Ducati V4 Granturismo: Ο κινητήρας της επόμενης Multistrada – Τεχνική Ανάλυση

Θα είναι «λιγότερο» Desmo!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/10/2020

Το μυστήριο πίσω από τα 60.000 χιλιόμετρα για service βαλβίδων που προκάλεσε απορίες πριν λίγες ημέρες, λύθηκε από την Ducati με την αποκάλυψη του νέου κινητήρα σήμερα: Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια βλέπουμε ελατήρια στις βαλβίδες από το εργοστάσιο του Borgo Panigale! Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως είναι ένας “semi-desmo” κινητήρας ο νέος Granturismo που όπως λέει και ο Claudio Domenicali προέρχεται από τις Panigale και Streetfighter αλλά φτιαγμένος για να είναι ο καλύτερος V4 για την χρήση που προορίζεται. Για αυτό και το νέο όνομα που δηλώνει μεγάλες αποστάσεις και μακρινά ταξίδια!

Η ύπαρξη ελατηρίων στις βαλβίδες για τον ιταλικό V4 είναι η μεγαλύτερη είδηση για τον νέο κινητήρα και ακολουθούν τα πολύ εντυπωσιακά νούμερα και βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά:

  • Συμπίεση 14:1
  • Ιπποδύναμη 170hp/10.500rpm
  • Ροπή 12,7Kg.m/8.750rpm
  • 1.158 κυβικά V4
  • 60.000km διαστήματα ελέγχου βαλβίδων
  • 15.000km ή δύο χρόνια για αλλαγές λαδιών
  • Euro5 (προφανώς και θα ήταν)
  • Διάμετρος x Διαδρομή – 83 x 53,5mm
  • Οδήγηση βαλβίδων με συνδυασμό αλυσίδας και γραναζιών και δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους
  • Ημίξερο κάρτερ με τρεις αντλίες, μία κεντρική και δύο επιστροφής
  • Τέσσερα οβάλ σώματα ψεκασμού με διάμετρο 46mm
  • Υγρός πολύδισκος, μονόδρομος και υποβοηθούμενος συμπλέκτης
  • Στρόφαλος που περιστρέφεται αντίστροφα μειώνοντας το γυροσκοπικό φαινόμενο, με offset κομβία σε γωνία 70ο
  • Quickshifter δύο κατευθύνσεων στο εξατάχυτο κιβώτιο
  • Στο ρελαντί η ανάφλεξη στους δύο πίσω κυλίνδρους κόβεται για καλύτερη διαχείριση της θερμότητας, των ρύπων και της κατανάλωσης. Κυρίως της θερμότητας
  • 66.7kg συνολικό βάρος κινητήρα
  • 1,2Kg κιλά ελαφρύτερος από τον δικύλινδρο Testastretta
  • 85mm μικρότερο μήκος από τον δικύλινδρο
  • 95mm μικρότερο ύψος από τον δικύλινδρο
  • 20mm μεγαλύτερο πλάτος από τον δικύλινδρο

Πρόκειται για έναν κινητήρα λοιπόν που δεν έχει απλά προσαρμοστεί στα νέα του καθήκοντα αλλά άλλαξε πλήρως για να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται μία μοτοσυκλέτα με εξαιρετικά υψηλή απόδοση, την ίδια ώρα που στοχεύει στα ταξίδια αλλά και κάποιες εκτός δρόμου διαδρομές.

Η αναγωγή στην αλλαγή του δεσμοδρομικού συστήματος ως πιο σημαντική γίνεται με βάση τα παρακάτω νούμερα:

1956 - Πρώτη φορά τρέχει που τρέχει με το δικό της δεσμοδρομικό σύστημα η Ducati κερδίζοντας και αγώνες, και θα περάσουν 9 χρόνια μέχρι να το δούμε στην παραγωγή.

Είναι το 1967, που πρώτη φορά υπάρχει δεσμοδρομικό σύστημα Ducati σε μαζική παραγωγή, με το Mrk3D

Κι από τότε φτάνουμε… στο σήμερα! Αν εξαιρέσουμε τι συμβαίνει με τα MotoGP και τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες και πάρουμε μία πιο καθημερινή μοτοσυκλέτα στα χέρια μας, όπως η επόμενη Multistrada, τότε καταλαβαίνουμε γιατί η ύπαρξη ελατηρίων στις βαλβίδες στο νέο Multistrada είναι τόσο σημαντική!

