Ιταλικοί θρύλοι στη νέα σειρά των ηλεκτρονικών βιβλίων του Alan Cathcart

Τρεις ιταλικές μοτοσυκλέτες ιστορικής σημασίας
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

21/11/2019

Φίλος και συνεργάτης επί δεκαετίες, ο Alan Cathcart ο "sir" της παγκόσμιας μοτοσυκλέτας δεν χρειάζεται συστάσεις. Δεν είναι ένας απλός freelancer που συνεργάζεται με το MOTO, αλλά ένας συνάδελφός σε διαρκή επικοινωνία.

Είναι απ’ τα πιο γνωστά ονόματα παγκοσμίως και η εμπειρία που έχει θεωρείται μια απ’ τις μεγαλύτερες καθώς έχει βρεθεί στη σέλα πολλών μοναδικών μοτοσυκλετών, από ευφάνταστες custom, πρωτότυπες μοτοσυκλέτες μέχρι και αγωνιστικές είτε της σύγχρονης εποχής είτε προηγούμενων δεκαετιών. Με αυτά να αποτελούν τροφή για σκέψη, έχει εκδώσει τρία βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή. αφιερωμένα σε τρεις μοτοσυκλέτες ορόσημα της ιστορίας των ιταλικών αγώνων και όχι μόνο.

Τα βιβλία έχουν εκδοθεί από την BRG Multimedia με το καθένα να κοστίζει €3.50 και είναι διαθέσιμα στο Amazon ή το Kindle Bookstore.

Η πρώτη θρυλική μοτοσυκλέτα είναι η V8 της Moto Guzzi, ενώ έπειτα σειρά έχει η Bicilindrica V-twin της ίδιας εταιρείας. Η λίστα ολοκληρώνεται με το τετρακύλινδρο 350 της MV Agusta, την τελευταία αγωνιστική μοτοσυκλέτα της εταιρείας, με την οποία συμμετείχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα GP.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, η Moto Guzzi ήταν κυρίαρχη δύναμη στα GP στην κατηγορία των 350cc, ενώ το V8 αποτέλεσε το “όπλο” της για να προκαλέσει τις Gilera και MV Agusta στη διεκδίκηση του τίτλου. Μέχρι και σήμερα, είναι η μοναδική οκτακύλινδρη μοτοσυκλέτα που έλαβε μέρος στο πρωτάθλημα και δεν έφτασε ποτέ στο όριο των δυνατοτήτων της καθώς στο τέλος της σεζόν του 1956, η Moto Guzzi αποσύρθηκε απ’ το πρωτάθλημα. Παρότι το V8 δεν κατάφερε ποτέ να περάσει τη γραμμή τερματισμού πρώτο στα GP, τα χαρακτηριστικά του, η νίκη του στο κορυφαίο Imola Gold Cup και το ρεκόρ ταχύτητας των 286,4km/h(!) στον αγώνα του βέλγικου GP, ήταν αρκετά για να το μετατρέψουν σε έναν θρύλο στην ιστορία της μοτοσυκλέτας. Από την άλλη, η 20ετής πορεία του Bicilindrica των 500cc με τον δικύλινδρο V ήταν γεμάτη επιτυχίες, όπου στα χέρια του Stanley Woods κέρδισε τον αγώνα του Isle Of Man TT το 1935 και μετά ακολούθησαν πολλές νίκες στα GP.

Η μοτοσυκλέτα που περιγράφεται στο δεύτερο βιβλίο αφορά την τελική μορφή της Bicilindrica και είχε κερδίσει στον αγώνα του ισπανικού GP το 1953.

Το τελευταίο βιβλίο αναφέρεται στην μοτοσυκλέτα που πραγματικά αντιπροσώπευε το τέλος μιας εποχής. Το τετρακύλινδρο κόσμημα της MV Agusta, το 350 με πλαίσιο τιτανίου. Ο Giacomo Agostini πήρε τη νίκη στο Assen προσφέροντας ένα εξαιρετικό φινάλε στην σχεδόν τριαντακονταετή και γεμάτη επιτυχίες πορεία της διάσημης ιταλικής εταιρείας στα GP.

Κάθε ηλεκτρονικό βιβλίο της σειράς περιλαμβάνει όλη την ιστορία των μοτοσυκλετών, την πληρέστατη τεχνική της ανάλυση και τη δοκιμή τους σε πίστα, μεταφέροντας την άποψη του Alan Cathcart. Συνοδεύονται, επίσης από σπάνιο υλικό και εξαιρετικής ανάλυσης φωτογραφίες, που παρουσιάζουν τις μοτοσυκλέτες χωρίς φαιρινγκ και τεχνικές λεπτομέρειες των κινητήρων και των πλαισίων τους.

