BMW M FESTIVAL: Οδηγήσαμε τις M 1000 XR και M 1000 R στα Μέγαρα
Αυτό ήταν το δεύτερο BMW M FESTIVAL στην Ελλάδα
Από τον
Παύλο Καρατζά
8/10/2025
Βρεθήκαμε στην πίστα των Μεγάρων για το 2ο BMW M FESTIVAL που πραγματοποίησε η βαυαρική εταιρεία στην Ελλάδα για να μας παρουσιάσει τις μοτοσυκλέτες σειράς M.
Η ημέρα μας ξεκίνησε με παρουσίαση των χαρακτηριστικών της M 1000 XR, καθώς ήταν το μοντέλο που απουσίαζε από το πρώτο BMW M FESTIVAL και στην συνέχεια το μικρόφωνο πήρε ο Βασίλης Μπούδρος που μέσα από την συνεργασία του με την BMW Hellas ανέλαβε την επίβλεψη για το οδηγικό κομμάτι.
Ξεκινήσαμε με το μοντέλο M 1000 XR της βασικής έκδοσης με το λευκό χρώμα και νιώσαμε άνετα με την μοτοσυκλέτα μετά από ένα-δύο γύρους, μέχρι να ζεσταθούν τα ελαστικά. Η M 1000 XR έδειξε ξεκάθαρα πως παρά το μέγεθος της μπορεί να κινηθεί εξαιρετικά γρήγορα μέσα στην πίστα και να επιταχύνει πολύ δυνατά με τους 200+ ίππους που διαθέτει. Είχαμε ήδη βάλει την τελευταία έκδοση του S 1000 XR στην ίδια πίστα, άλλωστε ποιος άλλος κάνει δικά του συγκριτικά σε πίστα - και έχουμε έτσι πιο άμεσα και την μεταξύ τους σύγκριση. Θα το αναλύσουμε αυτό περισσότερο στην ξεχωριστή δοκιμή. Έτσι και αλλιώς η XR είναι μία μοτοσυκλέτα που φτιάχτηκε και σχεδιάστηκε για ταξίδι, αλλά σταδιακά η BMW ενίσχυσε όλο και περισσότερο για παιχνίδι και γιατί όχι και για επισκέψεις στην πίστα όπου τα όρια μπορούν να εξερευνηθούν με μεγαλύτερη ασφάλεια. Από την άρχη όμως, είχε τα δομικά στοιχεία για να υποστηρίξει την αλλαγή αυτή, ενώ με την M έκδοση αποκτά κανείς και τον πιο σύγχρονο, τελευταίας γενιάς κινητήρα superbike από εκεί που η XR ήταν πάντα ένα βήμα πίσω.
Πιο συγκεκριμένα η crossover φέρει κινητήρα 999cc που αποδίδει 201 ίππους στις 12.750 στροφές και 11,5 kg.m ροπής στις 11.000 στροφές. Το πλαίσιο της είναι αλουμινένιο και ο κινητήρας λειτουργεί ως φέρον στοιχείο.
Το μπροστινό πιρούνι είναι ανεστραμμένο, πλήρως ρυθμιζόμενο και έχει διάμετρο 45 mm, ενώ πίσω βρίσκουμε monoshock αμορτισέρ. Οι ρυθμίσεις γίνονται ηλεκτρονικά, εκτός από την προφόρτιση ελατηρίου που γίνεται μηχανικά. Τα φρένα είναι εξαιρετικά και αποτελούνται από δύο δισκόφρενα των 300 mm και τετραπίστονες δαγκάνες μπροστά και ένα δισκόφρενο 220 mm με μονοπίστονη δαγκάνα πίσω. Το βάρος της ανακοινώνεται στα 223 κιλά πλήρης υγρών, με το ρεζερβουάρ να έχει χωρητικότητα 20 λίτρα. Η λίστα με τον εξοπλισμό της είναι απίστευτα μεγάλη και τα πολλά ηλεκτρονικά βοηθήματα αναβάτη έρχονται κατευθείαν από την πολύτιμη εμπειρία που έχει η BMW από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike.