Η Ducati εξηγεί πως πήρε όλη την μεγάλη εμπειρία που έχει κερδίσει από την απίστευτη εξέλιξη που έχει κάνει στο δεσμοδρομικό σύστημα και την εφάρμοσε στον νέο κινητήρα, τοποθετώντας όμως ελατήρια. Αυτό καταπονεί λιγότερο τις βαλβίδες και τους εκκεντροφόρους και ήταν ο βασικός λόγος -πάντα σύμφωνα με την Ducati- που κατάφεραν να ανεβάσουν τόσο πολύ τα περιθώρια του μεγάλου service με το τσεκάρισμα βαλβίδων. Αντίστοιχα μπορείς να δεις έως και 25.000 για το μεγάλο service σε άλλους κατασκευαστές στην σημερινή εποχή, αλλά να πάμε σε πάνω από τα διπλάσια χιλιόμετρα κατευθείαν είναι κάτι σημαντικό και από μόνο του αποτελεί είδηση!

Όπως σημαντικό είναι και το 15.000km ή δύο χρόνια, που δίνει πλέον η Ducati για τον περιοδικό έλεγχο και την αλλαγή λαδιών. Τα νέα λάδια μπορούν σίγουρα να το υποστηρίξουν (σύμφωνα με τους κατασκευαστές τους αντέχουν πολύ παραπάνω) το γεγονός πως είναι νούμερο που οι μηχανικοί το ακούν με σκεπτικισμό είναι επίσης κάτι που από τώρα θεωρούμε δεδομένο. Άλλωστε και το manual -που δεν έχουμε διαβάσει- είμαστε σίγουροι πως θα προτείνει στον ιδιοκτήτη να ελέγχει την στάθμη λαδιού στον κινητήρα, κάτι που στην πράξη λίγοι κάνουν σχολαστικά. Μια πιο προσεκτική ματιά στα διαστήματα service, μας λέει πως εκτός από τον περιοδικό έλεγχο και τα λάδια κάθε 15.000Km ή δύο χρόνια, το φίλτρο αέρα αλλάζει κάθε 30.000Km και το μεγάλο service με έλεγχο βαλβίδων και αλλαγές μπουζί έρχεται στις 60.000Km πράγμα που σημαίνει πως αξίζουν ιδιαίτερη μνεία και τα μπουζί. Αυτά τα διαστήματα service δεν υπάρχουν πουθενά, σε κανέναν άλλο κατασκευαστή!

Οι προηγούμενες Multistrada είχαν μία βαριά αίσθηση στην απόκριση του γκαζιού συγκεκριμένα στις χαμηλές στροφές εξαιτίας του μεγάλου δικύλινδρου κινητήρα τους. Άνοιγες βέβαια μετά το γκάζι και ήσουν ο Αλλαντίν στο μαγικό χαλί. Τώρα ο V4 θα αλλάξει πλήρως την αίσθηση αυτή συνολικά, βελτιώνοντας τα πράγματα στις χαμηλές στροφές, (θα έχει και λιγότερη ροπή χαμηλά) ενώ ταυτόχρονα υπάρχει και ο νέος στρόφαλος που περιστρέφεται αντίστροφα με την φορά της μοτοσυκλέτας πράγμα που μειώνει το γυροσκοπικό φαινόμενο και βελτιώνει την ευκολία με την οποία κατευθύνεις από στροφή σε στροφή την μεγάλη μοτοσυκλέτα. Με offset κομβία 70ο οι μπιέλες έχουν μία δουλειά με μικρότερη αντίσταση κι έτσι η ευστροφία που θα έχει αυτός ο V4 αναμένεται παροιμιώδης.

Η Ducati είναι μεγάλη οπαδός ενός στρόφαλου που περιστρέφεται αντίστροφα από την φορά της μοτοσυκλέτας, ιδιαίτερα στους αγώνες, αλλά τα προτερήματα αυτής της λύσης σαφώς και χρειάζονται και εδώ. Όταν μία βασική κινούμενη μάζα, όπως είναι ο στρόφαλος, περιστρέφεται αντίστροφα από την κίνηση της μοτοσυκλέτας, τότε νιώθεις την μοτοσυκλέτα ελαφρύτερη στις εναλλαγές κλίσης. Ταυτόχρονα στο δυνατό φρενάρισμα και κλείνοντας το γκάζι, έχεις τον κινητήρα να προσγειώνει τον πίσω τροχό κι αυτό σημαίνει μικρότερη παρεμβατικότητα από τα σύγχρονα συνδυασμένα φρένα. Τα φρένα επιτρέπουν μία οριακή ανύψωση του πίσω τροχού, πριν αμολήσουν την πίεση στην εμπρός δαγκάνα για να σταματήσουν ένα επερχόμενο endo… οπότε στο τέλος φρενάρεις και με μικρότερη παρέμβαση του ABS! Αντίστοιχα η αδράνεια παίζει τον ρόλο της και στις σούζες, τις οποίες καταπολεμά στην θεωρία. Στην πράξη απλά έχεις καλύτερο έλεγχό τους, καθώς με 170 άλογα στον τροχό προφανώς και οι σούζες θα είναι κομμάτι της οδήγησης αυτής της μοτοσυκλέτας.

