Νέο Suzuki GixxerSF [video]

Επέλαση στην Ινδία
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

22/5/2019

Την τελευταία δεκαετία η Suzuki παρουσιάζει μια στασιμότητα στην ουσιαστική ανανέωση της γκάμας της. Χρόνο με το χρόνο, μπορεί να παρουσίαζε πληθώρα νέων μοντέλων αναμασώντας την ίδια τροφή καθώς τα περισσότερα απ’ αυτά ήταν απλώς ανανεωμένα σε σημεία κι όχι ριζικά και τα παραδείγματα είναι πολλά. Απ’ την ανανέωση του SV650 για φέτος που η μοναδική διαφορά εντοπίζεται στις μπροστινές δαγκάνες, μέχρι και τη σειρά GSX-S που παρουσίασε πέρσι στην EICMA και την πλάσαρε ως νέα, αλλάζοντας μόνο τα χρώματα... Τουλάχιστον στην πέρα όχθη, όταν αποφασίζει να κάνει μια πραγματική ανανέωση, όπως του GSX-1000R την κάνει και μας ανταμείβει με το παραπάνω. Μάλιστα, στην περίπτωση του GSX-S/F 1000 χρησιμοποίησε τον τετρακύλινδρο εν σειρά απ’ το GSX-R 1000 του 2005 και με λίγες αλλαγές τον εναρμόνισε με τις τωρινές προδιαγραφές Euro4 και έκανε τα χαρακτηριστικά του πιο ταιριαστά με το χαρακτήρα αυτών των μοντέλων.

θυμηθείτε Suzuki GSX-R 750: Το τέλος ενός θρύλου

Τόσα χρόνια η Suzuki δείχνει πως εργάζεται πάνω σε πολλά project και παρουσιάζει ανά διαστήματα διάφορα concept όπως το Recursion και άλλα, χωρίς όμως κάποιο απ’ αυτά να έχει δει το φως της παραγωγής. Ένας απ’ τους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι πως η δημιουργία ενός καινούργιου κινητήρα απαιτεί τεράστια ποσά για την εξέλιξή του. Επίσης συμβάλλει και το γεγονός πως ετοιμάζει ένα νέο εργοστάσιο, όπου όλα τα στάδια της παραγωγής θα πραγματοποιούνται εκεί και όχι σε τρία διαφορετικά εργοστάσια, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα. Ένας άλλος λόγος που δεν βλέπουμε νέα μοντέλα απ’ τη Suzuki είναι πως η ίδια έχει εστιάσει κυρίως στη ινδική αγορά που ανθίζει τα τελευταία χρόνια και έχει αφήσει σε δεύτερη μοίρα την ευρωπαϊκή.

H Suzuki αυτές της μέρες παρουσίασε ένα νέο μοντέλο για την Ινδία, το GixxerSF που έχει έναν ολοκαίνουργιο κινητήρα. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνονται οι παραπάνω δηλώσεις πως η Suzuki δίνει περισσότερη βαρύτητα στην ινδική αγορά, ενώ παράλληλα δημιουργεί κι έναν νέο κινητήρα. Τον ερχομό του, τον είχαμε αναγγείλει και παλιότερα και μπορείτε να τον βρείτε εδώ.

Αρχικά, ο κινητήρας είναι τετράχρονος, αεροελαιόψυκτος με 1ΕΕΚ και 4B/K χωρητικότητας 249cc. Η ιπποδύναμη που ανακοινώνει η Suzuki ανέρχεται στους 26,5 ίππους στις 9.000 στροφές και η ροπή φτάνει τα 2,3 χιλιογραμμόμετρα στις 7.500. Ένα στοιχείο που κινεί το ενδιαφέρον είναι πως η Suzuki επέλεξε να μην δημιουργήσει έναν υγρόψυκτο κινητήρα για το supersport μοντέλο της αλλά αεροελαιόψυκτο. Για την ακρίβεια το λάδι του κινητήρα έχει διπλό ρόλο (με τον δεύτερο να έχει μεγαλύτερη σημασία πλέον): της λίπανσης των κινούμενων μερών και της ψύξης του κινητήρα. Για να γίνει αυτό δεν χρησιμοποιείται μόνο ένα μεγάλο ψυγείο λαδιού (εφοδιασμένο με βεντιλατέρ) αλλά το κύκλωμα κυκλοφορίας του λαδιού έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να περνά περιμετρικά και πάνω απ’ το θάλαμο καύσης. Με την εφαρμογή αυτής της λύσης επιτυγχάνονται οι μικρότερες διαστάσεις του κινητήρα και το χαμηλότερο κόστος συντήρησης, λόγω της απουσίας της υγρόψυξης, αλλά και  χαμηλότερο βάρος. Παράλληλα, η εξωτερική επιφάνεια του κυλίνδρου είναι πορώδης (άρα η επιφάνεια έχει μεγαλύτερο εμβαδόν) και σε συνδυασμό με τα τοιχώματα του κυκλώματος ψύξης στον θάλαμο καύσης που έχουν πτυχώσεις (περαιτέρω αύξηση του εμβαδού της επιφάνειας λοιπόν),  ο κινητήρας έχει καλύτερες θερμοαπαγωγικές ικανότητες. Έτσι, η θερμοκρασία του κινητήρα διατηρείται σταθερή και βοηθά στην ποιοτικότερη λειτουργία του αλλά και στη χαμηλή κατανάλωση, ενώ με τη διαστολή και τη συστολή των μετάλλων να είναι πιο ήπια επιτυγχάνεται (βάσει των δηλώσεων της Suzuki πάντα) μεγαλύτερη αξιοπιστία.

