Africa Kursk

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/10/2014

Θυμάστε την ιστορία της ανάσυρσης ενός Africa από τα παγωμένα νερά του Μέγδοβα; Είχε  δημοσιευτεί πριν λίγο καιρό στο MOTO, στο τεύχος 533. Τώρα λοιπόν υπάρχει το video! Με αυτή την αφορμή, αναδημοσιεύουμε και το άρθρο του περιοδικού, για όσους δεν γνωρίζουν την πλήρη ιστορία. Μάθετε πώς κατάληξε εκεί το Africa, και δείτε το να βγαίνει μέσα από τα παγωμένα νερά!

 

Αναδημοσίευση από τεύχος 533:

Πρωινός καφές και χάζεμα φωτογραφιών στο ίντερνετ. Τα γνωστά. Βλέπω ότι ανέβασε ο φίλος μου ο Γιάννης ο Τσιοπελάκος μερικές φωτογραφίες -η καλύτερη μου! Πάντα χαζεύω με το πόσο τον ταξιδεύει το "ταπεινό" του Africa και πάντα ζηλεύω. Μηχανάκια δε ζηλεύω, αλλά αυτό που κάνει ο Γιάννης το ζηλεύω. Αυτό το Africa έχει πατήσει βουνά χιόνια και αμμουδιές που θα τα ζήλευαν πολλές πιο "ταξιδιάρες" ας πούμε.

Αρχίζω να περνάω από παλιότερες του φωτό σε πιο καινούριες για να φτάσω και στις σημερινές. Μια ωραία φωτό από το Africa πάνω στα βουνά, άλλη μια σε κατηφόρα που σου κόβει το αίμα, να κι εδώ το Africa κάτω απ’ το νερό, να το κι εδώ να το παίρνει ο χείμαρρος και ξαφνικά συνειδητοποιώ ΤΙ βλέπω τόση ώρα.

Κοιτάζω να δω αν ανέβασε αυτός τις φωτογραφίες ή κάποιος άλλος για να καταλάβω αν είναι καλά! Ευτυχώς τις ανέβασε αυτός… Μιλάμε στο τηλέφωνο, μαθαίνω την ιστορία… Ο Γιάννης πάντα με απλό, ήρεμο τρόπο, "δεν έγινε και τίποτα". Ακολουθεί η αφήγηση του "δεν έγινε και τίποτα". Φτιάξτε καφέ και πάμε…

------------------------------------

Nα βρεθούμε βρε αδερφέ το Σάββατο, έτσι για κάνα καφέ, για κάνα τσίπουρο στην πλατεία. Μπα, δεν είναι αυτά για μένα. Nα φύγω, ν'ανασάνω, να σκάσω απ' οξυγόνο και χωματίλα. Καταμεσήμερο με το βλέμμα προς τη Νεράιδα Ιτάμου. Φεύγω. Πρόσεχε... η αγκαλιά της γυναίκας μου, ο φόβος, ξέρει αυτή.

Aπό την Καρδίτσα στο Καλλίθηρο και ανηφορίζω για Ραχούλα. Περνάω και το Σαραντάπορο και καταλήγω στη Νεράιδα. Μέχρι εκεί από άσφαλτο. Μέχρι εκεί δέχθηκα το σήκωμα του χεριού των ντόπιων και το χαμόγελο που χαρίζουν απλόχερα. Αργότερα θα μάθαινα από πρώτο χέρι ότι χαρίζουν και ανθρωπιά.

Από τη Νεράιδα βγαίνοντας, ένας δρόμος πηγαίνει προς το Κλειστό και ένας άλλος χωματόδρομος κατεβαίνει δεξιά και οδηγεί σε μια διακλάδωση. Εκεί, συνεχίζοντας ευθεία καταλήγει στον ποταμό Ταυρωπό ή Μεγδοβα. Και απέναντι υπάρχει δρόμος που βγαίνει στη Μαυρομάτα. Γυρίζοντας πίσω στη διακλάδωση, ο άλλος χωματόδρομος κατεβαίνει δεξιά και καταλήγει στη θέση Μπέσια, όπου περνάει επίσης το ποτάμι.

