Έξυπνες κάμερες: Ματαίωση διαγωνισμού λόγω προσφυγών – Αμφίβολη και η αξιοπιστία τους

Υπόνοιες για “φωτογραφικό διαγωνισμό” υπέρ συγκεκριμένης εταιρείας
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

25/5/2026

Στις 9 Ιουνίου 2026 έληγε κανονικά η προθεσμία υποβολής προσφορών για τον ηλεκτρονικό διαγωνισμό προμήθειας καμερών Τροχαίας με τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή το περίφημο “Ενιαίο Εθνικό Σύστημα Ψηφιακής Καταγραφής & Διαχείρισης Ελέγχων & Προστίμων Τροχαίας-Ελληνικής Αστυνομίας” με κωδικό διαγωνισμού ΟΠΣ 5225710.

Ωστόσο με ανακοίνωση που εκδόθηκε στην ιστοσελίδα Κοινωνία της Πληροφορίας, ο διαγωνισμός αυτός ματαιώθηκε εξαιτίας προσφυγών στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) σχετικά με τους όρους του.

Οι προσφυγόντες καταγγέλλουν πως ο διαγωνισμός θέτει πολύ συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές που πρακτικά “φωτογραφίζουν” συγκεκριμένο προϊόν. Θυμίζουμε πως οι πρώτες τέτοιες έξυπνες κάμερες που μπήκαν σε ελληνικούς δρόμους ήταν της ιταλικής εταιρείας Tattile, ωστόσο οι προδιαγραφές του διαγωνισμού φέρονται να περιγράφουν δύο συγκεκριμένα μοντέλα καμερών της γαλλικής Macq.

Οι προσφυγές κατά του διαγωνισμού έφτασαν ως τις κατασκευές που θα τις στηρίζουν, καθώς και η προμήθεια 1.000 γαλβανισμένων χαλύβδινων ιστών συνοδεύεται από τεχνικές προδιαγραφές που ουσιαστικά φωτογραφίζουν συγκεκριμένες κάμερες. Θεωρητικά η απόκτηση των ιστών αυτών θα έπρεπε να γίνει με βάση το είδος των καμερών που θα αποκτηθούν, άρα το λογικό θα ήταν ο διαγωνισμός να διεξαχθεί όταν θα είναι καθορισμένη η μάρκα και το μοντέλο των καμερών, ωστόσο εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Οι καταγγέλλοντες τον διαγωνισμό μιλούν για προδιαγραφές δεν περιορίζονται σε ποιοτικές ή λειτουργικές απαιτήσεις του ιστού, όπως αντοχή, ασφάλεια κλπ, αλλά ορίζουν συγκεκριμένη γεωμετρία, διάμετρο, ύψος, πάχος, βάρη και τρόπο στήριξης.

Λες και ήξεραν από πριν ακριβώς τον κατασκευαστή και τα μοντέλα των καμερών που θα επιλεγούν, θα σκεφτεί ο καχύποπτος νους.

Παράλληλα, είχε προηγηθεί εμπλοκή από τον Μάρτιο και στον διαγωνισμό για προμήθεια 600 φορητών καμερών που προορίζονται να μπουν σε λεωφορεία, καθώς η ΕΑΔΗΣΥ φέρεται να έχει μπλοκάρει και αυτόν μετά από προσφυγή εταιρείας που συμμετείχε, ζητώντας να επανατεθούν με σαφήνεια οι προδιαγραφές του. Κρίθηκε πως ο αρχικός διαγωνισμός περιείχε δυσανάλογες τεχνικές απαιτήσεις, ασαφή και μη μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης, ενώ η απαίτηση συνεργασίας με υφιστάμενο σύστημα δεν συνοδευόταν από δημοσιευμένες προδιαγραφές, δημιουργώντας και εδώ υποψίες για “φωτογραφικό διαγωνισμό” που ωθεί σε προμήθεια από συγκεκριμένο κατασκευαστή.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά το πρόγραμμα ανάπτυξης των έξυπνων καμερών με υποστήριξη τεχνητής νοημοσύνης δέχτηκε ένα σημαντικό πλήγμα που θα καθυστερήσει αρκετά την υλοποίησή του, καθώς η προμήθεια και εγκατάσταση των καμερών είναι απλώς η αρχή. Για να δουλέψει σωστά το πολυδιαφημισμένο αυτό σύστημα απαιτείται η εγκατάσταση ηλεκτρονικών υποδομών με τεχνητή νοημοσύνη και η δικτύωση όλων των καμερών σε αυτό, καθώς και η σχετική εκπαίδευση των αστυνομικών που θα το χειρίζονται.