Έξυπνες κάμερες: Ματαίωση διαγωνισμού λόγω προσφυγών – Αμφίβολη και η αξιοπιστία τους

Υπόνοιες για “φωτογραφικό διαγωνισμό” υπέρ συγκεκριμένης εταιρείας
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

25/5/2026

Στις 9 Ιουνίου 2026 έληγε κανονικά η προθεσμία υποβολής προσφορών για τον ηλεκτρονικό διαγωνισμό προμήθειας καμερών Τροχαίας με τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή το περίφημο “Ενιαίο Εθνικό Σύστημα Ψηφιακής Καταγραφής & Διαχείρισης Ελέγχων & Προστίμων Τροχαίας-Ελληνικής Αστυνομίας” με κωδικό διαγωνισμού ΟΠΣ 5225710.

Ωστόσο με ανακοίνωση που εκδόθηκε στην ιστοσελίδα Κοινωνία της Πληροφορίας, ο διαγωνισμός αυτός ματαιώθηκε εξαιτίας προσφυγών στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) σχετικά με τους όρους του.

Οι προσφυγόντες καταγγέλλουν πως ο διαγωνισμός θέτει πολύ συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές που πρακτικά “φωτογραφίζουν” συγκεκριμένο προϊόν. Θυμίζουμε πως οι πρώτες τέτοιες έξυπνες κάμερες που μπήκαν σε ελληνικούς δρόμους ήταν της ιταλικής εταιρείας Tattile, ωστόσο οι προδιαγραφές του διαγωνισμού φέρονται να περιγράφουν δύο συγκεκριμένα μοντέλα καμερών της γαλλικής Macq.

Οι προσφυγές κατά του διαγωνισμού έφτασαν ως τις κατασκευές που θα τις στηρίζουν, καθώς και η προμήθεια 1.000 γαλβανισμένων χαλύβδινων ιστών συνοδεύεται από τεχνικές προδιαγραφές που ουσιαστικά φωτογραφίζουν συγκεκριμένες κάμερες. Θεωρητικά η απόκτηση των ιστών αυτών θα έπρεπε να γίνει με βάση το είδος των καμερών που θα αποκτηθούν, άρα το λογικό θα ήταν ο διαγωνισμός να διεξαχθεί όταν θα είναι καθορισμένη η μάρκα και το μοντέλο των καμερών, ωστόσο εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Οι καταγγέλλοντες τον διαγωνισμό μιλούν για προδιαγραφές δεν περιορίζονται σε ποιοτικές ή λειτουργικές απαιτήσεις του ιστού, όπως αντοχή, ασφάλεια κλπ, αλλά ορίζουν συγκεκριμένη γεωμετρία, διάμετρο, ύψος, πάχος, βάρη και τρόπο στήριξης.

Λες και ήξεραν από πριν ακριβώς τον κατασκευαστή και τα μοντέλα των καμερών που θα επιλεγούν, θα σκεφτεί ο καχύποπτος νους.

Παράλληλα, είχε προηγηθεί εμπλοκή από τον Μάρτιο και στον διαγωνισμό για προμήθεια 600 φορητών καμερών που προορίζονται να μπουν σε λεωφορεία, καθώς η ΕΑΔΗΣΥ φέρεται να έχει μπλοκάρει και αυτόν μετά από προσφυγή εταιρείας που συμμετείχε, ζητώντας να επανατεθούν με σαφήνεια οι προδιαγραφές του. Κρίθηκε πως ο αρχικός διαγωνισμός περιείχε δυσανάλογες τεχνικές απαιτήσεις, ασαφή και μη μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης, ενώ η απαίτηση συνεργασίας με υφιστάμενο σύστημα δεν συνοδευόταν από δημοσιευμένες προδιαγραφές, δημιουργώντας και εδώ υποψίες για “φωτογραφικό διαγωνισμό” που ωθεί σε προμήθεια από συγκεκριμένο κατασκευαστή.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά το πρόγραμμα ανάπτυξης των έξυπνων καμερών με υποστήριξη τεχνητής νοημοσύνης δέχτηκε ένα σημαντικό πλήγμα που θα καθυστερήσει αρκετά την υλοποίησή του, καθώς η προμήθεια και εγκατάσταση των καμερών είναι απλώς η αρχή. Για να δουλέψει σωστά το πολυδιαφημισμένο αυτό σύστημα απαιτείται η εγκατάσταση ηλεκτρονικών υποδομών με τεχνητή νοημοσύνη και η δικτύωση όλων των καμερών σε αυτό, καθώς και η σχετική εκπαίδευση των αστυνομικών που θα το χειρίζονται.