Την σκυτάλη στην συνέχεια πήρε το M 1000 XR που διέθετε το πακέτο M competition που έρχεται με μπόλικα καλούδια στην τιμή των 5.809 ευρώ. Όπως έχουμε πει χαρακτηριστικά, η BMW αν μπορούσε θα χρέωνε και τον αέρα στα ελαστικά, οπότε εννοείται ότι δεν θα άφηνε έτσι εκείνον που θέλει να νιώσει πως οδηγεί κάτι ακόμη πιο εξιδεικευμένο από το "απλό" M, έτσι ώστε να υπάρχει και επόμενο πακέτο εξοπλισμού.
Είχαμε πει επίσης πως το M 1000 XR θα είναι το πρώτο μοντέλο BMW που θα φέρει την τρέλα του "M Look" και στην μοτοσυκλέτα. Το ζούμε χρόνια πολλά στα αυτοκίνητα και δεν υπήρχε κανένας λόγους, κυρίως εξαιτίας της μικρής αγοράς, να το δούμε αυτό στις άλλες κατηγορίες, όπως στην γυμνή. Έπρεπε να έρθει ένα άλλο μοντέλο πιο κοντά στο ευρύτερο κοινό, όπως είναι μία street με όρθια θέση οδήγησης για να φέρει την τρέλα αυτή και πράγματι, αυτό έγινε. Τώρα μπορεί να ζήσουμε και το επόμενο σκαλί: Το πακέτο M competition λοιπόν φέρει την βαφή Blackstorm metallic/M Motorsport, M GPS-Laptrigger (που μετράει τους χρόνους σου στην πίστα και αναλύει τα δεδομένα οδήγησης), M Billet Pack (πακέτο εξαρτημάτων Μ με ρυθμιζόμενη βάση μαρσπιέ αναβάτη και συνεπιβάτη), Carbon pack και ζάντες Carbon M που είναι 1,4 kg ελαφρύτερες από τις στάνταρ ζάντες και έρχεται με 200αρι ελαστικό (έναντι 190αρι της βασικής έκδοσης).
Με την συγκεκριμένη έκδοση αισθανθήκαμε αμέσως άνετα και η αλλαγή κατεύθυνσης γινόταν πολύ πιο εύκολα από πριν εξαιτίας των ελαφρύτερων ζαντών. Μπορεί τα 1,4 κιλά να είναι μικρός αριθμός -γενικά- αλλά ειδικά κάνουν τεράστια διαφορά, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι τροχοί αποτελούν μη αναρτώμενο βάρος, βελτιώνοντας έτσι την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας και την λειτουργία της ανάρτησης. Κινούμασταν όλο και ταχύτερα μέσα στην πίστα και δεν άργησε η στιγμή που πλέον τα όρια θα έθετε η ίδια η πίστα και όχι η μοτοσυκλέτα. Την συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είχαμε την ευκαιρία να την δοκιμάσουμε για μία εβδομάδα και περισσότερα μπορείτε να βρείτε σε προηγούμενο τεύχος και συγκεκριμένα στο #658). Εντύπωση δημιουργεί το γεγονός πως η M 1000 XR είναι η τρίτη πιο καλοπουλημένη μοτοσυκλέτας της Γερμανικής εταιρείας στην χώρα μας. Την χρονιά μάλιστα που διανύουμε έχουν πωληθεί ήδη 70 μοντέλα, ένας σημαντικός αριθμός για μία αγορά όπως η δική μας.
