Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Η ΕΚΟ, μέλος της HELLENiQ ENERGY, γίνεται η πρώτη εταιρεία παραγωγής λιπαντικών παγκοσμίως που προχωρά στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) στο International EPD System (Environmental Product Declarations), καθώς ανταποκρίθηκε άμεσα στις προδιαγραφές που τέθηκαν διεθνώς για την δημοσίευση στοιχείων περιβαλλοντικής απόδοσης από τις εταιρείες του κλάδου.
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
16/4/2026
Οι Περιβαλλοντικές Δηλώσεις καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα επτά (7) κατηγοριών προϊόντων, όπως λιπαντικά κινητήρων οχημάτων, μέχρι βιομηχανικά, υδραυλικά, ναυτιλιακά λιπαντικά και άλλα. Μέσω των EPDs, η ΕΚΟ παρέχει επιστημονικά τεκμηριωμένα και επαληθευμένα στοιχεία για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των προϊόντων της, ενισχύοντας τη διαφάνεια και επιτρέποντας στους πελάτες και συνεργάτες να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις. Παράλληλα, διευκολύνεται η αξιολόγηση βασικών περιβαλλοντικών παραμέτρων, όπως η κατανάλωση ενέργειας, οι εκπομπές CO₂ και η διαχείριση αποβλήτων.
Η πρωτοβουλία αυτή επιβεβαιώνει τη διαρκή δέσμευση της ΕΚΟ για υπεύθυνη λειτουργία, βιώσιμη ανάπτυξη και υιοθέτηση βέλτιστων διεθνών πρακτικών σε όλο τον κύκλο ζωής των προϊόντων της – από την παραγωγή έως τη χρήση και την τελική διαχείριση. Για την υλοποίηση της ενέργειας, η ΕΚΟ συνεργάστηκε με τον ανεξάρτητο φορέα επιθεωρήσεων, ελέγχων και πιστοποιήσεων EUROCERT.
Με παρουσία στον χώρο των λιπαντικών από το 1992, η ΕΚΟ αναπτύσσει και διαθέτει μια ολοκληρωμένη γκάμα τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων, που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις σύγχρονων κινητήρων και βιομηχανικών εφαρμογών.
Τα λιπαντικά της ΕΚΟ:
• παράγονται από υψηλής ποιότητας πρώτες ύλες
• προσφέρουν υψηλές επιδόσεις και αποτελεσματική προστασία κινητήρα και εξοπλισμού
• καλύπτουν το σύνολο των αναγκών λίπανσης, από απλές έως ιδιαίτερα απαιτητικές εφαρμογές
• συμβάλλουν στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Η ΕΚΟ συνεχίζει να επενδύει συστηματικά στην ποιότητα, την καινοτομία και τη βιωσιμότητα, συμβάλλοντας ενεργά στη διαμόρφωση ενός πιο υπεύθυνου και διαφανούς ενεργειακού μέλλοντος.
Βενζινάδικα: Αποφεύχθηκε η απεργία, αλλά η τιμή της βενζίνης δεν πρόκειται να πέσει
Από την ομόφωνη απόφαση για κινητοποιήσεις ως την εκεχειρία, ένα τριχίλιαρο voucher δρόμος
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
20/3/2026
Αποτράπηκε το ενδεχόμενο γενικής απεργίας των πρατηριούχων καυσίμων μετά τη συνάντηση της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος (ΟΒΕ) με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο.
Μετά το τέλος της τρίωρης συζήτησης μεταξύ των δύο πλευρών την Πέμπτη 19/3, ο υπουργός κοινοποίησε τα ευχάριστα με μιαν ανακοίνωση που ουσιαστικά αγνοεί όλα τα σημεία και τις προτάσεις που είχαν θίξει οι βενζινοπώλες τις προηγούμενες μέρες, όπως μείωση φόρου και οργανωτικά ζητήματα.
Ούτε κουβέντα για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα, μόνο άφθονες επαναλήψεις περί πάταξης της αισχροκέρδειας και του voucher 3.000 ευρώ που θα λάβουν όσοι πρατηριούχοι δεν έχουν εγκαταστήσει ακόμη σύστημα εισροών-εκροών στα καταστήματά τους.
Από την πλευρά τους οι βενζινοπώλες δείχνουν να έφυγαν από τη συνάντηση έχοντας πειστεί να μην προχωρήσουν σε κινητοποιήσεις, όπως τουλάχιστον αυτό αντανακλάται στα λεγόμενα των δύο ομοσπονδιών τους, ΟΒΕ και ΠΟΠΕΚ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Πρατηριούχων – Εμπόρων Καυσίμων).
