Μακρά δοκιμή αδιάβροχα Anorak

Μπαίνοντας αλώβητα στην τριετία
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

13/2/2019

“Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίζει, πάλι η άνοιξη μυρίζει μα κι αν τύχει να θυμώσει, μες στα χιόνια θα μας χώσει” λέει μια παροιμία. Προφανώς όταν είχε ειπωθεί για πρώτη φορά, το φαινόμενο του θερμοκηπίου δεν είχε παρουσιαστεί ακόμη που πλέον οι βροχές έχουν πάρει τις περισσότερες φορές τη θέση του χιονιού που κάποτε υπήρχε τους χειμερινούς μήνες, ενώ η άνοιξη τώρα πια μετράται σε μέρες κι όχι σε μήνες. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του μεγέθους της ζημιάς, είναι και η περίοδος που διανύουμε. Εντός της πρωτεύουσας την ίδια μέρα μάλιστα μπορεί το πρωί να ξεκινήσουμε για δουλεία με συννεφιά, το μεσημέρι να έχει ντάλα ήλιο και μέσα σε δυο ώρες να ρίχνει καρέκλες, βάζοντάς μας σε μια σουρεάλ κατάσταση λες και βρισκόμαστε στον κόσμο ενός video game, όπου αλλάζοντας περιοχές μέσα σε λίγα λεπτά οι χαρακτήρες μας μεταφέρονται απ’ τις χιονισμένες πόλεις στον καύσωνα της ερήμου. Το καλό με το video game είναι, πως τις κακουχίες τις περνάει το ανθρωπάκι στην οθόνη του υπολογιστή μας, ενώ εμείς απολαμβάνουμε τη θαλπωρή του σπιτιού μας, πίνοντας ζεστό καφεδάκι.

Όταν έρθει η ώρα όμως να βγούμε έξω σ’ ένα παρόμοιο περιβάλλον μ’ αυτό του παιχνιδιού μπορούμε να φιλτράρουμε τις κακουχίες -αφού σε αντίθεση με τους χαρακτήρες εμείς τις βιώνουμε- φορώντας τον κατάλληλο εξοπλισμό. Εκτός λοιπόν απ’ το κράνος και τα μοτοσυκλετιστικά μπουφάν, γάντια και παπούτσια που οφείλουμε να φοράμε αν θέλουμε να προφυλάξουμε επαρκώς τον εαυτό μας, μπορούμε να φιλτράρουμε τις επιπτώσεις απ’ τα έντονα καιρικά φαινόμενα, χρησιμοποιώντας αδιάβροχα.

Όσοι λοιπόν θέλουν είτε να μην χρησιμοποιούν αδιάβροχα μιας χρήσης -όπως είχε κάνει ο υπογράφων στο παρελθόν (βλ. εντός εκτός τ.586)- και να φτάνουν βρεγμένοι μέχρι το κόκαλο στον προορισμό τους, είτε θέλουν ένα αδιάβροχο που θα διατηρήσει τις ιδιότητές του για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του ακέραιες, προτείνουμε αυτά της Anorak. Εξ ολοκλήρου κατασκευασμένα στην Ελλάδα και με την εμπειρία της εταιρείας στο χώρο του ρουχισμού για την προστασία του χρήστη απ’ τα ακραία καιρικά φαινόμενα για πάνω από 40 χρόνια, τα Anorak αποτελούν μια απ’ τις κορυφαίες επιλογές που μπορεί να επιλέξει κανείς. Απολύτως αδιάβροχα και αντιανεμικά προφυλάσσουν αποτελεσματικά τον αναβάτη, ενώ η αντοχή του υφάσματος φτάνει μέχρι και στους -20 οC, καθώς είναι 100% πολυεστερικό με επικάλυψη ελαστομερούς PVC. Χάριν αυτού το σετ είναι ελαστικό με αποτέλεσμα να αντέχει έναντι των βεβιασμένων και απότομων κινήσεων που πολλές φορές κάνουμε στην προσπάθειά μας να τα φορέσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, όταν η βρόχα πέφτει straight through όπως έλεγε και ο αείμνηστος Ζαμπέτας.

Λόγω των θερμοσυγκολλήσεων που έχουν οι ραφές εξασφαλίζεται η στεγανότητά τους ακόμη και στα πιο επίμαχα σημεία όπως ο καβάλος, που συνήθως είναι το πρώτο σημείο που διαπερνά το νερό (αφού καταπονείται περισσότερο συγκριτικά με τ’ άλλα μέρη), ενώ η σχεδίασή τους προσφέρει ελευθερία κινήσεων και εύκολη εφαρμογή. Το πάνω μέρος κλείνει με φερμουάρ μέχρι το λαιμό διαθέτοντας παράλληλα δυο πατιλέτες με κουμπιά, ενώ τα μανίκια έχουν εσωτερικές μανσέτες, φτάνοντας μέχρι τον καρπό, ολοκληρώνοντας τη στεγανοποίηση του κορμού. Επιπροσθέτως διαθέτει και δυο πρακτικές αδιάβροχες τσέπες που χωράνε μέχρι και μεγάλα smartphone, μεταφέροντας τα με ασφάλεια. Το παντελόνι είναι φαρδιάς γραμμής, επιτρέποντας την εύκολη έκταση των ποδιών για το καβάλημα της μοτοσυκλέτας, ενώ έχει λάστιχο στη μέση και δύο κουμπιά στα μπατζάκια ώστε να μην βρέχεται το παντελόνι του αναβάτη. Ο καθαρισμός τους απ’ τους λεκέδες γίνεται γρήγορα και εύκολα είτε στο χέρι είτε στο πλυντήριο, ενώ στεγνώνουν άμεσα. Επίσης όλα τα αδιάβροχα της Anorak έχουν εγγύηση από ένα έως δύο χρόνια, ενώ υπάρχει η δυνατότητα της εξατομικευμένης παραγγελίας, δηλαδή να κατασκευαστεί ένα ακριβώς στα μέτρα σας. Στην ιστοσελίδα της Anorak μπορείτε να βρείτε πληθώρα αδιάβροχων για μοτοσυκλετιστές και να επιλέξετε το χρώμα που σας ταιριάζει καλύτερα από μια μεγάλη γκάμα.

Τώρα σχετικά με την ανθεκτικότητά τους για όσους δεν πείστηκαν ακόμη, μπορούμε να φέρουμε ως παράδειγμα το γεγονός πως έφεραν εις πέρας το έργο τους με περίσσεια ευκολία στο MEGA TEST που μας συνόδευσαν για πρώτη φορά το 2017 (τ.572). Αν και αποτελεί πειστήριο για τους αναγνώστες του ΜΟΤΟ, καθώς γνωρίζουν πόσο ψηλά είναι το επίπεδο δυσκολίας τόσο για τις μοτοσυκλέτες όσο και για τον υπόλοιπο εξοπλισμό, το δεύτερο πειστήριο είναι πως ακόμη και μετά από τόσο καιρό όχι μόνο επιβίωσαν απ’ τα δύο MEGA TEST (για το τεστ του 2018 μπορούμε να σχολιάσουμε την αντοχή τους καθώς απ’ ορισμένους έπεσαν την ώρα της διαδρομής μαζί με τις τσάντες τους) κι ένα μίνι τεστ στη Βουλγαρία (τ.587) αλλά συνεχίζουν να μεταφέρουν τη συντακτική ομάδα στεγνή.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.