Ο κινητήρας διαθέτει έναν επικεφαλής εκκεντροφόρο σε αντίθεση με τους περισσότερους σύγχρονους κινητήρες και χρησιμοποιεί κοκοράκια για τη μεταφορά της κίνησης των τεσσάρων βαλβίδων. Λόγω και αυτού έχει μειωμένο βάρος και μικρότερες εξωτερικές διαστάσεις, ενώ παράλληλα (με βάση τις δηλώσεις της Suzuki) έχει λιγότερες μηχανικές απώλειες. Το έμβολο δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας τεχνογνωσία απ’ τις μοτοσυκλέτες που τρέχουν στο παγκόσμιο πρωτάθλημα MotoGP (πάντα κατά δήλωση Suzuki…) με τη φούστα του εμβόλου να έχει μικρότερο συντελεστή τριβής και κατά συνέπεια μικρότερες απαιτήσεις σε ποσότητα μείγματος καυσίμου/αέρα για την παραγωγή του έργου. Κοινώς βοηθά στη χαμηλότερη κατανάλωση.

Η δημιουργία του GixxerSF επιτρέπει στη Suzuki να μπει στην πολύ ανταγωνιστική κατηγορία των μονοκύλινδρων μοτοσυκλετών των 250cc και θα βρεθεί αντιμέτωπο με το Kawasaki Ninja 250SL (και πολλά άλλα μοντέλα) όπου οι ανακοινωμένες επιδόσεις του είναι ήδη μεγαλύτερες. Δεν είναι ακόμη γνωστό αν το μοντέλο θα κυκλοφορήσει στην ευρωπαϊκή αγορά, όμως ενδεικτικά η τιμή του αυτή τη στιγμή στην Ινδία κυμαίνεται στις 2.192 ευρώ. Αν πράγματι διατεθεί στην ευρωπαϊκή αγορά, το χαμηλό κόστος συντήρησης θα είναι ένα απ’ τα δυνατά του σημεία. Όπως και να ‘χει η εταιρεία απ’ το Hamamatsu με την παρουσίαση του GixxerSF δείχνει πως δουλεύει πυρετωδώς, ασχέτως αν τον εδνιαφέρον της επικεντρώνεται σε άλλες αγορές.

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ            Suzuki GixxerSF               
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.010
Ύψος (mm):
1.035
Μεταξόνιο (mm):
1.345
Απόσταση από το έδαφος (mm):
165
Ύψος σέλας (mm):
800
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
-
Πλάτος (mm):
740
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
161
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
12/-
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, αεροελαιόψυκτος με 1ΕΕΚ και 4 βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
76 x 54,9
Χωρητικότητα (cc):
249
Σχέση συμπίεσης:
-
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
26,5/9.000
Ροπή (kg.m/rpm):
2,3/7.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
106,4
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
1 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Χυτή αλουμινίου
Ελαστικό:
150/60-17
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος με δαγκάνα ενός εμβόλου
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τηλεσκοπικό πιρούνι
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Χυτή αλουμινίου
Ελαστικό:
110/70-17
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος με δαγκάνα δύο εμβόλων

 

H Harley-Davidson επενδύει στα ηλεκτρικά off-road

Εξαγορά της Dust Moto μέσω της θυγατρικής της, LiveWire
Dust Moto
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

20/5/2026

Παρά την πτώση των πωλήσεως και τις οικονομικές δυσκολίες, η LiveWire συνεχίζει να επενδύει στις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες, εξαγοράζοντας την αμερικανική startup Dust Moto που ειδικεύεται στις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες εκτός δρόμου.

Η ανακοίνωση της εξαγοράς της Dust Moto προκάλεσε έκπληξη, γιατί η ίδια η LiveWire δεν διανύει την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, με τις πωλήσεις να συνεχίζουν να υποχωρούν και την κερδοφορία να παραμένει μακριά. Παράλληλα, η αγορά premium ηλεκτρικών μοτοσυκλετών εξακολουθεί να απευθύνεται σε σχετικά περιορισμένο κοινό.