Από τη μια πλευρά ο πρόεδρος της ΟΒΕ, Μιχάλης Κιούσης, εκφράζει τη γνώμη πως μετά τη συνάντηση “δεν υπάρχει ενδεχόμενο κινητοποιήσεων”, ενώ ο πρόεδρος της ΠΟΠΕΚ, Θέμης Κιουρτζής, θεωρεί ότι “κάποιες αποφάσεις που πάρθηκαν και εξηγήσεις που έγιναν, είναι σημαντικές”.
Αμφότεροι δηλώνουν πως στη συνέχεια θα ενημερώσουν τα μέλη των ομοσπονδιών τους για να αποφασίσουν για το θέμα των κινητοποιήσεων, ωστόσο από κοινού πιστεύουν πως η κατάσταση έχει αποκλιμακωθεί.
Όσον αφορά τα πρατήρια ωστόσο, τίποτε δεν αλλάζει επί της ουσίας. Από τη μια η τιμή του πετρελαίου συνεχίζει να ανεβαίνει καθημερινά, μαζί με τη λιανική τιμή στην αντλία και αυτό προφανώς δεν πρόκειται να αλλάξει όσο ο Περσικός Κόλπος παραμένει πεδίο μάχης, όπως επίσης δεν κουνιέται από τη θέση του το πλαφόν ως τις 30 Ιουνίου. Όχι τουλάχιστον από κάποια θεσμική πρωτοβουλία, όπως λ.χ. τις πρόσφατες αποφάσεις Αυστρίας, Ιταλίας και πλέον και της Κροατίας να μειώσουν τους δικούς τους φόρους κατανάλωσης ώστε να αποσυμπιεστεί η τιμή των καυσίμων στα πρατήρια.
Εξίσου απογοητευτικώς ασαφή δείχνουν και τα αποτελέσματα της διάσκεψης των 27 ηγετών της Ε.Ε στις Βρυξέλλες χτες (Πέμπτη 19/3), για την οποία ο πρωθυπουργός δήλωσε πως “υπήρξε μια διατύπωση που ανοίγει την πόρτα για περισσότερη ευελιξία στην λήψη μέτρων εθνικών και ευρωπαϊκών. Η κυβέρνηση είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της,” συμπληρώνοντας πως δεν είναι ακόμη η ώρα για περισσότερες λεπτομέρειες.
Ευελιξία μπορεί να βλέπει ο κύριος πρωθυπουργός, μέτρα πάντως δεν βλέπει κανένας Έλληνας πολίτης. Εκτός αν ως προστασία του καταναλωτή από τη ραγδαία άνοδο της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς χρηματαγορές λογίζεται αποκλειστικά και μόνο η “πάταξη της αισχροκέρδειας” στη λιανική.
Δυστυχώς θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε ό,τι μας ζητηθεί για καύσιμα και τα πρατήρια θα πρέπει να περάσουν αυτή τη δύσκολη περίοδο με το πλαφόν που εξήγγειλε η κυβέρνηση στα περιθώρια κέρδους τους χωρίς την παραμικρή αλλαγή.
Αν τώρα με το τριχίλιαρο voucher απομακρύνεται ο κίνδυνος να κλείσουν πρατήρια καυσίμων - όπως είχε σπεύσει τις προηγούμενες μέρες να μας υπενθυμίσει η ΟΒΕ πως είχε γίνει την τελευταία φορά που ο μαύρος χρυσός ενεπλάκη σε ράλι ανόδου τιμών – δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε και οπωσδήποτε το απευχόμαστε.
Πάντως δεν περιμένουμε να πέσει η τιμή της βενζίνης στην αντλία, καθώς το Κράτος θα συνεχίσει να απολαμβάνει αυξημένα έσοδα από μια λιανική τιμή βενζίνης που αποτελείται από 56% φόρους (κατά την ΟΒΕ). Ανεβαίνει η τιμή, αυγατίζουν οι φόροι, οι καταναλωτές να ’ναι καλά να πετούν τα λεφτά τους στο πηγάδι που δεν έχει πάτο.
Ας ελπίσουμε τουλάχιστον τα περί αυστηρών ελέγχων κατά της αισχροκέρδειας, που τόσο περήφανα μηρυκάζει η κυβέρνηση, να συμπεριλάβουν και τα διυλιστήρια, για τα οποία ακούγονται - ανεπιβεβαίωτες - κατηγορίες πως επικαιροποιούν τις τιμές σε καύσιμα που είχαν αγοράσει και πληρώσει προπολεμικώς, με τις τότε πολύ χαμηλότερες τιμές.