Είναι ηλίου φαεινότερο πως δεν υπάρχουν ρεαλιστικές πιθανότητες να επιβεβαιωθούν οι αρχικές κυβερνητικές εξαγγελίες για λειτουργία μέσα στο 2026, παρότι η ίδια η κυβέρνηση είχε χωρίσει την προμήθεια σε διαφορετικούς επιμέρους διαγωνισμούς ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία.

Οι δε κάμερες που έχουν ήδη τοποθετηθεί σε πιλοτική λειτουργία εκτελούν προς το παρόν μέρος των λειτουργιών που δυνητικά θα έχουν, καθώς δεν είναι συνδεδεμένες με σέρβερ τεχνητής νοημοσύνης μέσω των οποίων υποτίθεται πως θα εκδίδονται και θα αποστέλλονται αυτόματα οι κλήσεις για παραβάτες – γιατί απλούστατα αυτό το δίκτυο δεν υπάρχει ακόμη.

Κι αν ακόμη αυτό στηθεί όπως αρχικά προβλεπόταν όμως, ήδη από αυτό το πρώτο βρεφικό διάστημα λειτουργίας των λιγοστών νέων έξυπνων καμερών δεν απουσιάζουν τα προβλήματα αξιοπιστίας.

Μόλις πριν λίγες μέρες έγινε γνωστή προσφυγή οδηγού για πρόστιμο 350 ευρώ που δέχτηκε από κάμερα που διέγνωσε πως δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας στο αυτοκίνητό του, ενώ ο ίδιος λέει πως φορούσε αλλά η κάμερα ξεγελάστηκε γιατί τα ρούχα του ήταν σκουρόχρωμα.

Υπάρχουν δε ακόμη αρκετές καταγγελίες για κλήσεις που κόπηκαν για ανύπαρκτα παραπτώματα, όπως ξύσιμο κεφαλιού που ερμηνεύτηκε ως ομιλία στο κινητό, συσκευή ατμίσματος (vape) που επίσης θεωρήθηκε ως κινητό τηλέφωνο, ενώ στην κορυφή ως τώρα μάλλον είναι η βεβαίωση προστίμου για μη χρήση ζώνης από συνεπιβάτη που … δεν υπήρχε καν στο αυτοκίνητο!

Πηγές της Αστυνομίας φέρονται να έχουν δηλώσει σε τηλεοπτικά δίκτυα πως απαιτείται ανθρώπινος έλεγχος για να φιλτράρει τις καταγραφές παραβάσεων από τις κάμερες, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η αρχική ένδειξη της κάμερας αποδείχθηκε λανθασμένη. Κατά κάποια δημοσιεύματα του ημερήσιου Τύπου που επικαλούνται αστυνομικές πηγές, το ποσοστό λανθασμένης ετυμηγορίας από τις κάμερες φτάνει ως και πάνω από 90%, ενώ αποτυγχάνει να λάβει υπόψη την παρουσία τροχονόμου που ενδεχομένως να ρυθμίζει την κυκλοφορία με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι τα φανάρια.

Όλες αυτές οι αστοχίες θα πρέπει οπωσδήποτε να μας βάλουν σε σκέψεις, διότι όταν το σύστημα έξυπνων καμερών θα είναι σε πλήρη λειτουργία (αν και όποτε), αυτές οι κλήσεις δεν θα περνούν από ανθρώπινο βλέμμα και θα έρχονται κατευθείαν στα εισερχόμενα του παραβάτη, δημιουργώντας ένα πολύ επικίνδυνο πρόβλημα. Όταν ο νέος ΚΟΚ σου παίρνει δίπλωμα για το παραμικρό, το λάθος του συστήματος δεν έχει μόνο επίπτωση σε χρήμα – βλέπε πρόστιμο που αν δικαιωθείς θα πάρεις πίσω – αλλά και στην καθημερινή κινητικότητα του οδηγού. Αν λ.χ. η δουλειά του εξαρτάται από το όχημα με οποιονδήποτε τρόπο, η απώλεια του διπλώματος για ένα χρονικό διάστημα έχει βαρύτερες συνέπειες και θα ήταν τραγικό αν αποδειχθεί πως η παράβαση ήταν προϊόν τεχνητής ανοησίας αντί νοημοσύνης.

Επιπλέον, ένας υπαρκτός κίνδυνος είναι να πλημμυριστούν οι αρμόδιες υπηρεσίες με προσφυγές οδηγών που δέχτηκαν άδικα πρόστιμα από κάμερες.

Μπορεί το “κράτος-σερίφης” να γράφει όμορφα στις τηλεοπτικές κάμερες, αλλά τι γίνεται όταν το αφήγημα καταρρέει στην πράξη; Διότι αρχίζει να φαίνεται πως η ακολουθούμενη πολιτική στο ζήτημα αυτό θυμίζει φαρ ουέστ: πρώτα πυροβολούμε και μετά ερευνούμε.