Στο τέλος ανεβήκαμε στην σέλα της M 1000 R που διαθέτει και την πιο επιθετική θέση οδήγησης από τις τρεις μοτοσυκλέτες. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της BMW αποδίδει 210 ίππους στις 13.750 στροφές και 11,5 kg.m ροπής στις 11.100 στροφές. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά είναι κατά τα άλλα ίδια με εκείνα της M 1000 XR. Η M 1000 R σε βοηθάει να “γυρίσεις” όλο και πιο γρήγορα και τα ηλεκτρονικά βοηθήματα προσπαθούν να κρατήσουν στο έδαφος και τους δύο τροχούς στην έξοδο των στροφών αλλά και στις δύο ευθείες. Βέβαια, η πίστα των Μεγάρων φάνηκε από την αρχή πως δεν είναι η κατάλληλη για μία τόσο δυνατή μοτοσυκλέτα με εξαιρετικές δυνατότητες στην πίστα – κι αυτό το λέμε με σιγουριά, καθώς την στιγμή που γράφουμε αυτό το άρθρο την δοκιμάζουμε στην πίστα των Σερρών με κατάλληλα ελαστικά και σύντομα θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε για την δοκιμή αυτή και να δείτε και εντυπωσιακές φωτογραφίες.
Στην πίστα είδαμε και το superbike της BMW, M 1000 RR, όμως δεν είχαμε την ευκαιρία να το οδηγήσουμε και αυτό το κρατάμε σαν ερωτηματικό για πιθανή δοκιμή στο μέλλον.
Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!
Τρικύλινδρο νεορετρό ανάμεσα σε 660 και 765!
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
12/2/2026
Η μελετημένη επιλογή της Triumph στα μέσα της δεκαετίας του ’80 να επενδύσει στην τρικύλινδρη διάταξη για να ξεχωρίσει ολότελα από τους υπόλοιπους, συνεχίζει στις μέρες μας να έχει άμεσο αντίκτυπο στην γκάμα της, με τον 800άρη κινητήρα που γνωρίσαμε πέρσι να έρχεται σε ακόμη ένα νέο μοντέλο.
Η σειρά τους στο μεταξύ είναι η σωστή καθότι μετά τα 660 δεν έρχεται το 765, όπως θα περίμενε κανείς βάση κυβισμού, αλλά η σειρά των 800αριών κρίνοντας με βάση την απόδοσή τους αλλά και του τρόπου οδήγησης.
Ο κινητήρας αυτός έχει τις εξωτερικές διαστάσεις του 660 και άρα μπορεί να μπει και στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι η περίπτωση του TigerSprot 800 που είναι ο άξιος συνεχιστής του 1050. Μία μοτοσυκλέτα με διαστάσεις όμοιες με του 660 αλλά με διαφορετικό κινητήρα που εσωτερικά έχει περισσότερες ομοιότητες με τον 765.
Η Triumph έφτιαξε τον κινητήρα αυτό για να μας δώσει μία νέα σειρά μοτοσυκλετών, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει με τον 765, ο οποίος έχει εξειδικευτεί για sportχρήση και για αυτό και είναι κατάλληλος και για την Moto2 κατηγορία.
Μιλώντας με τον άνθρωπο που τον σχεδίασε, η μετατροπή του 765 σε έναν κινητήρα που θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο πλατφόρμας και πάνω του να στηθούν μία σειρά διαφορετικών μοντέλων, ήταν ακριβότερη και χρονικά μεγαλύτερη διαδικασία από την ανάπτυξη ενός νέου κινητήρα και έτσι γεννήθηκε ο νέος τρικύλινδρος των 798 κυβικών.
Κατά την παρουσίαση του TigerSport 800 μας ρώτησαν που αλλού θα θέλαμε να δούμε τον κινητήρα αυτό, όταν στην πράξη αποδείχθηκε αυτές τις ημέρες πως δούλευαν ήδη σε ένα νέο Trident. Η απάντηση τότε, πως περιμένουμε ένα νέο StreetTripleπου να είναι αυτό που λέει το όνομά του, δηλαδή φτιαγμένο για τον δρόμο και λιγότερο για την πίστα, ήρθε τώρα μέσω του Trident.