Βρίσκομαι λοιπόν στη διακλάδωση. Κατεβαίνω και αντικρίζω το γκριζοπράσινο ποτάμι, φαρδύ, ορμητικότατο, φασαριόζικο, πανέμορφο. Το σκηνικό συμπληρώνουν τα τεράστια γυμνά δέντρα. Διακρίνω το δρόμο απέναντι για τη Μαυρομάτα. Άστο Γιάννη, μονολογώ, για το καλοκαίρι. Αδύνατον να περάσεις τώρα.

Γυρίζω και αποφασίζω να κατέβω στη Μπέσια. Οααα, λέω, εδώ είναι πιο ήρεμα τα πράγματα. Απέναντι φαίνεται και ο δρόμος που οδηγεί στα Καμάρια Αγράφων. Εδώ είμαστε. Μια πρώτη, μια γκαζιά, μπαίνω... και ξαφνικά το νερό έχει φτάσει στο ντεπόζιτο. Και σβήνει η μηχανή. Γαμώτο! Το νερό έχει τρελαμένη ορμή, γέρνω αριστερά και σκέφτομαι ότι πέφτω. Αλλάζω θέση και ξεκαβαλάω από δεξιά. Από το τιμόνι και τη σχάρα τραβάω τη μηχανή κόντρα στο νερό, αρχίζω και γλιστράω. Σκέφτομαι, όχι έτσι... Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς άλλα πιάνω με το αριστερό χέρι τη βαλίτσα και με το δεξί τη σέλα και με πολλή προσπάθεια βρίσκομαι από την άλλη μεριά. Πλέον σπρώχνω τη μηχανή κόντρα στη ροή του νερού. Κάνω μερικές προσπάθειες μπρος πίσω, τίποτα. Με το παραμικρό ένιωθα ότι τη χάνω. Την τρέλα μου μέσα! Εκεί έφυγε η πρώτη κραυγή, απόγνωσης, βοήθειας, δε θυμάμαι... Κάτσε 'δω, δεν πας πουθενά. Το κινητό που είναι; Στη βαλίτσα, μάλιστα. Πέφτω πάνω στη μηχανή με το δεξί πλευρό και το δεξί γόνατο. Τραβάω τα κλειδιά από το διακόπτη, ξαναγυρίζω στην προηγούμενη στάση. Πέφτω με το στήθος πάνω στη μηχανή και με το δεξί χέρι καταφέρνω κι ανοίγω τη βαλίτσα. Το κινητό, σήμα μηδέν. Αρχίζω και παίρνω διάφορα νούμερα. Τίποτα, νέκρα. Ξαναπαίρνω τον Κώστα συνέχεια. Απαντάει, φωνάζω, ακούει τα μισά, φωνάζω ξανά και ξανά, κάτι λέει, κλείνει, με παίρνει, φωνάζω ξανά και ξανά, καταλαβαίνει, το κινητό κλείνει, το ανοίγω, μήνυμα από τον Κώστα. ''Ερχόμαστε''. Περιμένω, το ποτάμι ατέλειωτο. Φωνάζω μακρόσυρτα εεεεεεεεεεε κάθε λίγα δευτερόλεπτα, ακούγεται άραγε η φωνή μου; Σε χαράδρα είμαι, το ποτάμι έχει τέτοιο θόρυβο που νιώθω ότι χάνεται η φωνή μου στον αέρα. Κράτα Γιάννη, έρχονται, πότε όμως; Από την Καρδίτσα, εάν έρχονται με αυτοκίνητο, μέχρι εκείνο το σημείο είναι δυο ώρες δρόμος. Φωνάζω συνεχώς. Εεεεεεεε! Έχω σκύψει το κεφάλι και βλέπω