Africa Kursk

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/10/2014

Θυμάστε την ιστορία της ανάσυρσης ενός Africa από τα παγωμένα νερά του Μέγδοβα; Είχε  δημοσιευτεί πριν λίγο καιρό στο MOTO, στο τεύχος 533. Τώρα λοιπόν υπάρχει το video! Με αυτή την αφορμή, αναδημοσιεύουμε και το άρθρο του περιοδικού, για όσους δεν γνωρίζουν την πλήρη ιστορία. Μάθετε πώς κατάληξε εκεί το Africa, και δείτε το να βγαίνει μέσα από τα παγωμένα νερά!

 

Αναδημοσίευση από τεύχος 533:

Πρωινός καφές και χάζεμα φωτογραφιών στο ίντερνετ. Τα γνωστά. Βλέπω ότι ανέβασε ο φίλος μου ο Γιάννης ο Τσιοπελάκος μερικές φωτογραφίες -η καλύτερη μου! Πάντα χαζεύω με το πόσο τον ταξιδεύει το "ταπεινό" του Africa και πάντα ζηλεύω. Μηχανάκια δε ζηλεύω, αλλά αυτό που κάνει ο Γιάννης το ζηλεύω. Αυτό το Africa έχει πατήσει βουνά χιόνια και αμμουδιές που θα τα ζήλευαν πολλές πιο "ταξιδιάρες" ας πούμε.

Αρχίζω να περνάω από παλιότερες του φωτό σε πιο καινούριες για να φτάσω και στις σημερινές. Μια ωραία φωτό από το Africa πάνω στα βουνά, άλλη μια σε κατηφόρα που σου κόβει το αίμα, να κι εδώ το Africa κάτω απ’ το νερό, να το κι εδώ να το παίρνει ο χείμαρρος και ξαφνικά συνειδητοποιώ ΤΙ βλέπω τόση ώρα.

Κοιτάζω να δω αν ανέβασε αυτός τις φωτογραφίες ή κάποιος άλλος για να καταλάβω αν είναι καλά! Ευτυχώς τις ανέβασε αυτός… Μιλάμε στο τηλέφωνο, μαθαίνω την ιστορία… Ο Γιάννης πάντα με απλό, ήρεμο τρόπο, "δεν έγινε και τίποτα". Ακολουθεί η αφήγηση του "δεν έγινε και τίποτα". Φτιάξτε καφέ και πάμε…

------------------------------------

Nα βρεθούμε βρε αδερφέ το Σάββατο, έτσι για κάνα καφέ, για κάνα τσίπουρο στην πλατεία. Μπα, δεν είναι αυτά για μένα. Nα φύγω, ν'ανασάνω, να σκάσω απ' οξυγόνο και χωματίλα. Καταμεσήμερο με το βλέμμα προς τη Νεράιδα Ιτάμου. Φεύγω. Πρόσεχε... η αγκαλιά της γυναίκας μου, ο φόβος, ξέρει αυτή.

Aπό την Καρδίτσα στο Καλλίθηρο και ανηφορίζω για Ραχούλα. Περνάω και το Σαραντάπορο και καταλήγω στη Νεράιδα. Μέχρι εκεί από άσφαλτο. Μέχρι εκεί δέχθηκα το σήκωμα του χεριού των ντόπιων και το χαμόγελο που χαρίζουν απλόχερα. Αργότερα θα μάθαινα από πρώτο χέρι ότι χαρίζουν και ανθρωπιά.

Από τη Νεράιδα βγαίνοντας, ένας δρόμος πηγαίνει προς το Κλειστό και ένας άλλος χωματόδρομος κατεβαίνει δεξιά και οδηγεί σε μια διακλάδωση. Εκεί, συνεχίζοντας ευθεία καταλήγει στον ποταμό Ταυρωπό ή Μεγδοβα. Και απέναντι υπάρχει δρόμος που βγαίνει στη Μαυρομάτα. Γυρίζοντας πίσω στη διακλάδωση, ο άλλος χωματόδρομος κατεβαίνει δεξιά και καταλήγει στη θέση Μπέσια, όπου περνάει επίσης το ποτάμι.

Βρίσκομαι λοιπόν στη διακλάδωση. Κατεβαίνω και αντικρίζω το γκριζοπράσινο ποτάμι, φαρδύ, ορμητικότατο, φασαριόζικο, πανέμορφο. Το σκηνικό συμπληρώνουν τα τεράστια γυμνά δέντρα. Διακρίνω το δρόμο απέναντι για τη Μαυρομάτα. Άστο Γιάννη, μονολογώ, για το καλοκαίρι. Αδύνατον να περάσεις τώρα.

