Ποσό ρεκόρ σε δημοπρασία για ένα Honda RC213V-S!

Η ακριβότερη ιαπωνική μοτοσυκλέτα που έχει πουληθεί σε δημοπρασία
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

7/1/2022

Χθες έγινε γνωστό μέσω των συναδέλφων της MCN, πως μία Honda RC213V-S πουλήθηκε σε τιμή ρεκόρ, κατά την διάρκεια μιας δημοπρασίας που πραγματοποιήθηκε τον προηγούμενο μήνα.

Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα ήταν ακόμη μέσα στο δικό της, ειδικό, κιβώτιο συσκευασίας και πλέον αποτελεί την ακριβότερη ιαπωνική μοτοσυκλέτα που έχει πουληθεί ποτέ σε δημοπρασία, καθώς έφτασε στο ποσό ρεκόρ των 182.500 λιρών Αγγλίας (δηλαδή περίπου στα 218.740 ευρώ!).

Η MotoGP ρέπλικα για τον δρόμο, παραγωγής 2016, δεν έχει οδηγηθεί ποτέ και από κανέναν, δεν έχει το παραμικρό σημάδι φθοράς ή ζημιάς και ο ολικός χιλιομετρητής της αναγράφει τον μαγικό αριθμό ένα. Η δημοπρασία διοργανώθηκε από την εταιρεία online δημοπρασιών Collectin Cars και συγκέντρωσε το εκπληκτικό νούμερο των 63 προσφορών, πριν φτάσει στην τελική τιμή πώλησης στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ιδρυτής της Collecting Cars, Edward Lovett, δήλωσε πως "είμαστε περήφανοι που καταφέραμε ακόμη ένα παγκόσμιο ρεκόρ σε τιμή πώλησης, αυτή την φορά για την εκπληκτική MotoGP ρέπλικα για τον δρόμο, που θα αποτελέσει ένα διαμάντι στην συλλογή του νέου ιδιοκτήτη."

Να θυμίσουμε ότι η πρώτη RC213V-S βγήκε από την παραγωγή το 2015 και διαθέτει ένα παρόμοιο πακέτο με τα "Open Class" RCV1000R που έτρεχαν οι ιδιωτικές ομάδες στα MotoGP το 2014, με αναβάτες όπως ο Scott Redding. Η τιμή της καινούργια είχε καθοριστεί κοντά στις 145.000 ευρώ και ο V4 κινητήρας των 999cc αποδίδει 215 άλογα (με το Race Kit από το HRC που κοστίζει περίπου άλλες 18.000 ευρώ), ενώ το βάρος κενή φτάνει μόλις τα 170 κιλά.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.