Δεν απουσιάζει ολότελα η δικύλινδρη αίσθηση καθώς με διαστήματα ανάφλεξης σε 0ο -90ο – 290ο και 380ο τόσο ο ήχος όσο και η αίσθηση πλησιάζουν τα δεδομένα ενός δικύλινδρου. Δεν αναμένουμε να μπερδευτεί κανείς αν ανέβει με κλειστά μάτια στην καινούρια, αλλά πράγματι η επιλογή “Twin Pulse” που μας δίνει τέσσερις αναφλέξεις ανά δύο ζευγάρια, θυμίζει την λειτουργία ενός δικύλινδρου: Οι δύο αριστεροί κύλινδροι έχουν διαδοχικές κοντινές μεταξύ τους αναφλέξεις, και μετά από ένα διάστημα ακολουθεί αντίστοιχα το δεξί ζευγάρι.

Σημαντική είναι και μία ακόμη δήλωση της Ducati για τον ήχο σε συνδυασμό με τα τοιχώματα, καπάκια κινητήρα κτλ, ώστε να απουσιάζουν οι μηχανικοί θόρυβοι και να ακούς αντίστοιχα μία χαρακτηριστική -σαν V2- μουσική. Αυτή η δήλωση είναι σημαντική αν την συνδυάσεις με το βάρος του κινητήρα που είναι εξαιρετικά χαμηλό. Διότι και η Honda μπορεί να φτιάξει έναν V4 που ακούγεται μόνο μουσική αλλά ζυγίζει όσο ένα μικρό Ducati μόνος του και η μοτοσυκλέτα σου πέφτει σταματημένη αν δεν είσαι 1.80 και πάνω με πόδια δρομέα. Μιλάμε για το Crosstourer προφανώς και οι αναγώστες του ΜΟΤΟ ξέρουν πολύ καλά πως δεν το λέμε τώρα, αλλά πολλά χρόνια πριν από την πρώτη στιγμή που το οδηγήσαμε, όταν οι υπόλοιποι απλά το εκθείαζαν. Αντίστοιχα έχουμε γράψει από την πρώτη στιγμή για τον εξαιρετικό δικύλινδρο της KTM με τα 160 άλογα που στο 1190 ζύγιζε 62 κιλά αλλά άκουγες μέχρι και το λάδι να κυλά! Άκουγες τα πάντα να δουλεύουν και η απάντηση τότε ήταν πως αυτά παθαίνεις αν στοχεύεις στο πολύ χαμηλό βάρος ενός πολύ αποδοτικού κινητήρα. Έχουμε λοιπόν παραδείγματα του αντιθέτου. Οπότε; Οπότε εδώ έχουν μάλλον έχουν χρησιμοποιηθεί κράματα που αξίζουν μία πρόσθετη ανάλυση, όταν με το καλό μιλήσουμε από κοντά με τους μηχανικούς της Ducati και βάλουμε το αυτί μας δίπλα στον κινητήρα. Η Ducati είναι από τις εταιρείες που λένε πάντα την αλήθεια στο βάρος χωρίς απόκλιση, κι αυτό το λέμε εμείς που είμαστε οι μόνοι που ζυγίζουμε τις μοτοσυκλέτες. Επίσης στην Ducati δίνουν μεγάλη σημασία στον ήχο, για αυτό κι αυτά τα δύο αποτελούν ενδιαφέρον συνδυασμό.

Στο ρελαντί βέβαια αυτή η μοτοσυκλέτα θα ακούγεται διαφορετικά, από την στιγμή που -όπως και στην Panigale- θα διακόπτεται η ανάφλεξη στους δύο πίσω κυλίνδρους με τα προτερήματα που λέμε παραπάνω.

Οι δεκαέξι βαλβίδες των 33,5mm σε διάμετρο για της εισαγωγής και 26,8mm για της εξαγωγής, δέχονται την επίδραση από follow finger εκκεντροφόρους που παίρνουν κίνηση με σύστημα αθόρυβης αλυσίδας και γραναζιών. Στο μπροστά μπλοκ η κίνηση μεταφέρεται στους εκκεντροφόρους για την εισαγωγή και από εκεί με γρανάζια στους εκκεντροφόρους για την εξαγωγή. Ανάποδα συμβαίνει στο πίσω μπλοκ που η κίνηση πηγαίνει στους εκκεντροφόρους εξαγωγής και από εκεί στην εισαγωγή. Με την αντιστροφή αυτή ο χρονισμός γίνεται πιο εύκολος και οι δυνάμεις κατανέμονται ομοιόμορφα. Η κίνηση για το εμπρός μπλοκ γίνεται από τα δεξιά του κινητήρα με γρανάζι από το γρανάζι κύριας μετάδοσης. Για το πίσω μπλοκ η κίνηση μεταδίδεται από τον στρόφαλο απευθείας ενώ κάθε κύλινδρος έχει και knock sensor” που βοηθά εξαιρετικά στα ταξίδια και την αίσθηση απόκρισης. Ουσιαστικά ελέγχει για κάθε αρρυθμία του κινητήρα που προέρχεται από κακό μίγμα, και το κακό μίγμα εξαιτίας της βενζίνης είναι κάτι που συμβαίνει πολλές φορές καθημερινά σε όλους τους κινητήρες. Ο knock sensor ανιχνεύει την ποιότητα του μίγματος ενημερώνει την ECU για να παρέμβει αντίστοιχα. Αυτό σημαίνει πως η ECU μπορεί να καθυστερήσει την ανάφλεξη για μερικά κλάσματα, ώστε η πλήρωση του θαλάμου καύσης να είναι πληρέστερη και ο αναβάτης να μην καταλάβει τίποτα, ισιώνοντας έτσι κάθε πρόβλημα που θα μπορούσε να φανεί στην απόκριση.

