Akrapovic: Γιατί ήταν αποκαλυπτική η επίσκεψη στο εργοστάσιό της

Μοτοσυκλετιστική εκδοχή «Charlie and the Chocolate Factory»
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/2/2019

Καμία επιγραφή, καμία ένδειξη, δεν θα σε προειδοποιήσει πως βρίσκεσαι έξω από το εργοστάσιο της Akrapovic, πως αυτό που βλέπεις από μακριά είναι ο τοίχος πίσω από τον οποίο συνυπάρχουν ταυτόχρονα οι MotoGP μοτοσυκλέτες που σε λίγες μέρες θα παλέψουν για τον πρώτο τους αγώνα! Όλα τα μεγάλα μυστικά, η επιτομή της μηχανολογίας της μοτοσυκλέτας, συνυπάρχει σε έναν χώρο και μόνο όταν δεν πρόκειται για την πίστα, κι αυτός ο χώρος είναι ένα γκρίζο, ντιζαϊνάτο συγκρότημα κτηρίων έξω από το χωρίο Ivančna Gorica! Το μόνο που θα προδώσει την τοποθεσία στον τυχαίο ξένο περαστικό, μιας και δεν υπάρχει Σλοβένος που δεν γνωρίζει την Akrapovic, είναι ο απόκοσμος μοτοτζιπί ήχος, που κατακλύζει τον γειτονικό λόφο σε κάθε άνοιγμα του γκαζιού, στο γιγάντιο δωμάτιο που φιλοξενείται το δυναμόμετρο. Ένα από τα δυναμόμετρα. Κι αυτός ο ήχος, αυτή η μουσική για τα μοτοσυκλετιστικά αυτιά, ακούγεται κάθε μέρα σε τακτά χρονικά διαστήματα. Να κάθεσαι στο πάρκινγκ, να κλείνεις τα μάτια, και να νιώθεις πως έρχεται κατά πάνω σου μία σφαίρα 160 κιλών με τριακόσια χιλιόμετρα! Επιλογή τους να μην υπάρχει σημαία, επιγραφή, τεράστια γράμματα στην οροφή. Για να μην έρχεται ο περαστικός και ζητάει επισκέψεις. Μερικές πόρτες ανοίγουν δύσκολα και μονάχα σε λίγους κι εκλεκτούς, όχι γιατί υπάρχει κάποιο κλειστό κλαμπ, όχι γιατί οι μύτες είναι ψηλά, αλλά γιατί έξω από αυτές τις πόρτες περιμένουν στην σειρά να αρπάξουν οτιδήποτε μπορούν… Ποιοι; Φανταστείτε ένα σκηνικό που εύκολα θυμίζει ταινία με ζόμπι που έχοντας τα χέρια απλωμένα, προσπαθούν να αρπάξουν οτιδήποτε βρουν μπροστά τους, κι έτσι αναγκαστικά οφείλεις πιάνοντας το χερούλι της πόρτας, να είσαι προσεκτικός ώστε κανένας να μην ορμήσει μέσα.

Ξεναγήσεις στο εργοστάσιο έχουν γίνει αρκετές όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν δεκαπέντε δημοσιογράφοι το επισκέπτονται σε ετήσια βάση, αν και θα πρέπει κανείς να κοιτά πλέον μονάχα εκείνες από το 2017 και μετά, καθώς τότε ολοκληρώθηκε η τελευταία μεγάλη αναβάθμιση, παρόλο που αυτή πρέπει να θεωρείται διαρκής και μόνιμη. Αλλοίμονο αν πηγαίνεις σε ένα εργοστάσιο ανά διετία και αναγνωρίζεις κάθε γωνιά του, αυτό θα σήμαινε στασιμότητα. Η μεταφορά της παραγωγής στο νέο εργοστάσιο ξεκίνησε στα τέλη του 2014, κι αν ψάξετε να βρείτε τις καταγραφές των δημοσιογραφικών ξεναγήσεων τα τελευταία δύο χρόνια, που σημαίνει το πολύ τριάντα στο σύνολο, καμία τους δεν πρόκειται να περιέχει αυτά που τώρα έχουμε απλά και μόνο σε σημειώσεις. Μην το εκλάβετε ως προσπάθεια υπερηφάνειας, από εμάς δεν πρέπει να περιμένετε κάτι τέτοιο άλλωστε, όχι, η αναφορά αυτή και η σύγκριση γίνεται γιατί βοηθά εσάς, τους αναγνώστες, να καταλάβετε την προσπάθεια διαφύλαξης της πληροφορίας, από τον καλύτερο κατασκευαστή εξατμίσεων στον κόσμο. Αν κι αυτός ο τίτλος εργασίας για την εταιρεία του Igor Akrapovic, να ξέρετε πως την μειώνει και δεν την εξυψώνει, καθώς συμβαίνουν εκεί μέσα πολλά περισσότερα πράγματα από την κατασκευή των καλύτερων εξατμίσεων στον κόσμο.