Ο κος StuartWood, ChiefEngineerτης Triumphσυμφωνεί μαζί μου, πως ο πραγματικός συνεχιστής του StreetTripleπου κυκλοφόρησε το 2007 για πρώτη φορά, είναι πλέον το Trident 800 ενώ το StreetTripleπου τώρα κυκλοφορεί είναι κάτι άλλο, πιο sportπου θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει όνομα και να λέγεται Track-DayTriple. Μπορεί να γίνει και πιο μπερδεμένο από αυτό, γιατί το 1990 υπήρχε το μεγάλο Trident900 που στην πράξη είναι ο πρόγονος του SpeedTripleπου είδαμε το 1994 και που στην εποχή μας θα πρέπει να λέγεται StreetfighterTriple, από την στιγμή που μέσα στην πίστα μπορεί να το οδηγήσει κανείς με την ταχύτητα και την φόρα που είχε το προηγούμενης γενιάς DucatiStreetfighter.
Οπότε οι δύο διαφορετικές σειρές γυμνών μοτοσυκλετών που είχε η Triumph, έχουν εξειδικευτεί τόσο πολύ που πλέον έχουν αλλάξει θέση στην γκάμα της εταιρείας και χρειάζονται νέα μοντέλα που θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό αυτό. Σε αυτό το σημείο θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε τι θα κάνει η Triumphμε την Daytona. Θα μας δώσει μία φανταστική supersportμε τον κινητήρα του 765 ή θα στοχεύσει στην υψηλότερη ροπή και την διαφορετική ευστροφία του 798; Ο ίδιος ο Woodθα ήθελε την άποψη του κοινού, όπως είπε.
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν τώρα, τι ήρθε να κάνει στη ζωή μας το νέο Trident800. Κι ενώ σε απόλυτα νούμερα η διαφορά ροπής δεν είναι τεράστια έναντι του 765, στην πράξη ο τρόπος οδήγησης σε έναν επαρχιακό γεμάτο στροφές αλλάζει σημαντικά και ενισχύει την απόφαση της Triumph. Στην ευθεία ή σε δρόμους με στροφές που υποστηρίζουν υψηλές ταχύτητες το 765 θα συνεχίσει να κάνει την διαφορά, όμως στο στενό πλαίσιο που θέτουν οι επαρχιακοί, το Trident 800 είναι το StreetTripleπου ξέραμε.
Η Κύπρος μας έδωσε το σκηνικό που χρειαζόμασταν για να δούμε ακριβώς αυτό τον συλλογισμό. Οδηγώντας από την «σωστή πλευρά του δρόμου», όπως δεν σταμάτησαν να σχολιάζουν χαριτολογώντας οι Άγγλοι, περιχαρείς που σε μία παρουσίαση νέου μοντέλου νιώθουν περισσότερο στο σπίτι τους από άλλες φορές.
Καλύτερη ποιότητα ασφάλτου, ακόμη και σε βρόχινες συνθήκες και σωστές καμπές που μειώνουν τις εκπλήξεις, είναι τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν αμέσως μόλις βγεις από την πόλη και πιάσεις κάποιον από τους πολλούς δρόμους που κυκλώνουν το έντονο ανάγλυφο της όμορφης Κύπρου.
Το πρώτο μισό της οδήγησης έγινε σε συνθήκες έντονης βροχόπτωσης, καλοδεχούμενης από όλους εκεί που αντιμετωπίζουν αντίστοιχο φόβο λειψυδρίας με την Αττική, πλην των Άγγλων και της παρέας μας, που φοβόμασταν πως δεν θα μπορέσουμε να δούμε την πραγματική διαφορά του νέου Trident 800, έναντι του StreetTriple.
