Αλυσίδα που δεν θέλει ποτέ λάδωμα, ούτε τέντωμα από την BMW

Σαν να έχεις άξονα λένε οι Γερμανοί
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/8/2020

Η BMW κατασκεύασε μια νέα αλυσίδα που δεν χρειάζεται καμία συντήρηση και θα πωλείται άμεσα ως αξεσουάρ ή ως έξτρα εξοπλισμός στα S 1000 RR και S 1000 XR, ενώ υπόσχεται πως σε λίγο καιρό θα είναι διαθέσιμη και για τα υπόλοιπα μοντέλα με αλυσίδα (ουσιαστικά για την σειρά F). Όπως λέει το ίδιο το γερμανικό εργοστάσιο, αυτή η νέα αλυσίδα δεν χρειάζεται ποτέ να την ψεκάσεις με λιπαντικό και δεν θα χρειαστεί ποτέ να την τεντώσεις! Πρόκειται για μια X-Ring αλυσίδα διαστάσεων 525 που ονομάζεται  “M Endurance chain”. Ο λόγος που την έχει βάλει στη λίστα με τα αγωνιστικά αξεσουάρ της σειράς “Μ” η BMW είναι γιατί εκτός από την απουσία συντήρησης έχει πολύ λιγότερες απώλειες δύναμης λόγω μειωμένων τριβών.

Το μυστικό για αυτό το “επίτευγμα” βρίσκεται στην επικάλυψη  ta-C (tetrahedrally amorphous carbon ή γνωστό και ως βιομηχανικό διαμάντι) που έχουν κάνει σε κάθε μικρό ράουλο.

Η σκληρότητα του ta-C είναι ανώτερη από του  DLC (Diamond Like Coating) και το τοποθετεί ανάμεσα στο DLC και το φυσικό διαμάντι! Είναι δηλαδή ΠΟΛΥ σκληρό, με αποτέλεσμα να μην φθείρεται  και να μην παρουσιάζει αντίσταση τριβής. Πάνω σε αυτά τα χαρακτηριστικά η BMW ισχυρίζεται πως δεν χρειάζεται ούτε ψέκασμα με λιπαντικό, ούτε τέντωμα, ούτε καν καθάρισμα και γι΄αυτό είναι και η πιο οικολογική αλυσίδα. Πραγματικά περιμένουμε να δοκιμάσουμε αυτή τη νέα αλυσίδα και να δούμε για πόσο καιρό κρατά τις ιδιότητές της, πόσο θόρυβο κάνει σε σχέση με μια συμβατική X-Ring αλυσίδα με λιπαντικό πάνω της και φυσικά πόσα άλογα κερδίζεις στο δυναμόμετρο! 

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.