Το MOTO επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Akrapovic το 2001, συνοδευόμενο από τον Ντίνο Νικολαϊδη, ιδιοκτήτη της TECNO MOTO, αποκλειστικού εισαγωγέα στην Ελλάδα. Τότε η Akrapovic ήταν ήδη παγκοσμίως αναγνωρισμένη και κατά μία σύμπτωση είχε ήδη δύο χρόνια στο νέο της εργοστάσιο, ξεφεύγοντας από τα όρια της βιοτεχνίας. Ένα χρόνο πριν είχε αποκτήσει τον πρώτο της τίτλο στα WSBK με τον Colin Edwards που αποτελεί πρεσβευτή της, κι έναν χρόνο μετά θα έμπαινε στα MotoGP για πρώτη φορά. Η πορεία της ήταν ήδη ιλιγγιωδώς ανοδική κι αμέσως μετά θα πατούσε και το κουμπί της πυροδότησης για να εκτοξευθεί περνώντας την στρατόσφαιρα, απομακρυνόμενη μια και καλή έτη φωτός από τον ανταγωνισμό. Ακόμη κι έτσι όμως, το 2001 είχαμε πάει απλά σε μία βιοτεχνία, μιας και τώρα μπήκαμε στην NASA την ίδια! Μονάχα αυτή την σύγκριση πρέπει να φέρνετε στο μυαλό σας, φανταστείτε: Κρατάμε στα χέρια μας το τεύχος του 2001 που απεικονίζει τον Igor Akrapovic μαζί με τον καλό του φίλο Ντίνο Νικολαϊδη –ας το αφήσουμε έτσι αυτό μετέωρο, καθώς απαιτείται πολυσέλιδο άρθρο για να εξηγήσουμε τι ακριβώς συνδέει αυτούς τους δύο- και τους δείχνουμε πως τότε φτιάξαμε με τα ίδια μας τα χέρια ένα τελικό εξάτμισης. Ακολουθεί χαμόγελο αμηχανίας. «Τώρα που θα μπούμε στο αυτοκίνητο και θα πάμε μία ώρα μακριά, στο νέο εργοστάσιο όπου θα σου δείξουμε τα πάντα από την αρχή ως το τέλος, να μας πεις μετά αν αυτό που έκανε το ΜΟΤΟ τότε γίνεται το ίδιο εύκολα και σήμερα, ή αν έστω γίνεται».

Να σας προϊδεάσουμε: Δεν γίνεται.

