στο Classic Motorcycle Mechanics Show από τον οίκο Bohnams
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
26/9/2025
Δύο από τις αγωνιστικές Honda V4 με ιστορικές νίκες, που οδήγησε ο θρυλικός Joey Dunlop, 26 φορές νικητής στο Isle of Man TT, θα βγουν σε δημοπρασία στις 12 Οκτωβρίου στο Classic Motorcycle Mechanics Show, από τον οίκο Bonhams
Περισσότερες από 200 μοτοσυκλέτες θα περάσουν από το σφυρί στη συγκεκριμένη δημοπρασία, με τις δύο αγωνιστικές μοτοσυκλέτες του Joey να προέρχονται απευθείας από την οικογένεια Dunlop στην ιδιοκτησία της οποίας είχαν παραμείνει.
Οι μοτοσυκλέτες του Dunlop που θα δημοπρατηθούν είναι η Honda RC30 με την οποία ο Joey κέρδισε το Isle of Man TT το 1988, καθώς και η Honda RC45 με την οποία κέρδισε το Ulster Grand Prix το 1999.
Ανάμεσα στις 200 μοτοσυκλέτες, πάνω από 60 θα προσφερθούν χωρίς τιμή εκκίνησης, ενώ τα δύο γνήσια αγωνιστικά Honda είχαν εκτεθεί στο παρελθόν στο "Joey’s Bar" στο Ballymoney, την γενέτειρα του Dunlop.
"Το να προσφέρεις μία από αυτές τις μοτοσυκλέτες είναι κάτι το εξαιρετικό, το να προσφέρεις και τις δύο μαζί, την νικήτρια του Isle of man TT, RC30, και την νικήτρια του Ulster Grand Prix, RC45, από τη συλλογή της οικογένειας, είναι ένα μοναδικό γεγονός ", δήλωσε ο Dave Hancock, σύμβουλος της Bonhams Motorcycles και συντάκτης του MCN.
"Για τους συλλέκτες και τους φίλους των αγώνων δρόμου, αυτή είναι μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αποκτήσουν τις μοτοσυκλέτες που σφράγισαν το κλείσιμο ενός κεφαλαίου στην καριέρα του Joey Dunlop."
Honda RC30 – Νικήτρια του Isle of Man TT 1988
Λίγες μοτοσυκλέτες συνδυάζουν τεχνολογική σημασία, αγωνιστικές επιτυχίες και συναισθηματική αξία όσο η Honda RC30 του Joey Dunlop, η μοτοσυκλέτα με την οποία κέρδισε το Formula 1 TT στο Isle of Man το 1988, χαρίζοντας στη VFR750R την πρώτη της νίκη στο νησί.
Κατασκευασμένη από το HRC αποκλειστικά για να κατακτήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike, η RC30 έφερε την τεχνολογία των GP στον δρόμο. Είχε χειροποίητο V4 κινητήρα 748cc, κίνηση με γρανάζια στους εκκεντροφόρους και 112 ίππους, κιβώτιο έξι σχέσεων με συμπλέκτη περιορισμένης ολίσθησης, τετραπίστονες δαγκάνες, quick-release πιρούνι και μονόμπρατσο ψαλίδι για γρήγορη αλλαγή τροχών. Για όλα τα ανωτέρω, όταν κυκλοφόρησε, δικαίως θεωρήθηκε καθαρόαιμο εξωτικό μοντέλο.
Και η RC30 δικαίωσε την αποκλειστικότητά της, ο Fred Merkel κατέκτησε τους δύο πρώτους τίτλους WSBK, ο Carl Fogarty δύο σερί Formula 1 TT, ενώ η αντοχή της αποδείχθηκε με νίκες σε Le Mans, Spa και Suzuka.
Στο Isle of Man του 1988 η λάμψη της κορυφώθηκε. Ο Joey Dunlop κέρδισε το Formula 1 TT με μέση ταχύτητα 187,09 km/h και ολοκλήρωσε το δεύτερο hat-trick της καριέρας του με νίκες σε Junior TT και Senior TT, όπου έσπασε το ρεκόρ γύρου ανεβάζοντάς το στα 190,77 km/h. Ο ίδιος δήλωνε ότι η RC30 του έδωσε την ακρίβεια και την αυτοπεποίθηση για να πιέσει πιο σκληρά από ποτέ, χαρακτηρίζοντάς την ως τη μοτοσυκλέτα που "άλλαξε τα πάντα".
