Honda: Το ορόσημο των 400.000.000 δίτροχων!

Σε λιγότερο από έναν αιώνα
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

19/12/2019

Η Honda κατάφερε μέσα σε 70 χρόνια (απ’ τη στιγμή που δημιούργησε την πρώτη της μοτοσυκλέτα, το D-Type, το 1949), να παράξει 400.000.000 μοτοσυκλέτες και σκούτερ. Όχι, δεν έχει γίνει κάποιο τυπογραφικό λάθος στα μηδενικά. Η Honda έχει δημιουργήσει σε λιγότερο από έναν αιώνα τετρακόσια εκατομμύρια μονάδες, με τα τελευταία 100 εκατομμύρια να παράγονται την τελευταία πενταετία, απ’ το 2014 έως τώρα.

Το Honda D-Type

 

Ο Soichiro Honda ίδρυσε την Honda Motor Co. Ltd 1948, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1963, επεκτάθηκε και εκτός των συνόρων της Ιαπωνίας, δημιουργώντας το πρώτο εργοστάσιο μαζικής παραγωγής στο Βέλγιο. Έκτοτε, έχει απλωθεί σε 25 χώρες παγκοσμίως με 35 εγκαταστάσεις. Κινούμενη πάντοτε με το μότο πως ο σκοπός της τεχνολογίας είναι να βοηθά τον άνθρωπο, συνέχισε να εξελίσσεται και να δημιουργεί δίκυκλα ορόσημα στην Ιστορία της μοτοσυκλέτας. Πρώτο από όλα, ήταν το Super Cub που κυκλοφόρησε στην αγορά το 1958 (που διαμόρφωσε ακόμη και την μοτοσυκλετιστική κουλτούρα της χώρα μας), ενώ μέχρι και σήμερα συναντάται στους δρόμους.

Έναν χρόνο αργότερα, η Honda έγινε ο μεγαλύτερος κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο, ενώ μια δεκαετία μετά, το 1969, έφτιαξε την πρώτη ιαπωνική superbike, το CB750. Μια μοτοσυκλέτα που μέχρι και σήμερα στοιχειώνει τα όνειρα, μικρών και μεγάλων –σε ηλικία- αναβατών, που είτε θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν ως βάση για τη δημιουργία μιας custom μοτοσυκλέτας, είτε να την έχουν σε “κατάσταση καινούργιου” και να τη θαυμάζουν με τις ώρες.

Το 1986 δημιούργησε την XRV650 Africa Twin, η οποία έγραψε ιστορία και το 2015 η Honda αναβίωσε το όνομά της παρουσιάζοντας την CRF1000L Africa Twin, ενώ φέτος επέστρεψε δριμύτερη και εντελώς νέα σε τρεις εκδόσεις, για την οποία διαβάσατε αποκλειστικά στο επετειακό τεύχος 600 του ΜΟΤΟ.

Το πρώτο φράγμα της παραγωγής 100.000.000 μοτοσυκλετών και σκούτερ έσπασε λίγο πριν την “ανατολή” της νέας χιλιετίας το 1997, ενώ από τότε μέχρι το 2014 έφτασε τα 300.000.000 κομμάτια. Η Honda κατάφερε μέσα στο 2018 να ξεπεράσει την παραγωγή των 20.000.000 μονάδων ανά έτος και συνεχίζει μέχρι και σήμερα ακάθεκτη την πορεία της ατενίζοντας το μέλλον. Ο CEO της Honda, Takahiro Hachigo μίλησε γι' αυτό επίτευγμα της Honda λέγοντας: “Για 70 χρόνια η Honda προσέφερε στους πελάτες της μοτοσυκλέτες που έκαναν τη ζωή τους καλύτερη και πιο ευχάριστη, καταφέρνοντας να σπάσει το φράγμα των 400.000.000 μονάδων. Είμαι ευγνώμων σε όλους τους πελάτες μας και σε όλους που συνέβαλλαν στην εξέλιξη, στην παραγωγή, στην πώληση και στην συντήρηση των προϊόντων μας. Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις για να προσφέρουμε προϊόντα που θα καλύπτουν τις ανάγκες και τα όνειρα των πελατών μας παγκοσμίως.”

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.