Ήταν όμως σε αυτό το σημείο που μπορούσε κανείς να εκτιμήσει ιδιαίτερα την συμπεριφορά του TractionControl, καθώς επέτρεπε μέχρι και μία μικρή ανύψωση του εμπρός τροχού στο άνοιγμα του γκαζιού χωρίς να κόβει άγαρμπα την ανάφλεξη. Σε αυτό το σημείο θέλω να σας θυμίσω την δοκιμή της πρώτης γενιάς του TigerExplorer 1200 που ανέφερα τότε την απαράδεκτη λειτουργία των ηλεκτρονικών. Συγκεκριμένα το TractionControlμπορούσε μέχρι και να σβήσει την μοτοσυκλέτα και μάλιστα στο στεγνό, προσπαθώντας να αποτρέψει την σούζα. Την ίδια εποχή τα αντίπαλα στρατόπεδα το είχαν ξεπεράσει αυτό και δούλευαν ήδη στο επόμενο στάδιο των ηλεκτρονικών, προσπαθούσαν δηλαδή να φτάσουν εδώ που είμαστε σήμερα, όπου δεν λειτουργούν αποτρεπτικά αλλά συνεργάζονται με τον αναβάτη περισσότερο. Αυτό μας δείχνει πως η πορεία της Triumphήταν σε πιο γρήγορο ρυθμό φτάνοντας τώρα να έχει εφάμιλλα αποτελέσματα ενώ χρησιμοποιεί τους ίδιους αλγόριθμους σε όλες τις οικογένειες, ευνοώντας έτσι και τις πιο προσιτές οικονομικά μοτοσυκλέτες, του Trident 800 συμπεριλαμβανομένου.
Από την στιγμή που υπάρχει IMU, δηλαδή μονάδα μέτρησης αδράνειας, τα ηλεκτρονικά προσαρμόζονται ανάλογα με την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο και η διαφορά στους βρεγμένους δρόμους της Κύπρου είναι πως εμπιστευόσουν το CorneringABSώστε να κινούμαστε σβέλτα γνωρίζοντας πως σε περίπτωση που θα χρειαστεί θα καταφέρουμε να φρενάρουμε χωρίς μεγάλη ανάδραση στη μανέτα που σημαίνει και αύξηση της απόστασης φρεναρίσματος ενώ διατηρείται και η δυνατότητα ελιγμών. Το παράδειγμα δεν άργησε να έρθει καθώς οδηγώντας σβέλτα μαζί με τον Gareth, τον Άγγλο πλοηγό μας, στην κορυφή μίας στροφής ο εμπρός τροχός έχασε πρόσφυση καθώς είχε σχηματιστεί ένα μικρό ρυάκι με περισσότερο νερό από ότι είχε ο υπόλοιπος δρόμος. Στην άμεση αντίδραση μειώνοντας την κλίση και ανοίγοντας την γραμμή, η μοτοσυκλέτα ανταποκρίθηκε άψογα και με λίγα φρένα που μετρίασαν την φόρα αμέσως μετά, το Trident 800 συνέχισε ακάθεκτο σε σβέλτο ρυθμό.
Αφαιρώντας το TractionControlείναι που το κυριότερο χαρακτηριστικό του τρικύλινδρου κινητήρα, δηλαδή η ευστροφία στις χαμηλομεσαίες με διάρκεια ψηλά, λάμπει ακόμη περισσότερο, όπως επίσης τονίζεται για ακόμη μία φορά μία βασική διαφορά έναντι των κινέζικων μοτοσυκλετών που έχουν κατακλύσει την Ευρώπη και που μεταξύ τους έχουν τεράστιες διαφορές αλλά πάσχουν και από κοινού σε ορισμένα ζητήματα: Η απόκριση στο γκάζι είναι υποδειγματική στο Trident 800, είναι με λίγα λόγια όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι και να μην αξίζει συγχαρητήρια καθώς αυτό το θέμα είχε πάψει να αποτελεί πρόβλημα από την περίοδο που μαρκάρεται μεταξύ ApriliaShiverκαι DucatiMultistrada950, την πρώτη γενιά της. Ανάμεσα εκεί, η απόκριση της γκαζιέρας ήταν κάτι που έπρεπε να σχολιαστεί, από τότε και μετά δεν ήταν προβληματική πουθενά αλλού μέχρι που ήρθαν νέες μάρκες, ενώ είδαμε ακόμη και πισωγυρίσματα στους εδραιωμένους κατασκευαστές. Το Trident 800 γίνεται τώρα το νέο παράδειγμα της αψεγάδιαστης λειτουργίας στην απόκριση για όλους όσους φέρνουν στην αγορά μοντέλα με τρικύλινδρους κινητήρες και σε συνθήκες μειωμένης πρόσφυσης χωρίς ηλεκτρονικά, είναι εξαιρετικά εύκολο να εκτιμήσεις την διαφορά.
