Πατέντες Kawasaki:Επαναπροσδιορίζουν την μοτοσυκλέτα!

Μια εντελώς ρηξικέλευθη οπτική
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

20/9/2019

Η Kawasaki ανέκαθεν θεωρούνταν η εταιρεία με τις πιο δυνατές μοτοσυκλέτες παραγωγής, συγκριτικά με τα υπόλοιπα τρία ιαπωνικά εργοστάσια. Τα παραδείγματα είναι πολλά, όπως όταν η Honda έφτιαξε την πρώτη superbike, το CB750 τη δεκαετία του ’70, όπου Kawasaki κατέστρωσε ολόκληρο σχέδιο και αντί να παρουσιάσει την ίδια εποχή το Ζ750, έφτιαξε το Ζ900 με μεγαλύτερη ιπποδύναμη και περισσότερα κυβικά. Αυτή η φιλοσοφία παραμένει μέχρι και σήμερα, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το ΖΖR 1400, που ξεπέρασε σε ονομαστική ιπποδύναμη και κυβισμό το GSX-1300R Hayabusa της Suzuki.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η "πράσινη" εταιρεία φαίνεται πως βαδίζει σε άλλα μονοπάτια και πειραματίζεται παρουσιάζοντας μοτοσυκλέτες που έχουν αρκετά διαφοροποιημένη οπτική ως προς τον τρόπο οδήγησής τους, γεγονός που την κάνει να ξεχωρίζει για άλλη μια φορά. Έτσι, πριν από έξι χρόνια το 2013, παρουσίασε για πρώτη φορά ένα ριζοσπαστικό πρωτότυπο, το Concept J, το οποίο διέθετε τέσσερις τροχούς και “τιμόνι” που αποτελείται από δύο λαβές. Ένα ενδιαφέρον ακόμη κομμάτι που εισήγαγε η Kawasaki με το πρωτότυπό της ήταν πως το “J” διέθετε μεταβλητή γεωμετρία αλλά και εργονομία. Ειδικότερα η θέση οδήγησης, που θύμιζε αυτή των supersport, μπορούσε να αλλάξει σε μια πιο άνετη θυμίζοντας ελαφρώς  αυτή των sport touring.

Έπειτα, ο φάκελος Concept J πέρασε στην αφάνεια, ξεχάστηκε και μετά από πέντε χρόνια, το 2018, αναδύθηκε πάλι στην επικαιρότητα μαζί με ένα video από την Kawasaki. Όμως δεν έδινε πληροφορίες σχετικά με το αν αυτή η ριζοσπαστική μοτοσυκλέτα θα βγει στην παραγωγή ή θα παρουσιαστεί πάλι ως πρωτότυπο. Έτσι, δεν ήταν σαφές αν η Kawasaki συνέχιζε να εργάζεται -ή όχι- πάνω στο Concept J.

Τώρα, το εργοστάσιο κατέθεσε νέες πατέντες με σχέδια από μια μοτοσυκλέτα που θυμίζει το “J”. Αυτές εστιάζουν κυρίως στη θέση οδήγησης και ειδικότερα στο “τιμόνι” αλλά και στην λειτουργία των τροχών. Βάζουμε εισαγωγικά διότι ο σχεδιασμός του τιμονιού δεν παραπέμπει ούτε σε αυτά των μοτοσυκλετών ούτε των αυτοκινήτων. Θυμίζει έντονα το γράμμα “Π” και ο ρόλος του δείχνει να περιορίζεται στο να αποτελεί απλά μια λαβή στήριξης για τον αναβάτη. Ωστόσο, η κλασσική λειτουργία του γκαζιού έχει διατηρηθεί, όπως και η μανέτα του φρένου, ενώ δεν υπάρχει αυτή του συμπλέκτη. Αυτό σημαίνει πως μάλλον τα σχέδια αφορούν κάποια μοτοσυκλέτα με ηλεκτρικό κινητήρα ή ημι-αυτόματη μετάδοση στο... χειρότερο σενάριο.

Η μοτοσυκλέτα των σχεδίων επίσης, δεν διαθέτει πιρούνι μπροστά, αλλά ψαλίδι με μοχλικό –όπως και πίσω- το οποίο μάλιστα έχει τη δυνατότητα να περιστραφεί γύρω από τον διαμήκη άξονα της μοτοσυκλέτας. Στα σχέδια που τη δείχνουν να στρίβει, παρατηρούμε πως το “τιμόνι” παραμένει σταθερό και ο αναβάτης χρησιμοποιεί το σώμα του για να στρίψει τη μοτοσυκλέτα, η οποία το κάνει με τον μπροστινό τροχό να παίρνει μεγαλύτερη κλίση από τον πίσω. Αυτό σημαίνει πως τόσο το μπροστά μέρος της μοτοσυκλέτας όσο και το πίσω λειτουργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Τα ερωτήματα που δημιουργούνται είναι πολλά, όπως το πώς θα μεταφέρεται η κίνηση από τον κινητήρα στον τροχό της μοτοσυκλέτας, καθώς με τις κλίσεις που παίρνει θα ήταν αδύνατο μια αλυσίδα ή ένας ιμάντας μετάδοσης να παραμείνει στη θέση του. Μια λύση για αυτό το θέμα είναι να χρησιμοποιηθούν δύο ηλεκτρικοί κινητήρες –ένας στον εμπρός και ένας στον πίσω τροχό. Όπως συμβαίνει με τον κινητήρα της Vespa Elettrica, που είναι άμεσης μετάδοσης (ο κινητήρας μεταφέρει την κίνηση επιτόπου στον άξονα του τροχού, χωρίς σύστημα μετάδοσης), το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και εδώ στα σχέδια της Kawasaki. Οι μπαταρίες από την άλλη μπορούν να βρίσκονται κάτω από τη θέση του αναβάτη, συγκεντρώνοντας έτσι το βάρος στο κέντρο και χαμηλά. Οπότε, με αυτό τον τρόπο, τα σχέδια πιθανότατα θα μπορούσαν να πάρουν “σάρκα και οστά”, μετά από χιλιάδες ώρες έρευνας και εξέλιξης φυσικά, ώστε η μοτοσυκλέτα να κάνει όσα τα υποδεικνύει η θεωρία.

Ένα εξίσου ενδιαφέρον ερώτημα που γεννάται είναι το πώς η μοτοσυκλέτα θα “καταλαβαίνει” τις προθέσεις του αναβάτη. Η απάντηση έρχεται μέσω αισθητήρων που θα αντιλαμβάνονται την διαφορά στην κατανομή του βάρους και μέσω της κεντρικής μονάδας θα δίνεται εντολή σε ηλεκτρικά μοτέρ που θα δίνουν την κλίση στους τροχούς.

 Για άλλη μια φορά η Kawasaki καταφέρνει να εντυπωσιάσει με τα σχέδια που κατέθεσε και παράλληλα να δείξει πως συνεχίζει την έρευνα πάνω σε ριζοσπαστικές μοτοσυκλέτες. Περιμένουμε με ανυπομονησία το Tokyo Motor Show, να δούμε τι από όλα αυτά θα παρουσιάσει η πράσινη εταιρεία και αν το Concept J θα ξαναεμφανιστεί πιο εξελιγμένο από ποτέ.

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.