Corfu Sand: Η τάξη του 85 - Tο Reunion!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/5/2015

του Τάσου Βενετσανόπουλου

 

Το ξενοδοχείο περιποιημένο, καθαρό, αλλά με την αισθητική της δεκαετίας του '80. Στο σαλόνι είχαν ήδη μαζευτεί οι πρώτοι. Όσο κανονίζαμε τα δωμάτια στη ρεσεψιόν ακούγαμε τις συζητήσεις. Αν ο καιρός θα παρέμενε καλός, αν η διαδρομή θα ήταν δύσκολη, αφού μερικοί δεν είχαν ξαναοδηγήσει σε αμμόλοφους. Καθώς κάνουμε να πάμε προς τον ανελκυστήρα μας πλησιάζει με ένα πλατύ χαμόγελο ένας ηλικιωμένος ντυμένος στα γαλάζια. Εγκώ είμαι παπαστρούμφ”, μας συστήνεται σε σπαστά Ελληνικά. Ήταν ο Reiner Verherstraten, 72 ετών, ο μεγαλύτερος της παρέας.

 

Ο Χρήστος Τασούλης μαζί με τον παπαστρούμφ (κατά δήλωσή του) Reiner Verherstraten, ο οποίος ήταν ο γηρεότερος των συμμετεχόντων, 72 ετών

 

 

Πλησίαζε επικίνδυνα το τριήμερο της Πρωτομαγιάς, η ιδανική εποχή για μοτοσυκλέτα άρα έπρεπε να κανονίσω κάποια εκδρομή. Μόλις άκουσα από τον Χρήστο Τασούλη ότι οργανώνανε μια εντουροσυνάντηση στην Κέρκυρα, είπα εκεί πρέπει να πάω.

Τον Φεβρουάριο του '85 η ΕΛΠΟΠ είχε οργανώσει στην Κέρκυρα το International Enduro Corfu Sand '85. Η ιδέα για αυτόν τον αγώνα ήταν του Βασίλη Σέρβου προέδρου της ΕΛΜΟΠ, ο οποίος βρήκε τον Reiner Verherstraten, ο οποίος ερχόταν τα καλοκαίρια στην Ελλάδα από το 1977. Ο γιός του, ο Fredy τότε έτρεχε σε αγώνες στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, αλλά και στην Ελλάδα. Ο αγώνας αυτός είχε γίνει στην παραλία του Ίσσου και στους γύρω αμμόλοφους με χορηγό την Metzeler. Είχαν συμμετάσχει στις κατηγορίες πάνω από 250, 201-250 και 125-200 συνολικά 109 αναβάτες από την Ελλάδα και το Βέλγιο, ενώ την γενική κέρδισε ο Βέλγος Marc Dammen με Honda CR 490.

Ο Marc που συνέχισε να έρχεται στην Ελλάδα είχε την ιδέα να οργανώσουν ένα reunion. Μαζί με τους Χρήστο Τασούλη και Γιώργο Κουτά αποτέλεσαν την οργανωτική επιτροπή. Ειδοποίησαν όσους μπόρεσαν να βρουν, οργάνωσαν τη διαμονή στο νησί, έφεραν και εννέα μηχανάκια και αναβίωσαν το '85.

Φτάσαμε την Παρασκευή 1η Μάη και μείναμε στο ίδιο ξενοδοχείο όπου είχαν μείνει το '85. Το βράδυ η οργανωτική επιτροπή είχε καλέσει όλους όσους είχαν έρθει στο Ταβερνάκι της Μαρίνας στο παλιό λιμάνι για να φάμε και να πιούμε και να ξαναθυμηθούμε (όσοι είχαν τρέξει) τα παλιά. Φαί του σκασμού, καθώς ταιριάζει σε εντουράδες, κρασί γέλια και φωνές ήταν αναμενόμενα. Όμως η επιτροπή είχε και εκπλήξεις: καπέλα και κονκάρδες για το μπουφάν με το σήμα του αγώνα για όλους.

Αλλά η επιτροπή ήταν αυστηρή. Δεν επέτρεψε να ξενυχτήσουμε κουτσοπίνοντας γιατί την επομένη ήταν ο “αγώνας” στους αμμόλοφους του Ίσσου, περίπου 30 χλμ. από το ξενοδοχείο.

Την επομένη το πρωί περίμενε έξω από το ξενοδοχείο πούλμαν για όσους είχαν έρθει από το Βέλγιο. Οι υπόλοιποι πήραμε τα μηχανάκια μας ή τα αυτοκίνητα, καθώς αρκετοί είχαν έρθει με τις οικογένειές τους. Η διαδρομή μέχρι τον Ίσσο θα μπορούσε να ήταν εξαιρετική αν δεν περνούσε μέσα από άναρχα οικοδομημένες τουριστικές περιοχές.