Με τα τριπλά σώματα ψεκασμού και την αυξημένη συμπίεση που φτάνει στο 13,2:1 όταν το Trident660 έχει 11,9:1 και την επανασχεδιασμένη διαδρομή της εισαγωγής για να εγγυηθεί την αμεσότητα στην πλήρωση του θαλάμου καύσης που απαιτούν τα ανωτέρω στοιχεία, η Triumphβασίζεται σε μία σειρά από προηγμένους αισθητήρες για την εύρυθμη λειτουργία αυτού του κινητήρα, ιδιαίτερα σε συνθήκες κακής ποιότητας καυσίμου. Με δεδομένο πως αυτός ο κινητήρας έχει ήδη δοκιμασθεί επί ελληνικού εδάφους στο Sport 800, δηλαδή σε συνθήκες με χειρότερης ποιότητας καύσιμο μιας και αυτό μας χαρακτηρίζει δυστυχώς ως χώρα, μπορεί να πει κανείς πως για να δοκιμάσει το σύστημα τροφοδοσίας θα πρέπει να ταξιδέψει σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή ενός από τα «Σταν» και να βάλει από μπιτόνι στην μέση του πουθενά, στην γειτονιά μας δεν θα έχει κανένα πρόβλημα.
Οι διαφορετικές χαρτογραφήσεις επίσης ξεχωρίζουν αισθητά μεταξύ τους, είναι και αυτό κάτι που δεν αποτελεί πανάκεια, με την Rainνα ομολαμοποιεί ακόμη περισσότερο την απόκριση της γκαζιέρας χωρίς όμως να κόβει πολύ από την δύναμη. Σε μεγάλες βόλτες και ταξίδια ακόμη που κάλλιστα μπορεί να κάνει κάποιος κατάλληλα εξοπλισμένος, όταν ο καιρός αλλάζει εντός της διαδρομής, είναι που αυτός ο χάρτης μπορεί να φανεί χρήσιμος σε μία μερίδα αναβατών που δεν θα χρειαστεί να αλλάζουν συχνά, μιας δεν μετατρέπει το Trident 800 σε Trident 660. Για τους υπόλοιπους ακόμη και η ρύθμιση Roadμπορεί να μείνει μόνιμα επιλεγμένη ακόμη και στη βροχή, από την στιγμή που έτσι και αλλιώς ο κινητήρας αυτός είναι εύστροφος χωρίς όμως ξεσπάσματα, κάτι που μπορείς να δεις στην Sportχαρτογράφηση την οποία βρίσκω ιδανική για έρημους επαρχιακούς με απότομες στροφές όταν έχεις την ευχέρεια -και την όρεξη- να κινηθείς σβέλτα.
Το πλαίσιο του Sport 800 που με την σειρά του δεν έχει μεγάλες διαφορές από του 660, αλλά ορισμένες καίριες που βοηθούν την ευελιξία και την ευστάθεια με τα νέα επίπεδα δύναμης, συμπεριφέρεται άψογα και στο Trident 800 με την διαφορετική γεωμετρία.