Οι σχέσεις στο κιβώτιο έχουν αλλάξει σημαντικά σε σύγκριση με την Desmosedici Stradale πηγαίνοντας από 2171 σε 2849 κονταίνοντας την πρώτη σχέση πράγμα που χρειαζόταν σίγουρα στον V4 που δεν θα έχει πλέον την ίδια εκρηκτικότητα χαμηλά, όπως είχε και ο V2. Σίγουρα η ροπή χαμηλά θα είναι μικρότερη, οπότε η Ducati προχώρησε σε αυτή την λύση και για να εξισορροπήσει αυτή την απώλεια.

Τι περιμένουμε να δούμε από έναν V4 της Ducati εκτός των άλλων; Να είναι και σωστά τοποθετημένος και να έχει ακριβώς την ακαμψία που πρέπει. Παλαιότερα η οπτική της εταιρείας ήταν να φτιάχνει κινητήρες και πλαίσια «νταμάρια» για να στρίβεις στις πίστες παίρνοντας μαζί σου και την άσφαλτο. Η μοτοσυκλέτα γενικά, σαν όχημα, έχει κάνει τεράστια εξέλιξη τα τελευταία χρόνια και οι εταιρείες μπορούν να κάνουν υπολογισμούς σε γραμμάρια δίνοντας ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που θέλουν. Από το πρώτο Hypermotard για παράδειγμα, σε αυτά που βλέπουμε τώρα οι διαφορές είναι τεράστιες και δεν φαίνονται όλες με γυμνό μάτι. Η Ducati έχει γίνει πλέον μπροστάρης στην κατανομή βάρους και την σωστή απόδοση της ακαμψίας κάτι που φαίνεται και με την νέα Panigale. Οι μεγάλες διαφορές διαστάσεων που έχει ο νέος κινητήρας, διότι τα χιλιοστά είναι πολλά, τους επιτρέπουν να αλλάξουν πλήρως την κατανομή βάρους και να προσαρμόσουν με καλύτερη ακρίβεια την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας. Το ακραίο παράδειγμα του αντιθέτου ήταν η Multistrada Enduro αλλά ήταν και μία πολύ συγκεκριμένη έκδοση αυτή, στην νέα Multistrada -που έχουμε επίσης περιέργεια να δούμε πόσο On και πόσο Off θα είναι- το ζύγισμα με τον νέο κινητήρα δίνει μεγάλες προοπτικές στην Ducati. Είναι ασφαλές να θεωρήσουμε από τώρα, πως τις έχουν εκμεταλλευτεί στο έπακρο…

Αναμένουμε τώρα με μεγάλη προσμονή, την παρουσίαση της νέας Multistrada στις 4 Νοεμβρίου!

 

Ετικέτες

Yamaha Tracer 9 GT – Πολυτελής τουρισμός στη Μέση Γη

Το χλιδάτο ταξίδι δεν χρειάζεται ατελείωτα κυβικά και αχόρταγα άλογα. Αν κατέχεις την τέχνη, ένας μεσαίος κυβισμός αρκεί για την ευτυχία του σπορ τουρίστα
yamaha tracer 9 gt
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

31/7/2026

Η μοτοσυκλέτα που η Yamaha περιγράφει ως sport touring εκφράζει τη σύγχρονη εκδοχή αυτής της κατηγορίας, όπως έχει εξελιχθεί παράλληλα με το δημοφιλέστερο είδος της παγκόσμιας αγοράς, τις adventure.

Αν πριν μια δεκαετία το εξ ορισμού sport touring μοντέλο της ιαπωνικής εταιρείας ήταν το FJR 1300, σήμερα η ανάλογη οικογένεια στη γκάμα της Yamaha απαρτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από Tracer 7 και 9 – συν ένα Niken GT.

Βαριά κληρονομιά

Το 2025 συμπληρώθηκε μια δεκαετία από την πρώτη εμφάνιση του Tracer 900, το οποίο είχε αναλάβει ένα σπουδαίο όσο και δύσκολο έργο, να διαδεχθεί τον προγενέστερο θρύλο ονόματι TDM 900. Το καθήκον αυτό έγινε ακόμη πολυτιμότερο όταν το FJR 1300 αφαιρέθηκε οριστικά από την ευρωπαϊκή γκάμα sport touring το 2020.