Η παραλία λόγω εποχής ήταν άδεια και η συγκέντρωση ήταν σε ένα πλάτωμα πίσω από τους αμμόλοφους. Οι οδηγοί προσπαθούσαν με κάποια δυσκολία, λόγω κοιλιάς, να ξαναφορέσουν τις φόρμες τους και τα μηχανάκια ετοιμάζονταν. Ο Χρήστος είχε αναλάβει τον ρόλο του “οδηγού”. Πηγαίνοντας να καβαλήσει τον ακούω να λέει: “θα τους πάω μια βόλτα ανάμεσα στους αμμόλοφους που είναι πιο εύκολα γιατί είναι γερόντια και φοβάμαι να μην μου πέσει κανείς”..... Αφού ρίξανε τις γκαζιές και ξεχαρμανιάσανε άρχισε να μυρίζει κοψίδι. Η οργανωτική επιτροπή είχε φροντίσει να υπάρχει BBQ στην παραλία. Εν τω μεταξύ είχε έρθει και ο Θανάσης Σμήρης με δύο παραπέντε με κινητήρες και έκοβε βόλτες λίγα μέτρα πάνω από τα κεφάλια μας.

Το απόγευμα υπήρχε ελεύθερο πρόγραμμα για βόλτες, αλλά το βράδυ έπρεπε να συγκεντρωθούμε στο Cafe Ακταίον όπου είχαν στήσει οθόνη και έκαναν προβολή slides από τον αγώνα του '85 και η επιτροπή είχε πάλι δώρα για όλους: μπλουζάκια και πετσέτες με τυπωμένη την αφίσα του αγώνα.

Το πρόγραμμα της Κυριακής προέβλεπε το πρωί επίδειξη trial ποδηλάτου στην κεντρική πλατεία και στην συνέχεια παρακολούθηση του MotoGP στο μαγαζί του Γιώργου Κουτά.

Εγώ αυτά τα “έχασα” γιατί υπήρχε σοβαρός λόγος: Είχα έρθει με άλλες τρεις μηχανές από την Λάρισα και είχαμε προγραμματίσει για το μεσημέρι κοψίδια στο Μέτσοβο. Ο ένας από τους τρείς ήταν ο Παναγιώτης Καράμπελας, ο οποίος καθώς ήταν ο πρώτος πρόεδρος της ΛΕΜΟΤ δεν επιτρέπει να του αλλάξεις το πρόγραμμα!

Τη Δευτέρα μερικοί Βέλγοι πήγαν με μηχανάκια στο Μετέωρα για λίγο εντούρο, αλλά από τη χαρά τους δεν πρόσεχαν αν έβλεπαν αυτοί που ακολουθούσαν που στρίβανε και χάθηκαν. Λένε στην περιοχή πως τα βραδιά αν προσέξεις ακούς κινητήρες μέσα στο δάσος.

 

O χώρος συγκέντρωσης ήταν σε αυτό το πλάτωμα πίσω από τους αμμόλοφους. Αριστερά διακρίνεται το βανάκι του Marc, ο οποίος ήρθε οδικώς από το Βέλγιο μεταφέροντας δύο μοτοσυκλέτες

 

O Γιώργος Κουτάς (αριστερά) με τον Χρήστο Τασούλη, τα δύο από τα τρία μέλη της οργανωτικής επιτροπής, υποδέχονται τους “καλεσμένους” στην είσοδο της ταβέρνας “Το ταβερνάκι της Μαρίνας” στο παλιό λιμάνι όπου μας είχαν δωρεάν δείπνο.

 

Γιώργος Κουτάς, Marc Dammen και Χρήστος Τασούλης (από αρ. προς δεξιά), Η οργανωτική επιτροπή σε πλήρη σύνθεση φορώντας τα καπέλα με το λογότυπο του αγώνα τα οποία προσέφεραν δωρεάν σε όλους τους παρευρισκόμενους

 

Μια αναμνηστική φωτό πριν από την μεγάλη εξόρμηση. Από αριστερα: Κώστας Δρυς, Marc Dammen, Στέλιος Παπάς, Γιώργος Κουτάς, Βασίλης Μικές, Χρήστος Τασούλης και Βαγγέλης Κουκουτσάκης. Λίγο πριν ξεκινήσουν ακούστηκε να λέει χαμηλόφωνα ο Χρήστος: “θα τους πάω μια βόλτα ανάμεσα στους αμμόλοφους που είναι πιο εύκολα γιατί είναι και κάποιας ηλικίας και δεν θέλω να μας πέσει κανείς” !!!

 

O Θάνος Μιχαλόπουλος, καθιστός στο τρέιλερ, συγκεντρώνεται πριν από την εκκίνηση…

 

Το βράδυ μετά τον “αγώνα” μαζευτήκαμε στο Cafe Ακταίον, όπου είχε στηθεί οθώνη και έγινε προβολή slides από τον αγώνα του ’85. Στη φωτό είναι ο νικητής Marc Dammen πάνω σε Honda CR 490. Οι θεατές είχαν κυριολεκτικά κατακλύσει τη διαδρομή.

 

Από αριστερά: Πάνος Καράμπελας πρώτος πρόεδρος της ΛΕΜΟΤ, Χρήστος Τασούλης και ο Στέλιος Χριστοδούλου που μελετάει τις συμμετοχές.

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.