Η βασικότερη διαφορά με το πλαίσιο των 660 είναι στην περιεχόμενη γωνία ώστε να δημιουργηθεί χώρος για την διαφορετική κεφαλή που απαιτεί η τροφοδοσία του 800, με τις υπόλοιπες διαστάσεις του μπλοκ κινητήρα να είναι, όπως είπαμε, αντίστοιχες της μικρότερης έκδοσης. Πολύ μικρή η διαφορά στην κάστερ, μόλις 0,1 μοίρα από το μικρότερο γυμνό που μεγαλώνει όμως το ίχνος για 1mmενώ ψηλότερα κατά 5mmείναι τοποθετημένος και ο αναβάτης. Όλα αυτά δημιουργούν μία θέση οδήγησης που στο χαρτί από πλευράς αριθμών δεν προϊδεάζει την διαφορά που υπάρχει με την μικρότερη αδερφή της. Αρκετά κοντά και σε αυτό το σημείο με την πρώτη γενιά του StreetTriple, με την διαφορά πως έχουμε εδώ ένα καλύτερο σετ αναρτήσεων της Showa.
Μπροστά το SFF-BPμε καλάμια 41mm, ρυθμιζόμενο σε συμπίεση και απόσβεση επαναφοράς και πίσω επίσης ρυθμιζόμενο σε επαναφορά και πρόφορτιση, monoshockαμορτισέρ της Showa. Σε σπορ ρυθμό έχουμε ακριβώς την επαναφορά που χρειάζεται πίσω, όχι πολύ γρήγορη δηλαδή για να αποσταθεροποιείται ο πίσω τροχός στην μεταβαλλόμενη πρόσφυση των δημόσιων δρόμων και επίσης με γραμμική συμπίεση που δημιουργεί εμπιστοσύνη ώστε να ανοίξεις νωρίς το γκάζι στην έξοδο. Το πιρούνι εμπρός είναι ο δυνατός σύμμαχος του ABS. Ένας σημαντικός λόγος που εμπιστεύεσαι τα φρένα κατά την σπορ οδήγηση, ώστε να κερδίσεις μέτρα και να φρενάρεις πιο αργά, είναι η συμπίεση εμπρός που ξεκινά ομαλά και αλλάζει με γοργό βήμα αλλά χωρίς σκαλοπάτια οπότε φορτίζεις το εμπρός ελαστικό και μεταβάλλεις την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας μέχρι το σημείο που χρειάζεται για να στρίψεις σβέλτα. Ούτε λιγότερο που σημαίνει γλίστρημα, ούτε περισσότερο που σημαίνει αποσταθεροποίηση του πίσω μισού. Με την γραμμική λειτουργία των αναρτήσεων τα φρένα έχουν πιο εύκολη δουλειά, ενώ αποκτά νόημα και το CorneringABSκαθώς διαφορετικά δεν θα μπορούσες να το εκμεταλλευτείς φρενάροντας μέσα στην στροφή, λίγο πριν την κορυφής, όπως μπορείς κάλλιστα να κάνεις τώρα.
Με σωστές αναρτήσεις και πλαίσιο που υποστηρίζει την λειτουργία τους, καθώς και με ηλεκτρονικά που στόχο δεν έχουν να αποτελούν ένα cheat-codeσε μία αποστειρωμένη οδήγηση videogame, αλλά μονάχα να μειώσουν το ρίσκο που αναπόφευκτα αυξάνεται όσο ανεβαίνει ο ρυθμός σε δρόμους που δεν έχουν τις ελεγχόμενες συνθήκες μίας πίστας, και η πρόσφυση μεταβάλλεται ή εμφανίζονται εμπόδια εκεί που δεν το περιμένεις, το Trident800 γίνεται ένα καλύτερο StreetTriple όταν μένουμε στο πρώτο συνθετικό του ονόματός του.