MT-09 Tracer 2015
MT-09 Tracer 2015

Στις τρεις γενιές που μεσολάβησαν η Yamaha το ανανέωσε το 2018 και το 2021, με την πρώτη να μας συστήνει την πολυτελέστερη έκδοση Tracer 900 GT.

Σήμερα απολαμβάνουμε την τέταρτη γενιά του μεγάλου Tracer, αναβαπτισμένη ως Tracer 9 από την προηγούμενη γενιά του 2021, αυτή που περιγράφαμε ως “το καλύτερο Tracer που έβγαλε ποτέ η Yamaha”, χαρακτηρισμός που κατά συνέπεια ισχύει και για το φετινό μοντέλο.

Η σχέση του ΜΟΤΟ με τα Tracer δεν ξεκίνησε γραμμένη με χρυσά γράμματα, καθότι ήμασταν εκείνοι που είχαμε αναδείξει τα ζητήματα ευστάθειας της πρώτης γενιάς που κανείς άλλος δεν έθιξε παρά μόνο όταν βγήκε η δεύτερη. Γιατί τότε έπρεπε να εξηγήσουν την αλλαγή στο ψαλίδι και θυμήθηκαν πως ήταν καλό που μεγάλωσε το μεταξόνιο γιατί πριν δεν ήταν ιδιαίτερα σταθερή μοτοσυκλέτα, όπως εξαρχής γράφαμε.

Tracer 900 GT 2018
Tracer 900 GT 2018

Crossover μεταξύ κατηγοριών

Το πλέον σταθερό Tracer λοιπόν ήταν αυτό της τρίτης γενιάς, ενώ ήταν και η πρώτη φορά που πλησίασε σε συμπεριφορά και εξοπλισμό την επόμενη κατηγορία, έχοντας τα ίδια ηλεκτρονικά – με κυριολεκτικά τις ίδιες μονάδες ελέγχου – με την αντίστοιχη Ducati Multistrada αλλά σε χαμηλότερη τιμή. Είχε φυσικά την ίδια διαφορά και στο γκάζι, όμως σε έναν επαρχιακό γεμάτο στροφές το γκάζι περισσεύει και τα υπόλοιπα δυναμικά χαρακτηριστικά είναι αυτά που αναδεικνύονται.

Αυτά που περιγράφουμε για το Tracer 9 του 2021 ισχύουν μέχρι κεραίας και για την τρέχουσα γενιά του μοντέλου, στην οποία οι αλλαγές δεν χαλούν αυτήν την συνταγή που με κόπο τελειοποίησε η Yamaha.

Ήταν πολύς μακρύς ο δρόμος για να φτάσουμε εδώ, στην μοτοσυκλέτα που έχει αλλάξει την κατηγορία και κυριολεκτικά έσωσε τη Yamaha Ευρώπης από βέβαιο οικονομικό μαρασμό. Αν δεν πετύχαινε το Tracer και μαζί του ολόκληρη η οικογένεια των MT, το μέγεθος της Yamaha στην Ευρώπη δεν θα ήταν σε επίπεδο κορυφής, όπως είναι τώρα.

Στη δυσκολότερη αγορά του κόσμου, την Ευρωπαϊκή, η Yamaha πόνταρε πολλά στην επιτυχία του Tracer και το ρίσκο απέδωσε στο 100%.

Ένα ακόμη ρίσκο που δικαίωσε τη Yamaha ήρθε με την τρίτη έκδοση. Διότι το μοντέλο αυτό σοβαρεύει, αποκτά άλλο κόστος κι ανεβαίνει η τιμή ρισκάροντας να μπει φρένο στην εμπορική του πορεία. Έχοντας αλλάξει το όνομά του σε Tracer 9 πλέον, γίνεται το καλύτερο Tracer που είχε υπάρξει ποτέ, όπως εξηγήσαμε νωρίτερα. Στο τρέχον μοντέλο η Yamaha έχει ήδη κάνει το δύσκολο βήμα και δεν χρειάζεται να πάρει άλλο ρίσκο αυτή τη φορά, διαθέτοντας πια ένα Tracer για όλους, με διάφορες εκδόσεις και, για πρώτη φορά, μια αυτόματη έκδοση στην οικογένεια.

Tracer 9 GT

Πέντε πόντοι κάνουν τη διαφορά

Το Tracer 9 GT αποτελούσε ως το 2025 τον κορωνίδα της οικογένειας, ενώ με την τελευταία ανανέωση του μοντέλου η Yamaha δεν προέβη σε σαρωτικές αλλαγές, αλλά περισσότερο σε έναν fine tuning που ξεκινά από την εμφάνιση. Η πιο ουσιώδης επικαιρότητα γύρω από την τέταρτη γενιά Tracer 9 έγκειται αφενός στην άφιξη της έκδοση GT+ με ραντάρ, καθώς και η προσθήκη κατ’ επιλογή της αυτόματης-ημιαυτόματης μετάδοσης Υ-ΑΜΤ. Χάρη σε αυτά τα δύο νέα συστήματα η γκάμα των Tracer 9 εμπλουτίστηκε με νέες επιλογές, ικανές να καλύψουν κάθε γούστο και κάθε τσέπη.

