Πωλήσεις μοτοσυκλετών ελληνικής αγοράς - Η πορεία των εταιρειών σε βάθος 5ετίας

Η μεταβολή των μεριδίων τους από το 2020 έως και το 2024
Ταξινομήσεις εταιρειών σε βάθος 5ετίας
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

6/2/2025

Πήραμε το TOP-20 των εταιρειών της ελληνικής αγοράς δικύκλου και ATV για το 2024, και εξετάσαμε την πορεία τους σε βάθος πενταετίας.

Έχει ενδιαφέρον το πώς εξελίσσεται η αγορά, αφού η είσοδος πολλών νέων εταιρειών στον χώρο σημαίνει τον διαμοιρασμό της "πίτας" των πωλήσεων σε περισσότερα κομμάτια. Έτσι για παράδειγμα, βλέπουμε την -σταθερά πρώτη τα τελευταία 5 χρόνια- SYM να έχει μεν αύξηση ταξινομήσεων κάθε χρονιά, εκτός από το 2024, ενώ ταυτόχρονα το ποσοστό της να μειώνεται ελαφρώς τα τρία τελευταία χρόνια, λόγω ακριβώς της προαναφερθείσας έλευσης περισσότερων εταιρειών στον χώρο.

Η 2η Honda έχει σταθερή άνοδο κάθε χρονιά όσον αφορά στις ταξινομήσεις που σημειώνει, ενώ μετά από 4 χρόνια ανόδου και στο ποσοστό αγοράς που κατέχει, είχε υποχώρηση το 2024 από το 20,98% στο 18,50%.

Η 3η Piaggio ενώ είχε άνοδο το 2021 τόσο σε ποσοστό όσο και σε ταξινομήσεις, κατόπιν σημειώνει μεν ελαφρά άνοδο σε ταξινομήσεις τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα υποχωρεί όσον αφορά στο ποσοστό που κατέχει επί της συνολικής αγοράς.

Η 4η Yamaha έχει διαρκή άνοδο ταξινομήσεων κατά την προηγούμενη πενταετία, ενώ αν είχε σημειώσει πτώση στο ποσοστό της το 2021, έκτοτε σημειώνει άνοδο και στο ποσοστό που κατέχει.

Κι η πρώτη πεντάδα κλείνει με την Daytona, η οποία είχε άνοδο το 2021 και το 2022 σε ταξινομήσεις, για να πέσει το 2023 και να ανέβει ξανά το 2024.

Ενδιαφέρον έχει η έλευση στο TOP-20 νέων εταιρειών, όπως η QJMOTOR, η VOGE, η CFMOTO, η THRUST MOTOR, κ.α., που προηγουμένως είτε δεν δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, είτε δεν είχαν το προϊόν που θα τους επέτρεπε να σημειώσουν σημαντικές ταξινομήσεις και να διακριθούν.

Εταιρείες

Στοιχεία: ΣΕΜΕ

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.