το νερό, γελάω δυνατά, διψάω ρε! Εδώ, πιες τώρα να σκάσεις! Ακούω μια φωνή. ''Τι έπαθες ρε παιδι;'' Γυρνάω και βλέπω έναν παππού. Κάνω να μιλήσω και εμφανίζονται και δυο κυρίες, άκουσαν τις φωνές μου και κατέβηκαν μέχρι εκεί . Τι να κάνουν; Να πάρουμε στο χωριό τηλέφωνο για βοήθεια, δεν έπιανε κανένα κινητό πλέον. Δεν πειράζει, λέω, έρχονται από την Καρδίτσα. "Αντέχεις παιδί μου;", ρωτάει ο πάππος ο Ηλίας. Αντέχω και δεν αντέχω, κρατάω. Αρχίζω και κρυώνω. Τι να κάνουν και οι κορντούρες και οι μπότες; Ξαναδοκιμάζουν με τα κινητά, τίποτα. Να ανεβούν μέχρι το χωριό είναι πάνω από μιάμιση ώρα δρόμος με τα πόδια. Θα περιμένω, όπου να 'ναι έρχονται από την Καρδίτσα. Το αριστερό πόδι μου δεν το νιώθω. Θέλω να μιλήσω στον παππού και δεν μπορώ. Είμαι μούσκεμα, Τρέμω τώρα για τα καλά. Σαν να σκοτεινιάζει κιόλας. Δε μπορεί, είναι νωρίς ακόμη.... Δε βλέπω καλά, το αριστερό χέρι μουδιάζει, δεν μπορώ να πιάσω άλλο, είμαι περίπου μιάμιση ώρα στο νερό. Γέρνω λίγο προς τα πίσω... Έφυγε αριστερά πλαγιασμένη, στριφογυρίζει τέσσερις φορές, τη βλέπω να σταματάει στη μέση του ποταμού είκοσι μέτρα πιο κάτω ανάμεσα σε βράχια. Ακούω φωνές, ο μπαρμπα-Ηλίας. "Βγες, βγες γρήγορα!". Κάνω να βγω, ένα, δύο, τρία και σωριάζομαι στην όχθη. Μου βγάζουνε τα ρούχα όλα και μου δώσανε να βάλω μια μπλούζα που είχε μαζί της η κυρα-Κωνσταντία, μια άλλη μπλούζα που είχε ο μπαρμπα-Ηλίας και για παντελόνι κάτι παλιόπανα που βρήκαν στις όχθες και τα έδεσα όπως-όπως γύρω από τη μέση μου. "Και τώρα περπάτα, περπάτα γρήγορα να κυκλοφορήσει το αίμα". Πάνω-κάτω για κάνα δεκάλεπτο. Σερνόμουν, και το βλέμμα εκεί στη σούδα, στη μηχανή. Έρχονται, να 'τοι οι φίλοι μου. Ο Κώστας Μπακαλάκος, ο Σάκης Κατσίγιαννης, ο Σάκης Ζαγορίτης, με ένα 4x4, με ρούχα στεγνά, με λόγια παρηγοριάς. "Να τη βγάλουμε", λένε όλοι μαζί. Κάθε προσπάθεια όμως μόνο και προσέγγισης, ήταν αδύνατη. Άρχισε να σουρουπώνει. Ο μπαρμπα-Ηλίας είπε τη σωστή κουβέντα: "Παιδιά στο σημείο που είναι, δεν πρόκειται να μετακινηθεί η μηχανή, να ανεβούμε στο χωριό και κει να βρούμε τον Κώστα τον Μονάντερο, έχει φορτηγό με γερανό και ίσως μπορέσει να τη βγάλει αύριο με το φως της μέρας".