Το στάνταρ Tracer 9 GT με χειροκίνητο κιβώτιο συνιστά ένα πληρέστατο sport touring σύνολο, χτισμένο πάνω σε μια βάση που εξαρχής ενδεικνυόταν για τον μαγικό συνδυασμό ταξίδι και στρίψιμο, ενώ στην τρέχουσα γενιά είναι και πιο ευρύχωρο από πριν για δύο άτομα, καθώς το υποπλαίσιο έχει επιμηκυνθεί κατά 50 χιλιοστά. Αυτά τα μόλις 5 εκατοστά είναι αρκετά για ν’ αλλάξει το τρίγωνο της εργονομίας θέσης οδήγησης και να μεγαλώσει η απόσταση μαρσπιέ και πίσω σέλας.

Το βασικό χαρακτηριστικό που διαχωρίζει το GT από το βασικό μοντέλο είναι οι ημιενεργές αναρτήσεις της Kayaba με το σύστημα KADS, που έχει εξελιχθεί ειδικά για το Tracer 9. Για να μιλήσουμε πίσω από τις γραμμές του μάρκετινγκ, αυτό σημαίνει πως ο αλγόριθμος που έχει ο κατασκευαστής των αναρτήσεων προσαρμόστηκε στα δεδομένα της μοτοσυκλέτας και αυτό είναι ένα απαραίτητο βήμα που λειτουργεί εμφανώς υπέρ της.

Tracer 9 GT 2021
Tracer 9 GT 2021

Μοτοσυκλέτα να την παίζεις στα δάκτυλα

Επιπλέον, μπορεί κανείς να επιλέξει το Tracer 9 GT με τη μετάδοση Y-AMT, η οποία αφαιρεί από την εξίσωση τη μανέτα συμπλέκτη και τον λεβιέ ταχυτήτων, φέρνοντας στη θέση τους δύο κουμπιά για σειριακό χειρισμό του κιβωτίου ταχυτήτων από την αριστερή άκρη του τιμονιού ή, εναλλακτικά, μια πλήρως αυτόματη μετάδοση που απλοποιεί την οδήγηση αφήνοντας στον αναβάτη μόνο τα βασικά καθήκοντα: γκάζι και φρένο.

Κάποιος που δεν γνωρίζει καλά την ιστορία της Yamaha μπορεί να θεωρήσει πως το Υ-ΑΜΤ συνιστά επαναστατική καινοτομία για την ιαπωνική εταιρεία, ωστόσο επιχειρώντας μια μικρή ιστορική αναδρομή αναδεικνύεται η συμμετρία: πριν μιλούσαμε για το προηγούμενο sport touring ορόσημο της Yamaha, το FJR 1300 που στα μέσα της δεκαετίας του 2000 πρωτοτυπούσε με την έκδοση AS, εξοπλισμένη με τον ημιαυτόματο συμπλέκτη YCC-S (Yamaha Chip Controlled Shifting) και έκανε αυτό που κρύβουν πίσω τους τα δύο αρκτικόλεξα AS, Automatic Shifting.

Πρόκειται για ένα σύστημα που γνωρίζουμε πολύ καλά μέσω του long term MT-09 Y-AMT που απολαμβάνουμε σε καθημερινή βάση. Στην περίπτωση του Tracer 9 ωστόσο η Yamaha έχει ρυθμίσει διαφορετικά το σύστημά της και πολύ σοφά έπραξε, γιατί άλλες απαιτήσεις έχει κανείς από μια γυμνή σπορ μοτοσυκλέτα που έχει χτίσει το όνομά της στον απολαυστικά άτακτο χαρακτήρα της, ενώ το Tracer θέλει να προσφέρει άλλου είδους ανέσεις που πρέπει να ισορροπήσουν δικάβαλο και φορτωμένο ταξίδι με καθημερινή πρακτικότητα.

Το Tracer 9 GT Y-AMT συμπλεκτάρει καλύτερα την πρώτη στις εκκινήσεις από το MT-09, επιδεικνύοντας μιαν ομαλότητα που το συνοδεύει σε όλο το φάσμα των χαμηλών στροφών. Η ευστροφία του τρικύλινδρου CP3 των 119 ίππων έρχεται να πάρει τα κενά της γκαζιέρας από τις μεσαίες στροφές και ιδιαίτερα αν επιλέξεις χειροκίνητη αλλαγή ώστε να αλλάζεις μόνος σου κοντά στην κόκκινη περιοχή και όχι αρκετά νωρίτερα, τότε θα έχεις στο χέρι όλους τους λόγους που το Tracer9 έγινε επιτυχία και μαζί τη συνοδεία ενός αρκετά μπάσου ήχου για τα δεδομένα της τωρινής εποχής, σε σημείο να απορείς για το πώς κατάφερε να περάσει τις νέες αυστηρές προδιαγραφές.