Γυρίζω και αποφασίζω να κατέβω στη Μπέσια. Οααα, λέω, εδώ είναι πιο ήρεμα τα πράγματα. Απέναντι φαίνεται και ο δρόμος που οδηγεί στα Καμάρια Αγράφων. Εδώ είμαστε. Μια πρώτη, μια γκαζιά, μπαίνω... και ξαφνικά το νερό έχει φτάσει στο ντεπόζιτο. Και σβήνει η μηχανή. Γαμώτο! Το νερό έχει τρελαμένη ορμή, γέρνω αριστερά και σκέφτομαι ότι πέφτω. Αλλάζω θέση και ξεκαβαλάω από δεξιά. Από το τιμόνι και τη σχάρα τραβάω τη μηχανή κόντρα στο νερό, αρχίζω και γλιστράω. Σκέφτομαι, όχι έτσι... Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς άλλα πιάνω με το αριστερό χέρι τη βαλίτσα και με το δεξί τη σέλα και με πολλή προσπάθεια βρίσκομαι από την άλλη μεριά. Πλέον σπρώχνω τη μηχανή κόντρα στη ροή του νερού. Κάνω μερικές προσπάθειες μπρος πίσω, τίποτα. Με το παραμικρό ένιωθα ότι τη χάνω. Την τρέλα μου μέσα! Εκεί έφυγε η πρώτη κραυγή, απόγνωσης, βοήθειας, δε θυμάμαι... Κάτσε 'δω, δεν πας πουθενά. Το κινητό που είναι; Στη βαλίτσα, μάλιστα. Πέφτω πάνω στη μηχανή με το δεξί πλευρό και το δεξί γόνατο. Τραβάω τα κλειδιά από το διακόπτη, ξαναγυρίζω στην προηγούμενη στάση. Πέφτω με το στήθος πάνω στη μηχανή και με το δεξί χέρι καταφέρνω κι ανοίγω τη βαλίτσα. Το κινητό, σήμα μηδέν. Αρχίζω και παίρνω διάφορα νούμερα. Τίποτα, νέκρα. Ξαναπαίρνω τον Κώστα συνέχεια. Απαντάει, φωνάζω, ακούει τα μισά, φωνάζω ξανά και ξανά, κάτι λέει, κλείνει, με παίρνει, φωνάζω ξανά και ξανά, καταλαβαίνει, το κινητό κλείνει, το ανοίγω, μήνυμα από τον Κώστα. ''Ερχόμαστε''. Περιμένω, το ποτάμι ατέλειωτο. Φωνάζω μακρόσυρτα εεεεεεεεεεε κάθε λίγα δευτερόλεπτα, ακούγεται άραγε η φωνή μου; Σε χαράδρα είμαι, το ποτάμι έχει τέτοιο θόρυβο που νιώθω ότι χάνεται η φωνή μου στον αέρα. Κράτα Γιάννη, έρχονται, πότε όμως; Από την Καρδίτσα, εάν έρχονται με αυτοκίνητο, μέχρι εκείνο το σημείο είναι δυο ώρες δρόμος. Φωνάζω συνεχώς. Εεεεεεεε! Έχω σκύψει το κεφάλι και βλέπω το νερό, γελάω δυνατά, διψάω ρε! Εδώ, πιες τώρα να σκάσεις! Ακούω μια φωνή. ''Τι έπαθες ρε παιδι;'' Γυρνάω και βλέπω έναν παππού. Κάνω να μιλήσω και εμφανίζονται και δυο κυρίες, άκουσαν τις φωνές μου και κατέβηκαν μέχρι εκεί . Τι να κάνουν; Να πάρουμε στο χωριό τηλέφωνο για βοήθεια, δεν έπιανε κανένα κινητό πλέον. Δεν πειράζει, λέω, έρχονται από την Καρδίτσα. "Αντέχεις παιδί μου;", ρωτάει ο πάππος ο Ηλίας. Αντέχω και δεν αντέχω, κρατάω. Αρχίζω και κρυώνω. Τι να κάνουν και οι κορντούρες και οι μπότες; Ξαναδοκιμάζουν με τα κινητά, τίποτα. Να ανεβούν μέχρι το χωριό είναι πάνω από μιάμιση ώρα δρόμος με τα πόδια. Θα περιμένω, όπου να 'ναι έρχονται από την Καρδίτσα. Το αριστερό πόδι μου δεν το νιώθω. Θέλω να μιλήσω στον παππού και δεν μπορώ. Είμαι μούσκεμα, Τρέμω τώρα για τα καλά. Σαν να σκοτεινιάζει κιόλας. Δε μπορεί, είναι νωρίς ακόμη.... Δε βλέπω καλά, το αριστερό χέρι μουδιάζει, δεν μπορώ να πιάσω άλλο, είμαι περίπου μιάμιση ώρα στο νερό. Γέρνω λίγο προς τα πίσω... Έφυγε αριστερά πλαγιασμένη, στριφογυρίζει τέσσερις φορές, τη βλέπω να σταματάει στη μέση του ποταμού είκοσι μέτρα πιο κάτω ανάμεσα σε βράχια. Ακούω φωνές, ο μπαρμπα-Ηλίας. "Βγες, βγες γρήγορα!". Κάνω να βγω, ένα, δύο, τρία και σωριάζομαι στην όχθη. Μου βγάζουνε τα ρούχα όλα και μου δώσανε να βάλω μια μπλούζα που είχε μαζί της η κυρα-Κωνσταντία, μια άλλη μπλούζα που είχε ο μπαρμπα-Ηλίας και για παντελόνι κάτι παλιόπανα που βρήκαν στις όχθες και τα έδεσα όπως-όπως γύρω από τη μέση μου. "Και τώρα περπάτα, περπάτα γρήγορα να κυκλοφορήσει το αίμα". Πάνω-κάτω για κάνα δεκάλεπτο. Σερνόμουν, και το βλέμμα εκεί στη σούδα, στη μηχανή. Έρχονται, να 'τοι οι φίλοι μου. Ο Κώστας Μπακαλάκος, ο Σάκης Κατσίγιαννης, ο Σάκης Ζαγορίτης, με ένα 4x4, με ρούχα στεγνά, με λόγια παρηγοριάς. "Να τη βγάλουμε", λένε όλοι μαζί. Κάθε προσπάθεια όμως μόνο και προσέγγισης, ήταν αδύνατη. Άρχισε να σουρουπώνει. Ο μπαρμπα-Ηλίας είπε τη σωστή κουβέντα: "Παιδιά στο σημείο που είναι, δεν πρόκειται να μετακινηθεί η μηχανή, να ανεβούμε στο χωριό και κει να βρούμε τον Κώστα τον Μονάντερο, έχει φορτηγό με γερανό και ίσως μπορέσει να τη βγάλει αύριο με το φως της μέρας".