Ανεβήκαμε στο χωριό και μέχρι να φτάσουμε είχα ζεσταθεί, αλλά δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Λίγο ακόμη να κρατούσα... Βρήκαμε τον Κώστα τον Μονάντερο. "Θα κατέβω να δω που βρίσκεται. Εσείς πάτε στα σπίτια σας και μιλάμε αύριο το πρωί, θα τη βγάλουμε".

Μια νύχτα άυπνος, παρ’ όλη την κούραση. Το πρωί ξανά με τον Μπακαλάκο και τον Ζαγορίτη τραβήξαμε προς τη Νεράιδα. Μιλάω με τον Κώστα. "Τραβάτε κάτω εσείς και το μόνο που θέλω είναι να καθαρίζετε τις στροφές από τις πέτρες να μη σκίσω κάνα λάστιχο''. Το πώς κατέβασε εκείνο το τέρας από κείνες τις στροφές, παραμένει για μένα μυστήριο. Φτάσαμε στο ποτάμι, η μηχανή εκεί. Πέρασε το φορτηγό απέναντι, κατέβηκε μια ομάδα ντόπιων και με κινήσεις ακριβείας ακροβολίστηκαν στην όχθη. Το πόρισμα βγήκε σε δευτερόλεπτα. Αδύνατον να μπει άνθρωπος μέσα, έστω και δεμένος. Ορμητικά νερά και μεγάλο βάθος στο σημείο που ήταν η μηχανή. Μα τι κάνουν; Ααα μάλιστα, πολυμήχανοι ντόπιοι, έκοψαν δέντρο και το έριξαν με άκριβεια εκατοστού, δίπλα στη μηχανή. Περπάτησε ο Κώστας ο Μονάντερος και πέρασε τον ιμάντα μέσα από το ψαλίδι. Εν τω μεταξύ ο Μπάμπης ο Ζήσης έβαλε το φορτηγό μέσα στο ποτάμι με την όπισθεν και το σταθεροποίησε σε απόσταση ασφαλείας με τα σιδερένια πόδια που έχει πίσω. Ο γερανός έκανε τα υπόλοιπα. Μαλακά και αθόρυβα σήκωσε το Άφρικα και με ακρίβεια το ακούμπησε στην καρότσα του φορτηγού. Επιστροφή στο χωριό, στάση στο ταβερνάκι του μπαρμπα-Μήτσου Μονάντερου. Εκεί έγινε και η μεταφόρτωση στο αγροτικό του φίλου Ζαγορίτη, εκεί καθίσαμε και ήπιαμε δυο τσίπουρα να γλυκαθούμε, να μας χαμογελάσει ο μπαρμπα-Μήτσος και να μας διηγηθεί ιστορίες της περιοχής. "Το ποτάμι, δύναμη μεγάλη", λέει ο Μονάντερος, "έχουν κολλήσει τζιπ, αγροτικά, αυτοκίνητα, φορτηγά, αλλά μηχανή πρώτη φορά...".

Για όλη αυτή την προσπάθεια ο Κώστας ο Μονάντερος ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΕ να πάρει ούτε ένα ευρώ. "Εσύ να ‘σαι καλά", μου είπε, "και άσε τα λεφτά. Και να μας έρχεσαι τακτικότερα, να πίνουμε κάνα κρασί". Μείναμε χαμογελαστοί.

Η μηχανή μεταφέρθηκε σε χώρο του φίλου Κώστα Μπακαλάκου. Ταξιδιώτης, τρελός με τα βουνά, μερακλής με τις μηχανές. "Αναλαμβάνω εγώ", μου λέει. Σήμερα το Άφρικα κελαηδάει.

--------------------------

Θέλω να ευχαριστήσω τον Κώστα Μπακαλάκο, το Σάκη Ζαγορίτη και το Σάκη Κατσίγιαννη. Η ηθική τους συμπαράσταση είναι ανεκτίμητη

κείμενο, φωτό: του Γιάννη Τσιοπελάκου

πρόλογος του Λύκου

 

 

 

 

 

Ετικέτες

Επεισοδιακό ταξίδι του Κωνσταντίνου Μητσάκη στη Λευκορωσία-Ουκρανία με KOVE 800X PRO [Photos]

Ο Έλληνας αναβάτης έζησε από κοντά το πολεμικό κλίμα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

28/5/2026

Η ΓΚΟΡΓΚΟΛΗΣ Α.Ε. συνεργάστηκε για ακόμη μία φορά με τον Κωνσταντίνο Μητσάκη, στηρίζοντας ένα απαιτητικό οδοιπορικό με πρωταγωνίστρια την KOVE 800X PRO και προορισμό τη Λευκορωσία και την Ουκρανία.

Το ταξίδι αυτό μόνο εύκολη υπόθεση δεν ήταν αφού η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο, με όποιους κινδύνους και εμπόδια μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια του Μητσάκη: “Η Λευκορωσία και το Γεωγραφικό Κέντρο της Ευρώπης, στη Λιθουανία, συνιστούσαν τους δύο εξεζητημένους ταξιδιωτικούς προορισμούς του KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026, ενός οδοιπορικού που θα διέτρεχε 10 ευρωπαϊκές χώρες, περνώντας από την περιοχή των Σκοπίων, τη Σερβία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Πολωνία, τη Λευκορωσία, τη Λιθουανία, την Ουκρανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Όμως, κορύφωση του οδοιπορικού στην Ανατολική Ευρώπη θα αποτελούσε η διάσχιση της εμπόλεμης Ουκρανίας, με προορισμό την πόλη Λβιβ και την πρωτεύουσα Κίεβο.

kove

Η γνωστή, μόνιμη εμμονή μου για συναρπαστικές δίτροχες εμπειρίες και πιο αλλόκοτες ανθρώπινες ιστορίες, αυτή τη φορά θα με οδηγούσε στα μονοπάτια μιας πραγματικά ριψοκίνδυνης περιπέτειας. Αψηφώντας τον θανάσιμο κίνδυνο που εγκυμονεί ένα ταξίδι με μοτοσυκλέτα στην εμπόλεμη ζώνη της Ουκρανίας, είχα αποφασίσει να επιχειρήσω το τολμηρό εγχείρημα να οδηγήσω την KOVE 800X PRO σε μία από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του κόσμου, ευελπιστώντας να μην αποτελέσω τον στόχο ρωσικών πυραύλων ή drones!”