Dust Moto

Από την άλλη όμως, τα ηλεκτρικά off-road μοντέλα αναψυχής δείχνουν να κερδίζουν έδαφος. Και κάπου εκεί έρχεται η Dust Moto.

Με τη συμφωνία, η LiveWire αποκτά τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και ενσωματώνει την πλατφόρμα ηλεκτρικών μοτοσυκλετών κάτω από τη δική της ομπρέλα. Ο στόχος είναι η εξέλιξη και τελική παραγωγή των μοντέλων με τη βοήθεια των μηχανικών, των εργοστασιακών δυνατοτήτων και του δικτύου αντιπροσώπων της LiveWire.

Η στρατηγική αυτή θυμίζει αρκετά την περίπτωση της Oset, όταν η Triumph απέκτησε την εταιρεία ηλεκτρικών trial το 2022.

Triumph Oset

Όπως και στην περίπτωση της Oset όμως, τα μοντέλα της Dust Moto δεν αναμένεται να συνεχίσουν να πωλούνται με το υπάρχον όνομα, αλλά δείχνει πιθανότερο να μετατραπούν πλήρως σε μοντέλα LiveWire.

Η LiveWire βλέπει την εξαγορά ως στρατηγική επέκταση στην αγορά των off-road μοτοσυκλετών, όπου αυξάνεται η ζήτηση για ελαφριές ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες λόγω της άμεσης απόδοση ισχύος, του χαμηλού θορύβου λειτουργίας, της απλούστερης χρήση και των μικρότερων απαιτήσεων συντήρησης.

Και η αλήθεια είναι πως υπάρχουν αρκετά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Ενώ τα ακριβά ασφάλτινα ηλεκτρικά μοντέλα συνεχίζουν να προβληματίζουν λόγω τιμής, αυτονομίας και περιορισμένης απήχησης, τα ηλεκτρικά motocross και enduro φαίνεται να ταιριάζουν πολύ περισσότερο στη φύση της ηλεκτροκίνησης. Τα μικρότερα χρονικά διαστήματα χρήσης και συντήρησης, η εύκολη φόρτιση στο σπίτι και η άμεση απόδοση της ηλεκτρικής ισχύος λειτουργούν ιδανικά σε εκτός δρόμου συνθήκες.

Stark Varg Romaniacs

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εντυπωσιακή άνοδος της Stark Future και της σειράς Varg με μοντέλα MX, Enduro και Supermoto, η οποία κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να μετατραπεί από startup σε σοβαρό αντίπαλο των παραδοσιακών off road κατασκευαστών. H Varg έχει ήδη αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές, με επιδόσεις που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμη και αντίστοιχα βενζινοκίνητα μοντέλα. Έχοντας επιδείξει αξιόλογα αγωνιστικά αποτελέσματα και κυνηγώντας τα ρεκόρ, είτε πετυχαίνοντάς τα είτε όχι, με βλέψεις για μεγαλύτερη αγωνιστική εμπλοκή από το EnduroGP ως το Erzberg.

Παράλληλα, συνεχίζουν να εμφανίζονται νέες μικρότερες εταιρείες ηλεκτρικών off-road, ενώ σημαντική ανάπτυξη παρουσιάζει και η αγορά παιδικών ηλεκτρικών μοντέλων μέσω εταιρειών όπως η STACYC με τα ηλεκτρικά δίκυκλα ισορροπίας και η Oset της Triumph, με Trial για κάθε ηλικία.

Ο CEO της LiveWire, Karim Donnez, δήλωσε: "Η LiveWire πρωτοστάτησε στην αγορά ηλεκτρικών μοτοσυκλετών δρόμου και αυτή η εξαγορά μας επιτρέπει να επεκτείνουμε αυτή την ηγετική θέση και στο off-road, συνεχίζοντας το ταξίδι που ξεκίνησε με τη STACYC πριν από δέκα χρόνια."

STACYC

Προς το παρόν δεν έχουν ανακοινωθεί τεχνικές λεπτομέρειες ή εικόνες του τελικού μοντέλου, με περισσότερες πληροφορίες να αναμένονται μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2026.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν αυτή η κίνηση σηματοδοτεί μια γενικότερη αλλαγή πορείας για ολόκληρη τη βιομηχανία. Γιατί μπορεί οι ηλεκτρικές superbike ή adventure να απέχουν ακόμη αρκετά από το να αντικαταστήσουν τις βενζινοκίνητες μοτοσυκλέτες, όμως στον χώρο του off-road η ηλεκτροκίνηση αρχίζει να δείχνει ότι έχει πράγματι νόημα, τόσο για τους αναβάτες όσο και για τους κατασκευαστές.