Ανεβήκαμε στο χωριό και μέχρι να φτάσουμε είχα ζεσταθεί, αλλά δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Λίγο ακόμη να κρατούσα... Βρήκαμε τον Κώστα τον Μονάντερο. "Θα κατέβω να δω που βρίσκεται. Εσείς πάτε στα σπίτια σας και μιλάμε αύριο το πρωί, θα τη βγάλουμε".

Μια νύχτα άυπνος, παρ’ όλη την κούραση. Το πρωί ξανά με τον Μπακαλάκο και τον Ζαγορίτη τραβήξαμε προς τη Νεράιδα. Μιλάω με τον Κώστα. "Τραβάτε κάτω εσείς και το μόνο που θέλω είναι να καθαρίζετε τις στροφές από τις πέτρες να μη σκίσω κάνα λάστιχο''. Το πώς κατέβασε εκείνο το τέρας από κείνες τις στροφές, παραμένει για μένα μυστήριο. Φτάσαμε στο ποτάμι, η μηχανή εκεί. Πέρασε το φορτηγό απέναντι, κατέβηκε μια ομάδα ντόπιων και με κινήσεις ακριβείας ακροβολίστηκαν στην όχθη. Το πόρισμα βγήκε σε δευτερόλεπτα. Αδύνατον να μπει άνθρωπος μέσα, έστω και δεμένος. Ορμητικά νερά και μεγάλο βάθος στο σημείο που ήταν η μηχανή. Μα τι κάνουν; Ααα μάλιστα, πολυμήχανοι ντόπιοι, έκοψαν δέντρο και το έριξαν με άκριβεια εκατοστού, δίπλα στη μηχανή. Περπάτησε ο Κώστας ο Μονάντερος και πέρασε τον ιμάντα μέσα από το ψαλίδι. Εν τω μεταξύ ο Μπάμπης ο Ζήσης έβαλε το φορτηγό μέσα στο ποτάμι με την όπισθεν και το σταθεροποίησε σε απόσταση ασφαλείας με τα σιδερένια πόδια που έχει πίσω. Ο γερανός έκανε τα υπόλοιπα. Μαλακά και αθόρυβα σήκωσε το Άφρικα και με ακρίβεια το ακούμπησε στην καρότσα του φορτηγού. Επιστροφή στο χωριό, στάση στο ταβερνάκι του μπαρμπα-Μήτσου Μονάντερου. Εκεί έγινε και η μεταφόρτωση στο αγροτικό του φίλου Ζαγορίτη, εκεί καθίσαμε και ήπιαμε δυο τσίπουρα να γλυκαθούμε, να μας χαμογελάσει ο μπαρμπα-Μήτσος και να μας διηγηθεί ιστορίες της περιοχής. "Το ποτάμι, δύναμη μεγάλη", λέει ο Μονάντερος, "έχουν κολλήσει τζιπ, αγροτικά, αυτοκίνητα, φορτηγά, αλλά μηχανή πρώτη φορά...".