Είναι ηλίου φαεινότερο πως δεν υπάρχουν ρεαλιστικές πιθανότητες να επιβεβαιωθούν οι αρχικές κυβερνητικές εξαγγελίες για λειτουργία μέσα στο 2026, παρότι η ίδια η κυβέρνηση είχε χωρίσει την προμήθεια σε διαφορετικούς επιμέρους διαγωνισμούς ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία.

Οι δε κάμερες που έχουν ήδη τοποθετηθεί σε πιλοτική λειτουργία εκτελούν προς το παρόν μέρος των λειτουργιών που δυνητικά θα έχουν, καθώς δεν είναι συνδεδεμένες με σέρβερ τεχνητής νοημοσύνης μέσω των οποίων υποτίθεται πως θα εκδίδονται και θα αποστέλλονται αυτόματα οι κλήσεις για παραβάτες – γιατί απλούστατα αυτό το δίκτυο δεν υπάρχει ακόμη.

Κι αν ακόμη αυτό στηθεί όπως αρχικά προβλεπόταν όμως, ήδη από αυτό το πρώτο βρεφικό διάστημα λειτουργίας των λιγοστών νέων έξυπνων καμερών δεν απουσιάζουν τα προβλήματα αξιοπιστίας.

Μόλις πριν λίγες μέρες έγινε γνωστή προσφυγή οδηγού για πρόστιμο 350 ευρώ που δέχτηκε από κάμερα που διέγνωσε πως δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας στο αυτοκίνητό του, ενώ ο ίδιος λέει πως φορούσε αλλά η κάμερα ξεγελάστηκε γιατί τα ρούχα του ήταν σκουρόχρωμα.

Υπάρχουν δε ακόμη αρκετές καταγγελίες για κλήσεις που κόπηκαν για ανύπαρκτα παραπτώματα, όπως ξύσιμο κεφαλιού που ερμηνεύτηκε ως ομιλία στο κινητό, συσκευή ατμίσματος (vape) που επίσης θεωρήθηκε ως κινητό τηλέφωνο, ενώ στην κορυφή ως τώρα μάλλον είναι η βεβαίωση προστίμου για μη χρήση ζώνης από συνεπιβάτη που … δεν υπήρχε καν στο αυτοκίνητο!

Πηγές της Αστυνομίας φέρονται να έχουν δηλώσει σε τηλεοπτικά δίκτυα πως απαιτείται ανθρώπινος έλεγχος για να φιλτράρει τις καταγραφές παραβάσεων από τις κάμερες, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η αρχική ένδειξη της κάμερας αποδείχθηκε λανθασμένη. Κατά κάποια δημοσιεύματα του ημερήσιου Τύπου που επικαλούνται αστυνομικές πηγές, το ποσοστό λανθασμένης ετυμηγορίας από τις κάμερες φτάνει ως και πάνω από 90%, ενώ αποτυγχάνει να λάβει υπόψη την παρουσία τροχονόμου που ενδεχομένως να ρυθμίζει την κυκλοφορία με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι τα φανάρια.

Όλες αυτές οι αστοχίες θα πρέπει οπωσδήποτε να μας βάλουν σε σκέψεις, διότι όταν το σύστημα έξυπνων καμερών θα είναι σε πλήρη λειτουργία (αν και όποτε), αυτές οι κλήσεις δεν θα περνούν από ανθρώπινο βλέμμα και θα έρχονται κατευθείαν στα εισερχόμενα του παραβάτη, δημιουργώντας ένα πολύ επικίνδυνο πρόβλημα. Όταν ο νέος ΚΟΚ σου παίρνει δίπλωμα για το παραμικρό, το λάθος του συστήματος δεν έχει μόνο επίπτωση σε χρήμα – βλέπε πρόστιμο που αν δικαιωθείς θα πάρεις πίσω – αλλά και στην καθημερινή κινητικότητα του οδηγού. Αν λ.χ. η δουλειά του εξαρτάται από το όχημα με οποιονδήποτε τρόπο, η απώλεια του διπλώματος για ένα χρονικό διάστημα έχει βαρύτερες συνέπειες και θα ήταν τραγικό αν αποδειχθεί πως η παράβαση ήταν προϊόν τεχνητής ανοησίας αντί νοημοσύνης.

Επιπλέον, ένας υπαρκτός κίνδυνος είναι να πλημμυριστούν οι αρμόδιες υπηρεσίες με προσφυγές οδηγών που δέχτηκαν άδικα πρόστιμα από κάμερες.

Μπορεί το “κράτος-σερίφης” να γράφει όμορφα στις τηλεοπτικές κάμερες, αλλά τι γίνεται όταν το αφήγημα καταρρέει στην πράξη; Διότι αρχίζει να φαίνεται πως η ακολουθούμενη πολιτική στο ζήτημα αυτό θυμίζει φαρ ουέστ: πρώτα πυροβολούμε και μετά ερευνούμε.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.