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η επιλογή της Triumphγια τόσο κοντινούς κυβισμούς, μας βάζει σε μία τελείως διαφορετική ανάπτυξη της γκάμας, συγκριτικά με τους υπόλοιπους εκεί έξω, που ουδεμία σχέση έχει με τα κυβικά, παρά μόνο με τις δυνατότητες.
Σε αυτό τον ρυθμό τα σχεδόν 300χλμ αυτονομίας που λέει η Triumphπως μπορείς να έχεις από το ρεζερβουάρ των 14 λίτρων, είναι μη εφικτός στόχος, μιλώντας από την πλήρωση του ρεζερβουάρ, μέχρι το σβήσιμο του κινητήρα από έλλειψη καυσίμου. Λίγο πριν τα διακόσια χιλιόμετρα θα εμφανιστεί η ρεζέρβα σε σβέλτο ρυθμό, που σημαίνει πως μονάχα με προσεκτική οδήγηση ή ταξιδεύοντας μπορείς να δεις την μεγάλη για την κατηγορία αυτονομία. Προφανώς όταν γίνει η δοκιμή της σε ελληνικό έδαφος θα μετρήσουμε ακριβώς την κατανάλωση, όπως επίσης και θα την ζυγίσουμε για να δούμε αν ισχύουν τα 198 κιλά που δηλώνει η Triumphμε γεμάτο το ρεζερβουάρ.
Δεν θα πρέπει να έχουν ξεφύγει όμως μακριά από αυτό, όχι μόνο γιατί είναι ένα λογικό νούμερο αφού δεν πρόκειται για κινέζο κατασκευαστή που -τουλάχιστον μέχρι τώρα- δείχνουν πως ταυτίζονται μεταξύ τους ακολουθώντας τον πιο προσιτό οικονομικά δρόμο που είναι να μπαίνει μέταλλο στην γραμμή παραγωγής, από το να βγαίνει στις οθόνες του σχεδιαστικού τμήματος. Όπως έχουμε πει και παλαιότερα, πολλές φορές, είναι ακριβότερη διαδικασία να αφαιρείς βάρος στην σχεδίαση, από το να ξοδεύεις μέταλλο στην γραμμή παραγωγής. Οι εδραιωμένοι κατασκευαστές έναν τρόπο σχεδιασμού έχουν, τον σύγχρονο, κι έτσι δεν αναμένεται μεγάλη διαφορά στην δική μας ζυγαριά, όταν το Trident 800 έρθει στην Ελλάδα.
Από γεωμετρία θέσης οδήγησης μέχρι και 1,85 ύψος κάθεσαι άνετα και φυσιολογικά στη σέλα και κατά την δοκιμή στην Ελλάδα θα δοκιμάσουμε με διαφορετικούς συντάκτες την άνεσή της. Εκεί θα πρέπει να δούμε και πώς δουλεύει η συνδεσιμότητα της μικρής TFTστρογγυλής οθόνης. Δεν θα χρειαστεί δοκιμή σε συνθήκες αυξημένης κίνησης στους δρόμους για το συμπέρασμα του quickshifter, δουλεύει απροβλημάτιστα και μάλιστα και το κιβώτιο είναι σύγχρονο και δεν χαρακτηρίζεται από προηγούμενες γενιές των Triumphμε ηχηρό κούμπωμα, ιδιαίτερα της πρώτης, κάτι που ίσχυε και για τα πρώτα StreetTriple. Βέβαια αυτό ήταν γνωστό από το TigerSport, σε κάθε περίπτωση όμως η διαφορετική χαρτογράφηση δεν έχει δημιουργήσει ζητήματα στην λειτουργία του quickshifter.
Με σημαντικούς Ιάπωνες ανταγωνιστές απέναντί του, όπως το KawasakiZ900, το MT-09, το Suzuki 8Tαλλά και το 990 Duke, το νέο Trident 800 προσφέρει το κάτι διαφορετικό και αυξάνει τον υγιή ανταγωνισμό που λειτουργεί προς όφελός μας. Το αναμένουμε σύντομα στην Ελλάδα!