Για όλη αυτή την προσπάθεια ο Κώστας ο Μονάντερος ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΕ να πάρει ούτε ένα ευρώ. "Εσύ να ‘σαι καλά", μου είπε, "και άσε τα λεφτά. Και να μας έρχεσαι τακτικότερα, να πίνουμε κάνα κρασί". Μείναμε χαμογελαστοί.

Η μηχανή μεταφέρθηκε σε χώρο του φίλου Κώστα Μπακαλάκου. Ταξιδιώτης, τρελός με τα βουνά, μερακλής με τις μηχανές. "Αναλαμβάνω εγώ", μου λέει. Σήμερα το Άφρικα κελαηδάει.

--------------------------

Θέλω να ευχαριστήσω τον Κώστα Μπακαλάκο, το Σάκη Ζαγορίτη και το Σάκη Κατσίγιαννη. Η ηθική τους συμπαράσταση είναι ανεκτίμητη

κείμενο, φωτό: του Γιάννη Τσιοπελάκου

πρόλογος του Λύκου

 

 

 

 

 

Ετικέτες

Θανατηφόρο τροχαίο στη Θηβών: 28χρονος έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας και τη ζωή του - Νεκρή και η 24χρονη συνεπιβάτης [Video]

Και οι δύο φαίνεται να χτυπούν πάνω σε μεταλλική κολώνα φωτισμού - Εκτοξεύτηκαν τα κράνη τους
Δυστύχημα Θηβών Θανατηφόρο
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

9/10/2026

Ένας 28χρονος και μία 24χρονη έχασαν τη ζωή τους τα ξημερώματα στη Λεωφόρο Θηβών, όταν ο αναβάτης έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε.

Στο βίντεο που ακολουθεί και δημοσιεύτηκε στο κανάλι της ΕΡΤ στο Youtube, η μοτοσυκλέτα που οδηγεί ο 28χρονος αναβάτης στη Λεωφόρο Θηβών, στο ρεύμα προς Πειραιά, στο ύψος του υπουργείου Μετανάστευσης, φαίνεται να πλησιάζει στο προστατευτικό στηθαίο καθώς βγαίνει από μία ελαφριά δεξιά καμπή με ταχύτητα που μοιάζει να ξεπερνά το επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ./ώρα., ενώ η άσφαλτος εκεί φαίνεται να έχει αυξημένη ολισθηρότητα.

Ο αναβάτης φαίνεται να έχει ήδη χάσει ήδη τον έλεγχο καθώς ο πίσω τροχός μοιάζει να πλαγιολισθαίνει για λίγο και έπειτα, βρισκόμενος πολύ κοντά στη νησίδα να χτυπά πάνω σε αυτή με τη μοτοσυκλέτα σχεδόν όρθια. Η μοτοσυκλέτα έπεσε μέσα στη νησίδα όπου μόλις λίγα μέτρα μετά υπάρχει μεταλλική κολώνα. 

Τα σώματα και των δύο προσέκρουσαν επάνω στη μεταλλική κολώνα, με το ένα από αυτά να περιστρέφεται γύρω από αυτή και να παραμένει έπειτα στη βάση της, ενώ το άλλο εκτοξεύτηκε στο αντίθετο ρεύμα και η μοτοσυκλέτα συνέχισε να σέρνεται μετά την πτώση της για αρκετά δεκάδες μέτρα στην λωρίδα στην οποία κινούνταν αρχικά. 

Από τη σφοδρή πρόσκρουση των σωμάτων με την κολώνα φωτισμού, τα κράνη που έφεραν ο 28χρονος και η 24χρονη εκτοξεύτηκαν, το ένα από τα δύο μάλιστα με τρομερή ορμή χτυπώντας στο απέναντι από τη νησίδα πεζοδρόμιο. Από το βίντεο δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν τα φορούσαν ή αν τα κρατούσαν, όπως επίσης και το αν ήταν σωστά δεμένα, κάτι που μοιάζει εξαιρετικά αμφίβολο από τον τρόπο που εκτοξεύτηκαν. Σε κάθε περίπτωση η πρόσκρουση πάνω στην κολώνα ήταν σφοδρότατη και επέφερε βαρύτατους τραυματισμούς και στους δύο. 

Τον 28χρονο και την 24χρονη παρέλαβαν ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ που έσπευσαν στο σημείο και τους μετέφεραν στο Τζάνειο Νοσοκομείο λίγο μετά τις τέσσερεις το πρωί όπου και υπέκυψαν στα τραύματά τους.