Dymag - Μια από τις πιο γνωστές εταιρείες ζαντών αλλάζει χέρια

Πωλήθηκε στη γερμανική Borbet
Dymag - Πωλήθηκε στη γερμανική Borbet
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

30/10/2024

Η βρετανική Dymag, γνωστή για τις ελαφριές της ζάντες από αλουμίνιο και carbon που έχουν φορεθεί μεταξύ άλλων στο KTM RC-8C, στα Katana project της Team Classic Suzuki, και σε πολλά αγωνιστικά και custom μοντέλα, πωλήθηκε από τη μητρική Puma Private Equity στον Γερμανό κατασκευαστή τροχών αυτοκινήτου Borbet.

Η Dymag ιδρύθηκε το 1974, και έγινε γνωστή μεταξύ άλλων για τις ελαφριές ζάντες της από αλουμίνιο, carbon-fibre (plain και forged) και μαγνήσιο, για μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητο, ζάντες τόσο για αγωνιστική όσο και για πολιτική χρήση. Από το 2018, η Puma επένδυσε 8,75 εκατομμύρια βρετανικές λίρες -κοντά στα 10,5 εκατομμύρια ευρώ- για την εξαγορά και την εξέλιξη του Dymag Group.

Τώρα, η Puma πούλησε την Dymag στη γερμανική Borbet, με το ποσό της πώλησης να μην ανακοινώνεται για την ώρα, ενώ στην πώληση περιλαμβάνεται η εταιρεία, οι πατέντες, το εργοστάσιο και η άμεση ενσωμάτωση όλων των υπαλλήλων στο δυναμικό της Borbet.

Έτσι η Borbet αποκτά άμεσα κορυφαία τεχνογνωσία αλλά και μερίδιο αγοράς στις aftermarket και ΟΕΜ ζάντες μοτοσυκλετών, συμπληρώνοντας έτσι το portfolio των προτάσεών της στο αυτοκίνητο.

Η Dymag Technologies, όπως θα ονομάζεται πλέον η εταιρεία, θα συνεχίσει να παράγει ζάντες στο εργοστάσιο του Chippenham στη Βρετανία, και να προμηθεύει τους υπάρχοντες πελάτες της σε Η.Π.Α., Ασία και Ευρώπη.

Η Borbet έχει ακόμα πιο μακρά ιστορία από την Dymag, καθώς ιδρύθηκε το 1881, ενώ έχει βάση στο Hallenberg-Hesborn στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, ενώ προμηθεύει με ζάντες περισσότερους από 30 κατασκευαστές αυτοκινήτου και είναι δημοφιλής και στους customizing και aftermarket χώρους.

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.