Ο Έλληνας αναβάτης διέσχισε Σκόπια, Σερβία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Πολωνία με μόλις τρεις διανυκτερεύσεις, γράφοντας τα πρώτα 2.650 χιλιόμετρα, ενώ αφιέρωσε και λίγο χρόνο στον αγαπημένο του ποταμό Δούναβη. Κάπως έτσι έφτασε στη Λευκορωσία, που αποτελεί έναν από τους πιο αινιγματικούς προορισμούς της Ευρώπης.

Η είσοδος του Μητσάκη στην χώρα έγινε μετά από αυστηρό έλεγχο, όπως λήψη βιομετρικών δεδομένων, σφραγίδα εισόδου στο διαβατήριο, έλεγχο στις φωτογραφίες του κινητού και του προσωπικού προφίλ στα social media, μία διακριτική ανάκριση από τους ευγενέστατους συνοριοφύλακες αλλά και έλεγχο της KOVE 800X PRO με μηχάνημα X-Ray!

Ακολουθούν οι πρώτες εντυπώσεις του ταξιδιώτη: “Παρόλο που η Λευκορωσία ανεξαρτητοποιήθηκε από την πρώην ΕΣΣΔ το 1990, η Brest ήταν γεμάτη με σύμβολα-μνήμες της σοβιετικής εποχής: αστικά αρχιτεκτονήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, περίτεχνα σοβιετικά ψηφιδωτά με ιδεολογικά μηνύματα, σφυροδρέπανα, σοβιετικά αστέρια και λογότυπα, αγάλματα του Λένιν και κομμουνιστικά σφυροδρέπανα λειτουργούσαν σαν μια χρονομηχανή που με μετέφερε πίσω, σε αλλοτινές ιστορικές περιόδους!

"Απογευματινή άφιξη στο Minsk, check-in στο κατάλυμα, ένα καθαρό hostel στο κέντρο της πρωτεύουσας, γρήγορο μπάνιο και μια πρώτη βόλτα στους δρόμους του Minsk. Πριν ο ήλιος γύρει να κοιμηθεί, επισκέφθηκα το εκπληκτικό Μουσείο-Στούντιο Γλυπτικής 'Zair Azgur Memorial Studio', τον χώρο όπου ο διάσημος γλύπτης Zair Azgur κατασκεύαζε για το σοβιετικό καθεστώς γλυπτά και αγάλματα ιστορικών μορφών και συμβόλων της σοβιετικής εποχής. Εδώ είχα την ανεπανάληπτη εμπειρία να βρεθώ περιτριγυρισμένος από τον Λένιν, τον Στάλιν και τον Μαρξ.”

kove

Στο Minsk ο Κωνσταντίνος Μητσάκης έμεινε για τρεις ημέρες και ύστερα προσπάθησε να περάσει τα σύνορα της Λιθουανίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού απαγορευόταν η διέλευση μοτοσυκλετών από τη Λευκορωσία στη Λιθουανία! Αυτό σήμαινε πως ο Έλληνας αναβάτης θα έπρεπε να διανύσει επιπλέον 1.200 χιλιόμετρα και να περάσει από την Πολωνία για να φτάσει στον προορισμό του.

Μάλιστα δύο ημέρες πριν την άφιξή του στην Ουκρανία σημειώθηκε ο φονικότερος βομβαρδισμός της χώρας από την αρχή του έτους, με πάνω από 1.100 drones και δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους, όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο και ο Κωνσταντίνο Μητσάκης ήταν αποφασισμένος να περάσει τα σύνορα της Ουκρανίας. Μετά από μία ακόμη ανάκριση από τους συνοριοφύλακες, η είσοδος στην εμπόλεμη ζώνη είχε γίνει πραγματικότητα.

