Νέα έξοδος στην Αττική Οδό στη Μεταμόρφωση έως το 2026

Στόχος η αποσυμφόρηση του πιο “φορτωμένου” κόμβου του δικτύου - Σειρά παίρνει ο Σκαραμαγκάς
Metamorfosi Komvos
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

23/9/2025

Μια νέα μεγάλη παρέμβαση στην Αττική Οδό ευελπιστεί να δώσει ανάσα στους οδηγούς, με τη δημιουργία πρόσθετης εξόδου στη Μεταμόρφωση έως το 2026

Ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστος Δήμας, ανακοίνωσε την έναρξη του έργου που αφορά τον πιο επιβαρυμένο κόμβο του αττικού οδικού δικτύου. Σήμερα, όσοι κινούνται από την Αττική Οδό προς την Εθνική Οδό Αθηνών–Λαμίας, γνωρίζουν το πρόβλημα, καθώς δύο διαφορετικές ροές κυκλοφορίας, από Ελευσίνα και Αεροδρόμιο, αναγκάζονται να συγχωνευθούν σε μία λωρίδα, προκαλώντας τεράστιες ουρές και ταλαιπωρία.

Η λύση που προωθείται προβλέπει τη δημιουργία δύο ξεχωριστών εξόδων με απόσταση περίπου 150 μέτρων μεταξύ τους, ώστε οι οδηγοί από διαφορετικές κατευθύνσεις να μην “στριμώχνονται” στο ίδιο σημείο.

Την ευθύνη για μελέτη και κατασκευή θα έχει η, διαχρονικά διαπλεκόμενη, παραχωρησιούχος εταιρεία της Αττικής Οδού, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο αναμένεται να μην επιφέρει άμεση αναπροσαρμογή στα διόδια. Η ολοκλήρωση του έργου τοποθετείται χρονικά στο 2026, με εικαζόμενη βελτίωση της ροής κυκλοφορίας έως και κατά 50%.

Για τους χιλιάδες οδηγούς που καθημερινά περνούν από τη Μεταμόρφωση, η νέα έξοδος υπόσχεται πως θα μειώσει τις καθυστερήσεις,

Στα πλαίσια εξομάλυνσης της κυκλοφορίας του λεκανοπέδιού αναμένεται επίσης να προκηρυχθεί τον Οκτώβριο ο τριπλός κόμβος Σκαραμαγκά, προϋπολογισμού 70 εκατ. ευρώ, που θα ολοκληρωθεί σε 2,5 χρόνια, με στόχο την αποσυμφόρηση και τη μείωση της διέλευσης βαρέων οχημάτων από το κέντρο.

 

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.