Η Suzuki Motorcycles σημείωσε νέο ρεκόρ παγκόσμιων πωλήσεων το 2025
Σταθερά στην έβδομη θέση στην κατάταξη των πιο εμπορικών κατασκευαστών του κόσμου
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
6/3/2026
Η χρονιά που πέρασε ήταν αναμφίβολα ευεργετική για τη Suzuki, η οποία κατάφερε να πουλήσει παγκοσμίως 2,2 εκατομμύρια δίκυκλα, επίδοση που συνιστά την καλύτερη ως τώρα στα 74 χρόνια που κατασκευάζει μοτοσυκλέτες.
Καθ’ όλη τη δεκαετία του 2010 η Suzuki επιδείκνυε μια σχετικά σταθερή πορεία στις αγορές, με τις πωλήσεις της να κινούνται γύρω στο 1,5 εκατομμύριο δίκυκλα ετησίως, πριν η άφιξη του covid και των περιπλοκών που έφερε στις αγορές το 2020 οδηγήσουν σε αναπόφευκτη πτώση.
Από το 2021 ωστόσο η ιαπωνική εταιρεία ξαναμπήκε σε τροχιά ανόδου και την περασμένη χρονιά έφτασε σε αυτό το νέο ιστορικό υψηλό των 2,2 εκατομμυρίων.
Η επιτυχία της Suzuki τροφοδοτήθηκε κυρίως από τις αγορές της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, όπου κατάφερε να αυξήσει τις ταξινομήσεις της κατά 9,9% και 25,1% αντίστοιχα. Ειδικά στις χώρες της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής, η αύξηση που είδε το 2025 ήταν εντυπωσιακή: Βραζιλία με +51.2%, Κολομβία με +33,4%, Κόστα Ρίκα με +40% και Περού με +43.3% οδήγησαν αυτήν την ανάκαμψη.
Την ίδια ώρα η Ευρώπη παρουσιάζει μιαν εντελώς διαφορετική εικόνα για τη Suzuki, με αισθητά μειωμένες ταξινομήσεις στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, όπως οι Αγγλία με -37,7%, Γαλλία με -35,3%, Γερμανία με το τρομακτικό -65,8%, Ισπανία με -44,2% και Ιταλία με -51,6%.
Ωστόσο οι απώλειες από τις ευρωπαϊκές αυτές αγορές, όσο κι αν δείχνουν μεγάλες ως ποσοστά, αναλογούν σε περίπου 18.000 λιγότερες ταξινομήσεις για τη Suzuki, την ώρα που στις αναδυόμενες αγορές οι αριθμοί είναι σε άλλη τάξη μεγέθους, εξισορροπώντας και την τιμολογιακή διαφορά μεταξύ των πολύ φθηνότερων μοντέλων που ευδοκιμούν σε Ασία και Λατινική Αμερική, έναντι των μεγαλύτερων και ακριβότερων που απασχολούν τις δυτικές αγορές.
Με την επίδοση του 2025 η Suzuki διατηρήθηκε στην έβδομη θέση της σχετικής κατάταξης, πίσω από τη Bajaj που έχει ξεπεράσει το φράγμα των τριών εκατομμυρίων ταξινομήσεων.
Astemo-Honda: Τέλος οι σπάνιες γαίες για τους ηλεκτρικούς κινητήρες - Σε βάθος 5ετίας θέλει να αλλάξει τα δεδομένα
Έκλεισε δραστικά την ψαλίδα σε μέγεθος και κατανάλωση έναντι των κινητήρων με σπάνιες γαίες
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
12/12/2025
Μέσω της Astemo ο ιαπωνικός κολοσσός μπαίνει στον χορό των ηλεκτρικών κινητήρων που δεν απαιτούν σπάνιες γαίες για να λειτουργήσουν μειώνοντας τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο για την κατασκευή τους αλλά και την εξάρτηση των κατασκευαστών από χώρες που έχουν πλούσια κοιτάσματα σπάνιων γαιών όπως είναι η Κίνα.
Το μέλλον της ηλεκτροκίνησης απομακρύνεται από την εξάρτηση στις σπάνιες γαίες για την κατασκευή ηλεκτρικών κινητήρων και μπαταριών για περιβαλλοντικούς, οικονομικούς και πολιτικούς λόγους.