Η συγκεκριμένη RC30 αγωνίστηκε επίσης στο πρώτο γύρο της ιστορίας του WSBK στο Donington Park το 1988, όπου ο Dunlop ανέβηκε στο βάθρο, καθώς και σε Hungaroring και Hockenheimring, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να σταθεί και στις πίστες κλειστού τύπου απέναντι στους κορυφαίους του κόσμου.
Με σφραγισμένο εργοστασιακό πλαίσιο και κινητήρα HRC full kit με σπάνια flat-slide καρμπυρατέρ μαγνησίου, με την υπογραφή του θρυλικού βελτιωτή Tony Scott, η RC30 αυτή αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές νικηφόρες μοτοσυκλέτες TT που έχουν υπάρξει. Σήμερα, για πρώτη φορά, προσφέρεται σε δημοπρασία, μια ανεπανάληπτη ευκαιρία για κάθε συλλέκτη και λάτρη των αγωνιστικών Honda V4.
Honda RC45 – Νικήτρια του Ulster Grand Prix 1999
Η Honda RC45 (RVF750), που παρουσιάστηκε το 1994 ως διάδοχος της θρυλικής RC30, αποτέλεσε μια πλήρη εξέλιξη σε όλους τους τομείς. Παρέμεινε περιορισμένη έκδοση για homologation, εξοπλισμένη με ψεκαστό V4 κινητήρα 749cc με μπιέλες τιτανίου, κίνηση με γρανάζια στους εκκεντροφόρους και νέες διαστάσεις διαμέτρου και διαδρομής. Απέδιδε περίπου 120 ίππους στη stock έκδοση και σημαντικά περισσότερους στις αγωνιστικές προδιαγραφές. Το πλαίσιο ήταν νέο, διπλού δοκού αλουμινένιο, πιο άκαμπτο, με πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Showa (σε αυτή τη μοτοσυκλέτα τοποθετήθηκαν Ohlins) και τα πιο εξελιγμένα, της εποχής εκείνης, φρένα της Nissin. Ήταν μια από τις τεχνολογικά πιο προχωρημένες superbikes της εποχής, αν και αρχικά επισκιάστηκε από την Ducati 916. Παρ’ όλα αυτά, χάρισε στη Honda το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike το 1997 με τον John Kocinski, ενώ πέτυχε νίκες σε Isle of Man TT, North West 200 και Suzuka 8 Hours.
Για τον Joey Dunlop, η RC45 αποτέλεσε τη μοτοσυκλέτα των τελευταίων μεγάλων του επιτυχιών. Οδήγησε την RC45 σε TT, North West 200 και Dundrod, με αποκορύφωμα το Ulster Grand Prix του 1999, όπου στα 47 του χρόνια κέρδισε έναν από τους πιο θρυλικούς αγώνες της δεκαετίας απέναντι σε αναβάτες όπως ο David Jefferies και ο Ian Duffus με Yamaha R1. Η μάχη κράτησε έξι γύρους με μέση ταχύτητα πάνω από 193 km/h, και ο Joey επικράτησε, πανηγυρίζοντας την 24η του νίκη στο Ulster GP.
Η RC45 συνέχισε να αγωνίζεται διεθνώς έως το 2000, με τον Dunlop να την οδηγεί και στο Talin της Εσθονίας, όπου κέρδισε αγώνες στις κατηγορίες 600cc και 750cc, αγώνα που δυστυχώς κόστισε τη ζωή του. Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είναι μία από τις ελάχιστες RC45 που είχε ετοιμάσει η Honda, με εργοστασιακό αγωνιστικό πλαίσιο και κινητήρα χωρίς αριθμό, όπως ήταν η συνήθεια στα HRC αγωνιστικά και με μεταλλική πλακέτα στο πλαίσιο για τις διεθνείς μετακινήσεις. Ο κινητήρας της είναι ο τελευταίος RC45 που προετοίμασε ο αείμνηστος Steve Mellor (V&M Racing).
Η RC45 αυτή δεν είναι απλώς μια αγωνιστική superbike, είναι η μοτοσυκλέτα που χάρισε στον Joey Dunlop μια από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες νίκες του και μια από τις τελευταίες του παρουσίες στο βάθρο. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της αγωνιστικής του κληρονομιάς.
Και οι δύο μοτοσυκλέτες θα παρουσιαστούν με εκτίμηση τιμής μεταξύ £80,000 και £100,000 (περιπου 90.000€ με 115.000€). Μέχρι σήμερα φυλάσσονταν από την οικογένεια Dunlop και είχαν οδηγηθεί μόνο σε ειδικές περιστάσεις, όπως στη φετινή εκδήλωση "Joey 25" στο Ballymoney, που τίμησε τη μνήμη και την κληρονομιά του αδικοχαμένου αναβάτη.