Η πρώτη διανυκτέρευση στην Ουκρανία έγινε στην πόλη Λβιβ, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος και η ζωή κυλούσε φυσιολογικά σε κανονικούς ρυθμούς, ενώ στη συνέχεια ο Μητσάκης άρχισε να κατευθύνεται προς την ουκρανική πρωτεύουσα, με τα αισθήματα της αγωνίας και της ανασφάλειας να εμφανίζονται, όπως είναι λογικό. Ο ίδιος αφηγείται: “Η απογευματινή άφιξή μου στο Κίεβο έγινε κάτω από βροχή και με απρόσμενο μποτιλιάρισμα στο κέντρο της πόλης. Στην ουκρανική πρωτεύουσα είχα προγραμματίσει (εκτός απροόπτου) τρεις διανυκτερεύσεις, ενώ καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του ξενοδοχείου έπαιξαν οι χρήσιμες συμβουλές ενός ντόπιου συντρόχου που συνάντησα στην είσοδο της πρωτεύουσας: 'ξενοδοχείο κατά προτίμηση κοντά σε σταθμό μετρό, μιας και είναι το ασφαλέστερο καταφύγιο σε περίπτωση βομβαρδισμού!' Έτσι κι έκανα τελικά…

"Την επόμενη μέρα ένας λαμπερός ήλιος οδήγησε τη δίτροχη περπατησιά μου στην κεντρική Πλατεία Ανεξαρτησίας (Maidan). Με αφετηρία την ιστορικότερη πλατεία της ουκρανικής πρωτεύουσας, που έχει συνδεθεί άρρηκτα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των Ουκρανών (Πορτοκαλί Επανάσταση–2004, Επανάσταση της Αξιοπρέπειας–2014), ξεκίνησα την περιήγησή μου στους δρόμους και στα αξιοθέατα της ουκρανικής πρωτεύουσας. Πάντα όμως με το βλέμμα ψηλά στον ουρανό, υπό τον φόβο των ρωσικών drones.”

kove

Η στιγμή που έζησε τον πόλεμο στο πετσί του δεν άργησε: “Μεσημέρι στο υπαίθριο πάρκινγκ του ξενοδοχείου λίπαινα την αλυσίδα της KOVE 800X PRO, όταν ξαφνικά άρχισαν να ηχούν αντιαεροπορικές σειρήνες συναγερμού. Πανικόβλητος άφησα παράμερα τη μοτοσυκλέτα και άρχισα να τρέχω στο εσωτερικό του ξενοδοχείου για να προστατευτώ. Φόβος και τρόμος! Μετά από περίπου 5 λεπτά ακούστηκαν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά και ακολούθησαν πάμπολλες ισχυρές εκρήξεις. Εντέλει, το πολεμικό σκηνικό κράτησε περίπου μισή ώρα, και μετά ηρεμία και πάλι.

"Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και που μού φάνηκε ολόκληρος αιώνας, συνειδητοποίησα με τον πλέον δραματικό τρόπο πως δεν αποτελούσα τον νοερό θεατή μιας κινηματογραφικής ταινίας, αλλά αντίθετα πρωταγωνιστούσα σε μια ρεαλιστική περιπέτεια προσωπικής επιβίωσης. Εδώ στο Κίεβο μόλις είχα πάρει το βάπτισμα του πυρός (κυριολεκτικά) στην εμπόλεμη Ουκρανία. Οι ντόπιοι, αντίθετα, δεν φάνηκε να αναστατώνονται ιδιαίτερα, αλλά μάλλον αντιμετώπισαν με αδιαφορία το συγκεκριμένο περιστατικό. Μετά από 4 χρόνια πολέμου και δεκάδες βομβαρδισμούς, λογικό είναι να έχουν συνηθίσει τη θανάσιμη καθημερινότητα.

"Ήταν η δεύτερη μέρα μου στο Κίεβο. Την προηγούμενη μέρα είχα επισκεφθεί την Πλατεία Ανεξαρτησίας, της οποίας ένα τμήμα έχει μετατραπεί σ’ ένα συγκινητικό μνημείο με χιλιάδες φωτογραφίες πεσόντων στρατιωτών και αναρίθμητες (μικρές και μεγάλες) ουκρανικές σημαίες. Λίγο πιο μακριά, μπροστά στη Μονή του Αγίου Μιχαήλ, παροπλισμένα τανκς, κατεστραμμένα επιβατικά αυτοκίνητα, drones και πλήθος πολεμικού εξοπλισμού σε κοινή θέα, αποτελώντας τις σοκαριστικές μαρτυρίες του πολέμου.