Η Κίνα έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα σπάνιων γαιών και έτσι μπορεί να ελέγχει τιμές και διαθεσιμότητα πιο εύκολα από οποιονδήποτε άλλο, κάτι που δεν αρέσει φυσικά στον υπόλοιπο κόσμο ειδικά από τη στιγμή οι εγχώριοι κατασκευαστές της πρωτοστατούν στην εξέλιξη και διάδοση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Παράλληλα, η εξόρυξή των σπάνιων γαιών είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για το περιβάλλον -μόλυνση του εδάφους με τοξικές ουσίες εκεί όπου γίνεται η εξόρυξη μεταξύ άλλων-, ενώ και οι ηλεκτρικοί κινητήρες και οι μπαταρίες που ενσωματώνουν σπάνιες γαίες είναι ακριβότεροι στην κατασκευή τους. Ευτυχώς λοιπόν που ο φόβος των κυβερνήσεων και των κατασκευαστών εκτός Κίνας ωθεί τις εξελίξεις στην ηλεκτροκίνηση μακριά από τις σπάνιες γαίες (και) προς ένα πιο φιλικό περιβαλλοντικά μέλλον.
Με στόχο να αντικαταστήσει εντελώς τους ηλεκτρικούς κινητήρες μόνιμου μαγνήτη (Permanent Magnet AC/DC Motor- PMAC-PMDC) η ιαπωνική Advanced Sustainable Technologies for Mobility (Astemo) ανακοίνωσε ότι εξελίσσει και αυτή έναν επαγωγικό ηλεκτρικό κινητήρα μαγνητικής αντίστασης (Reluctance Motor) με ρότορα-δρομέα που δεν ενσωματώνει στη σχεδίασή του σπάνιες γαίες.
Η Astemo, που έχει ως μεγαλομέτοχους τις Honda και Hitachi, έχει κλείσει σημαντικά την ψαλίδα στην απόδοση μεταξύ του φιλικότερου προς το περιβάλλον κινητήρα της που χρησιμοποιεί σιδερένιο δρομέα με φερρίτη (οξείδιο του σιδήρου) και των PMAC-PMDC, ενώ έχει περιορίσει και το απαιτούμενο μέγεθος και βάρος του, τα τρία σημεία που υστερεί αυτός ο τύπος ηλεκτρικού κινητήρα έναντι εκείνων με σπάνιες γαίες.
Ο κινητήρας των Ιαπώνων είναι παράλληλα σημαντικά μικρότερος από τους υπάρχοντες ηλεκτρικούς κινητήρες με φερρίτη που για να έχουν την ίδια απόδοση με τους PMAC-PMDC θα πρέπει να είναι τριπλάσιοι σε μέγεθος σε σχέση με αυτούς αφού η μαγνητική δύναμη του φερρίτη είναι περίπου στο 33% σε σχέση π.χ. με τον μαγνήτη νεοδυμίου, τον ισχυρότερο τύπο μόνιμου μαγνήτη που χρησιμοποιείται αυτή τη στιγμή στους ηλεκτρικούς κινητήρες. Έτσι καταναλώνουν και πολύ περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια.
Για τον κυρίως ηλεκτρικό κινητήρα που εξελίσσουν οι Ιάπωνες χρησιμοποιούν δρομέα με φερρίτη (οξείδιο του σιδήρου), ενώ έχουν δημιουργήσει και έναν βοηθητικό σε αυτόν ηλεκτρικό κινητήρα με δρομέα που δεν έχει ούτε φερρίτη! Και στις δύο περιπτώσεις ο δρομέας είναι 30% μεγαλύτερος έναντι εκείνων που έχουν οι PMAC-PMDC, όμως η Astemo ισχυρίζεται ότι έτσι η απόδοση βρίσκεται στα ίδια επίπεδα στην περίπτωση του κυρίως κινητήρα της.
Χωρίς να αναφέρεται στο μέγεθος και το βάρος, η Astemo κάνει λόγο για μέγιστη απόδοση που φτάνει τους 241 ίππους για τον κυρίως κινητήρα και τους 181 ίππους για εκείνον που δεν έχει ούτε φερρίτη. Και στις δύο περιπτώσεις η εσωτερική σχεδίαση του ρότορα που έχει γίνει σε στρώματα -αλλάζει δηλαδή από την επιφάνεια προς τα μέσα αλλά και από το κέντρο προς τα άκρα- διευκολύνει τη ροή του στάτη (του σταθερού μέρους του κινητήρα) να περάσει μέσα από κάποιες περιοχές και έτσι αναπτύσσεται η μαγνητική ροπή στον δρομέα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που ισχυρίζεται ότι έλυσε η Astemo και επέτρεψε τη μείωση του μεγέθους με ταυτόχρονη αύξηση της ισχύος είναι η διαχείριση της θερμότητας εντός του κινητήρα λόγω της υψηλής τάσης που απαιτείται (400/800V) με την ιαπωνική εταιρεία να ψύχει το τύλιγμα του στάτη με κάποιο είδος λαδιού.
Το πλάνο της Astemo, στην οποία ανήκουν οι Showa, Nissin και Keihin, είναι να έχει έτοιμους για εμπορική χρήση και μαζική παραγωγή τους κινητήρες της μέχρι το 2030 και αυτό, αν το πετύχει, θα αποτελεί παγκόσμια πρωτιά.