Το κύμα ροπής που καβαλάς μετά τα 60-70 στο κοντέρ είναι απλά η πρώτη ανωφέρεια που σε προϊδεάζει για το επόμενο, το δυνατότερο. Ευτυχώς η δύναμη δεν έρχεται σε σκαλοπάτια και έτσι σερφάρεις συνεχώς σε ένα κύμα ροπής που εκτός από την οδήγηση σε επαρχιακό βοηθά και στο ταξίδι, ώστε οι προσπεράσεις να έχουν αμεσότητα αλλά, το κυριότερο, να ταξιδεύεις με σταθερή ταχύτητα σε χαμηλές στροφές, που είναι σημαντικότερος παράγοντας για τον έλεγχο της κούρασης ακόμη και από την κάλυψη του αέρα.

Το συμβατικό κιβώτιο τώρα, έχει και αυτό ένα βοήθημα που πλησιάζει πολύ την χρήση του αυτόματου κιβωτίου στην χειροκίνητη λειτουργία και αυτό είναι το quickshifter τρίτης γενιάς.

Tracer 9 GT 2025
Tracer 9 GT 2025, η πρώτη γενιά με μετάδοση Υ-ΑΜΤ

Πάμε τώρα στην περίπτωση που στο ένα Tracer 9 GT με το αυτόματο κιβώτιο Y-AMT επιλέξουμε τη χειροκίνητη λειτουργία και στο άλλο έχουμε το quickshifter. Εδώ τώρα η λειτουργεία ταυτίζεται. Αν μάλιστα οδηγούμε σε έναν επαρχιακό δρόμο που δεν παίζει ρόλο η στάση στα φανάρια παρά μόνο οι αλλαγές ταχυτήτων, τότε μπορούμε να συγκρίνουμε τα δύο διαφορετικά κιβώτια σε απόλυτο βαθμό. Με το αυτόματο κιβώτιο μπορείς να κάνεις ακόμη πιο γρήγορη αλλαγή, με τον αριστερό δείκτη απλά πατάς το αντίστοιχο κουμπί και ο ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενος συμπλέκτης επικοινωνεί με την ECU, η ανάφλεξη προσαρμόζεται άμεσα και η αλλαγή είναι λίγο πιο άμεση ειδικά στα ανεβάσματα στις 3 τελευταίες σχέσεις, αντίστοιχα ισχύει αυτό για όλα τα κατεβάσματα.

Για τις τρεις πρώτες σχέσεις αναλόγως του πόσο πολύ έχει ανοίξει το γκάζι, υπάρχει μία ισοβαθμία μεταξύ αυτόματου κιβωτίου και quickshifter. Από εκεί και πέρα όμως και σε όσο πιο σπορ ρυθμό κινείσαι, τόσο εκμηδενίζεται η διαφορά τους

Την πρακτικότητα του αυτόματου κιβωτίου θα την εκτιμήσεις στο ταξίδι από μικρές λεπτομέρειες που ούτε φανταζόσουν πως θα έχουν θετική επίδραση, όπως το να πληρώνεις διόδια και να κάνεις άμεση εκκίνηση μαζεύοντας τσέπες και λοιπά χαρτιά, κάρτες ή ρέστα στα επόμενα μέτρα ενώ είσαι ήδη σε κίνηση.

Θα την εκτιμήσεις επίσης σε κάθε αστική συνθήκη, κάθε φορά που δεν θα ψάχνεις νεκρά στο φανάρι και φυσικά έχοντας αρκετές ρυθμίσεις για να φέρεις τη συμπεριφορά της μετάδοσης στα δικά σου γούστα και τις συνθήκες της στιγμής. Το Υ-ΑΜΤ μπορεί να ρυθμιστεί για short-shifting, δηλαδή να αλλάζει γρήγορα ταχύτητες χωρίς να αφήνει τις στροφές να ανέβουν πολύ, μπορεί εξίσου εύκολα και με το πάτημα ενός κουμπιού να περάσει σε πιο σπορτίφ λειτουργία, αφήνοντας τη βελόνα του στροφομέτρου να σκαρφαλώσει αρκετά ψηλά πριν αλλάξει σχέση.

Αυτή η προσαρμοστικότητα είναι που το κάνει τόσο εύχρηστο σε πληθώρα καταστάσεων, ενώ η χειροκίνητη λειτουργία με τα κουμπιά στο τιμόνι σου δίνει τον έλεγχο στο χέρι και θα συνεχίσει να σε υποστηρίζει ακόμη κι αν θέλεις να οδηγήσεις επιθετικά, όπου πλέον η σειριακή λειτουργία της μετάδοσης αρχίζει να θυμίζει ένα πολύ καλό quickshifter, αλλάζοντας με τα κουμπιά χωρίς καν να κλείνεις το γκάζι.