"Την τρίτη –και τελευταία– μέρα στο Κίεβο έκανα μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους της ουκρανικής πρωτεύουσας. Όπως στην Λβιβ, έτσι και στο Κίεβο, τα στιγμιότυπα  καθημερινότητας που αντίκριζα με τίποτα δεν μαρτυρούσαν την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα. Πλήθος κόσμου περπατούσε στους δρόμους της πόλης, παντού ανοικτά καταστήματα, λεωφόροι γεμάτες αυτοκίνητα και λεωφορεία, κατάμεστα τα πάρκα από κόσμο! Η ζωή κυλούσε ήρεμα και φυσιολογικά στο ηλιόλουστο Κίεβο, μέχρι τον επόμενο βομβαρδισμό! Και παρά τα τακτικά πλήγματα από drones, πουθενά στο ιστορικό κέντρο της πόλης δεν είδα βομβαρδισμένα κτίσματα ή κατεστραμμένα μνημεία – μόνο στα προάστια της πρωτεύουσας εντόπισα κατεστραμμένα κτίρια.

kove

"Νωχελικά απλωμένη στις όχθες του ποταμού Δνείπερου, η μητρόπολη της Ουκρανίας διέθετε μια γοητευτική πολεοδομική όψη, την οποία συνέθεταν οι παραποτάμιες αριστοκρατικές γειτονιές, οι περίλαμπρες Ορθόδοξες Μονές, τα κρατικά κτίρια σοβιετικής αρχιτεκτονικής, οι πολύβουες κεντρικές πλατείες, τα γαλήνια πάρκα, τα ανηφορικά καλντερίμια της Άνω Παλαιάς Πόλης και οι δενδροφυτεμένες λεωφόροι. Βασικό στοιχείο της ταυτότητας του Κιέβου συνιστούσε φυσικά το τεράστιο άγαλμα της Μητέρας Ουκρανίας (ύψος αγάλματος 62 μ.) που δέσποζε στη δεξιά όχθη του Δνείπερου και δέχθηκε την επίσκεψή μου. Κατασκευασμένο το 1981 από ανοξείδωτο χάλυβα, το εμβληματικό μνημείο υψωνόταν με μεγαλοπρέπεια στον ορίζοντα του Κιέβου και έμοιαζε να προστατεύει την ουκρανική πρωτεύουσα από τις εχθρικές επιδρομές.

Ξημερώματα, ώρα 04:10! Την τελευταία νύχτα στο Κίεβο ξύπνησα έντρομος από τις αντιαεροπορικές σειρήνες και το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα στη ρεσεψιόν και μαζί με τους υπόλοιπους πελάτες του ξενοδοχείου τρέξαμε στον κοντινό σταθμό μετρό HOLOSIIVSKA που εκτελούσε χρέη τοπικού καταφυγίου. Για δύο ώρες βίωνα σιωπηλός το σοκ μιας νυχτερινής επίθεσης με drones και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ δύο νεαροί Ουκρανοί που μιλούσαν αγγλικά μού περιέγραφαν τον πρόσφατο εγκλωβισμό δικών τους ανθρώπων κάτω από συντρίμμια πολυκατοικιών. Κάποιοι γλίτωσαν, άλλοι όχι!

Λήξη συναγερμού, επιστροφή στο ξενοδοχείο, πρόχειρο πρωινό, πακετάρισμα αποσκευών στη μοτοσυκλέτα και αναχώρηση μέσα στην πρωινή αχλή με προορισμό τα σύνορα της Ρουμανίας, 560 χλμ. νότια. Δίχως απρόοπτα ή δυσάρεστα γεγονότα καθοδόν, αργά το ίδιο απόγευμα (μετά από 11 ώρες οδήγησης) ο Ουκρανός συνοριοφύλακας σφράγιζε το διαβατήριό μου και άνοιγε τη μπάρα να περάσω στη Ρουμανία. Πριν όμως πατήσω μίζα, κοντοστάθηκα λίγο, κοίταξα πίσω μου σιωπηλός τη λαβωμένη Ουκρανία που με αποχαιρετούσε και συλλογίστηκα με θλίψη: Τέσσερα χρόνια πολέμου και η ειρήνη ξεχάστηκε…”