Οι διαδικασίες, η τεχνική, η τεχνολογία υλικών, οι κολλήσεις, ο ποιοτικός έλεγχος, τίποτα δεν είναι ίδιο και τίποτα δεν είναι απλό. Η Akrapovic αυτή την στιγμή δεν έχει ανταγωνισμό, κι αν υπάρχει κάποιος που χρειάζεται επιχειρήματα για αυτή την τοποθέτηση, τότε απλά θα πρέπει να περιμένετε την επιστροφή στην Αθήνα και την ανάλυση της διαδικασίας. Μία ανάλυση που αν όχι η πλέον, τότε να περιμένετε πως θα είναι σίγουρα μία από τις πιο λεπτομερείς από την απαρχή του νέου εργοστασίου, καθώς οι διήμερες ξεναγήσεις σπανίζουν και βγαίνουν εκτός από τον μέσο όρο των δεκαπέντε επισκέψεων τον χρόνο που προαναφέραμε. Κι αυτό βασισμένο στα λεγόμενα του προκατόχου του εργοστασίου που μας συνόδευε όλη την ώρα, τον κλειδοκράτορα που είχε στην κατοχή του τα κλειδιά κάθε πόρτας. Όχι δεν ήταν επειδή μας αγάπησε, παρότι η επίσκεψή μας κορυφώθηκε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, αλλά γιατί κι αυτή την φορά, όπως πριν από 18 χρόνια, την πρώτη πόρτα μας την άνοιξε ένας Νικολαΐδης, ο υιός Μάριος αυτή την φορά! Διστακτικά μας άφησαν να τραβήξουμε και πλάνα video μέσα στις μετρημένες φωτογραφίες. Κι αυτή η πρακτική ελέγχου που όλοι οι κατασκευαστές έχουν για τα εργοστάσιά τους, και υπερθετικά ίσως η Akrapovic, δεν είναι προϊόν μυστικοπάθειας. Εκτός από τον διαρκή αγώνα να περιφράξουν τα δικά τους αγαθά που τους έχουν κάνει να ξεχωρίζουν, η Akrapovic διαφυλάσσει τα μυστικά τρίτων, στην προκειμένη περίπτωση σχεδόν ολόκληρου του grid των MotoGP, των κορυφαίων στο Dakar, στο Enduro και το Motocross, των WSBK και πολλών νέων μοντέλων που εμείς δεν ξέρουμε καν πως ετοιμάζονται!

Για τους Έλληνες λοιπόν τα πράγματα στην Akrapovic μπορούν να είναι λιγάκι πιο φιλικά, έως πολύ. Άλλωστε δεν βγαίνει ένα τέτοιο εργοστάσιο από τον προγραμματισμό του για να φτιάξει μία και μόνο εξάτμιση για μία και μόνο μοτοσυκλέτα που δεν πρόκειται ποτέ να πουληθεί. Ναι δεν τον κάνει καμία φορά, το κάνει δύο! Αν βέβαια το όνομα αυτών ξεκινά με DCR και φτιάχνονται στην Ελλάδα! Στην φετινή EICMA οι άνθρωποι της Akrapovic άφηναν το περίπτερό τους για να επισκεφτούν εκείνο της DNA και να δουν από κοντά την ελληνική DCR-018 για πρώτη φορά, ώστε να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα για τις μοναδικές εξατμίσεις που κατασκεύασαν κι έστειλαν στην Ελλάδα.

Τέτοιος είναι ο δεσμός λοιπόν, κι έτσι στα επόμενα τεύχη, αλλά κι εδώ στην σελίδα μας μέσω ενός video που αντίστοιχου –με δημοσιογραφική προσέγγιση- δεν υπάρχει, θα αποκαλύψουμε όλες τις διαδικασίες. Σε μία φορά κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Βλέπετε η Akrapovic είναι ο μόνος κατασκευαστής εξατμίσεων που διαθέτει χυτήριο τιτανίου, εκτός από το γεγονός πως είναι η μόνη εταιρεία που κατασκευάζει σωλήνες τιτανίου με αυτό τον τρόπο… Και τους πήρε 8 χρόνια να το εκκινήσουν φωνάζοντας τους καλύτερους στον κόσμο, δείχνοντας μας αναλυτικά όλη την διαδικασία. Αυτό από μόνο του λοιπόν αξιώνει ξεχωριστό κι αναλυτικό άρθρο, ώστε να μάθουμε όλοι για την χύτευση τιτανίου. Πόσο μάλιστα για τον τρόπο που γίνονται οι σωληνώσεις, για τις κούρμπες και τα μυστικά της συγκόλλησης, πριν φυσικά δούμε το R&D και πώς αυτό δουλεύει, μέσα από συνεντεύξεις με τα υψηλότερα στελέχη, τους ανθρώπους που γνωρίζουν όλα τα μυστικά!

Η Akrapovic είναι ένας ολόκληρος κόσμος και η κατασκευή εξατμίσεων είναι ένα κομμάτι της, καθώς η έρευνα και η εξέλιξη είναι ίσως ακόμη πιο σημαντική ενώ οι ειδήσεις που βγαίνουν από μία σύντομη κουβέντα μαζί τους, βαρύγδουπες. Πολλοί κατασκευαστές βρίσκουν εκεί την επέκταση του δικού τους R&D και τις απαντήσεις που χρειάζονται, κι αυτό είναι το γεγονός που καθιστά την Akrapovic μοναδική, όπως σύντομα θα δείτε…

 

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.