Tracer 9 GT
Τα όργανα του Tracer 9 GT: 2021 πάνω και 2025 κάτω

Η πολυπλοκότητα είναι απλή

Για τη Yamaha ο κομβικός ρόλος του Tracer 9 GT καθρεπτίζεται στον εξοπλισμό του, ο οποίος είναι αντάξιος μεγαλύτερων και ακριβότερων μοτοσυκλετών.

Ο προσαρμοζόμενος προβολέας Martix LED, τα φώτα στροφής, το ενοποιημένο σύστημα πέδησης που παντρεύει αρμονικά συνδυασμένη πέδηση και ABS, παράλληλα με ένα πρακτικότατο σύστημα Vehicle Hold Control για εύκολες εκκινήσεις σε ανηφόρα, οι ημιενεργητική ανάρτηση της ΚΥΒ, οι τουριστικές ανέσεις όπως ο ηλεκτρικά ρυθμιζόμενος ανεμοθώρακας, το cruise control και η μεγάλη TFT οθόνη 7 ιντσών με ενσωματωμένη πλοήγηση είναι απλώς διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας κεντρικής λογικής: ασφάλεια και άνεση παντού.

Η δε ενοποίηση όλων των ηλεκτρονικών συστημάτων του Tracer 9 GT υπό την ομπρέλα του Yamaha Ride Control, το οποίο αναλαμβάνει να ενορχηστρώσει τα πάντα με μαέστρο την αδρανειακή κεντρική μονάδα έξι αξόνων, αναδεικνύει τη γοητεία της μοτοσυκλέτας όπως εκφράζεται από μια έντονη θεωρητική αντίθεση: τόσα πολλά ηλεκτρονικά συστήματα που μπορεί να ακούγονται περίπλοκα και μπερδεμένα συνεργάζονται αρμονικά χωρίς να ζητούν δεκάδες ρυθμίσεις από τον αναβάτη, που μπορεί να αλλάξει πολύ δραστικά τη μοτοσυκλέτα του με το απλό πάτημα ενός κουμπιού, επιλέγοντας μια μόνο ρύθμιση.

Κι αν θέλει να βουτήξει στα βαθιά των ηλεκτρονικών ρυθμίσεων, η παραμετροποίηση που προσφέρει η Yamaha είναι αναλυτικότατη και ακουμπά τα πάντα, ως τις δέκα σκάλες των θερμαινόμενων γκριπς!

Tracer 9 GT 2026
Tracer 9 GT 2026

Έξυπνη πολυτέλεια

Η Yamaha έχει μείνει έξω από το παιχνίδι των μεγάλων adventure από τότε που σταμάτησε το Super Tenere 1200 και έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στην ασφάλτινη πτέρυγα αυτής της κατηγορίας με μοτοσυκλέτες που διακρίνονται από την όρθια θέση οδήγησης. Εκεί είναι που το Tracer 9 έχει διακριθεί με επιμονή στις αγορές του κόσμου και μεταξύ αυτών στην ελληνική, για να φτάσει σήμερα να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα αναγκών, από την πιο λιτή και απλή βασική έκδοση ως την κορυφαία Tracer 9 GT+ με λίστα εξοπλισμού που γεμίζει εγκυκλοπαίδεια.

Ένα σκαλί πιο κάτω θα βρούμε το δίδυμο των Tracer 9 GT, με παραδοσιακό χειροκίνητο κιβώτιο ή με το Υ-ΑΜΤ, ως ενδιάμεση κορυφή με τις ηλεκτρονικές αναρτήσεις.

Ξεκινώντας λίγο πάνω από τα 16 χιλιάρικα, το GT διατηρεί μια καθαρή απόσταση στην τιμολόγησή του τόσο από το βασικό μοντέλο, όσο και από το ακριβότερο όλων GT+, προσφέροντας υψηλού επιπέδου υπηρεσίες με την πολυτέλεια που κάνει τη διαφορά από το εισαγωγικό Tracer 9 και τη σιγουριά μιας παράδοσης που ξεπερνά τη δεκαετία στις αγορές.

Το καλύτερο Tracer που έβγαλε ποτέ η Yamaha παραμένει εδώ και στην τέταρτη γενιά του με την έκδοση Tracer 9 GT φροντίζει να καλύψει το πολυτελές εύρος της κατηγορίας του με δύο επιλογές που περιστρέφονται γύρω από την μετάδοση Υ-ΑΜΤ, ενώ ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στις μεγαλύτερες και ισχυρότερες επιλογές ισορροπώντας με το ένα πόδι στους μεσαίους κυβισμούς και το άλλο στους μεγάλους.

Ετικέτες