Ριζική ανανέωση για το Yamaha YZF-R1

Οι Euro5 προδιαγραφές φέρνουν τα πάνω-κάτω
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

29/3/2019

Οι Euro5 προδιαγραφές βρίσκονται προ των πυλών και έχουμε ήδη “θρηνήσει” τα πρώτα θύματα απ’ την εφαρμογή των Euro4 με τη Suzuki GSX-1300R Hayabusa να μην εισάγεται πλέον στην Ευρώπη καθώς δεν εναρμονίζεται με αυτές. Απ’ την 1η Ιανουαρίου του 2021 οι Euro5 θα είναι σε πλήρη ισχύ κι ως εκ τούτου, οι περισσότερες εταιρείες εργάζονται ήδη στην ανανέωση των μοντέλων τους ώστε να τις πληρούν. Στην περίπτωση του Yamaha YZF-R1, είχαμε την ριζική ανανέωσή του το 2015, όπου με τις νέες τεχνολογίες ανταποκρινόταν με ευκολία στις προδιαγραφές Euro4. Τότε, στην παρουσίασή του, είχαμε ρωτήσει και τον Project Leader για ποιο λόγο η Yamaha δεν είχε εγκαταστήσει ένα quickshifter up/down. Η απάντησή του ήταν ότι η επιλογή είχε γίνει για λόγους αξιοπιστίας του κιβωτίου. Η τραγική ειρωνεία ήταν πως τότε, μετά από λίγους μήνες, η Yamaha είχε προχωρήσει στην ανάκληση των κιβωτίων του R1... Τρία χρόνια μετά, το 2018, το ΜΟΤΟ επιβεβαιώθηκε για την σωστή κριτική που είχε ασκήσει, με την Yamaha να ανανεώνει το μοντέλο της, προσθέτοντας το quickshifter up/down.

Με το 2021 να βρίσκεται ασφυκτικά κοντά (δεδομένου του χρόνου που απαιτείται για την έρευνα και εξέλιξη των νέων μοντέλων) οι περισσότερες εταιρείες προετοιμάζονται για την επικείμενη ανανέωση των προδιαγραφών, ενώ άλλες όπως η BMW και η Kawasaki έχουν ήδη εξοπλίσει κάποια απ’ τα κορυφαία μοντέλα τους με μεταβλητό χρονισμό και βύθισμα βαλβίδων, όπου μέσω αυτού επιτυγχάνονται οι χαμηλότερες εκπομπές ρύπων. Η Yamaha δεν έχει υιοθετήσει ακόμη αυτή τη τεχνολογία για το superbike της και δεν είναι απίθανο να το δούμε στην ανανεωμένη έκδοση. Παράλληλα, τον περασμένο Σεπτέμβριο, η Yamaha είχε προχωρήσει στην κατοχύρωση μιας πατέντας ενός seamless κιβωτίου χρησιμοποιώντας τον κινητήρα του YZF-R, ενώ την περασμένη εβδομάδα κατατέθηκαν νέες πατέντες στην Ιαπωνία που δείχνουν ότι η εταιρεία από το Iwata βρίσκεται ακόμη ένα βήμα πιο κοντά στον διάδοχο της ναυαρχίδας τους. Τα οφέλη που προσφέρει ένα seamless κιβώτιο σε αντίθεση με ένα συμβατικό είναι πως όταν ο αναβάτης θέλει να αλλάξει σχέση, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τον συμπλέκτη. Το ίδιο πράγμα κάνει και ένα quickshifter που μπορεί να εγκαταστήσει κανείς στη μοτοσυκλέτα του όμως, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ τους. Το seamless κιβώτιο κατά τη διάρκεια της αλλαγής δεν χρειάζεται να κόψει την ανάφλεξη του κινητήρα που κατ’ επέκταση επιφέρει τη στιγμιαία πτώση της ισχύος, αλλά μέσω των “δοντιών” που βρίσκονται εσωτερικά των γραναζιών των ταχυτήτων, είναι σαν έχει επιλεγμένες δυο σχέσεις ταυτόχρονα σε κάθε άξονα του κιβωτίου, με αποτέλεσμα η αλλαγή τους να γίνεται άμεσα χωρίς τη μεταβολή της δύναμης. Αυτό στον τομέα των επιδόσεων μεταφράζεται με τη μοτοσυκλέτα να έχει 7% καλύτερη επιτάχυνση και παράλληλα ο αναβάτης μπορεί να αλλάξει σχέση μέσα στη στροφή, σε οριακή κλίση, χωρίς να μεταβάλλεται η κινητική κατάσταση της μοτοσυκλέτας απ’ αυτό, παρά μόνο απ’ τον δεξί του καρπό ή τα φρένα.

Το μοναδικό μειονέκτημα όσον αφορά την εφαρμογή ενός seamless κιβωτίου σε μοτοσυκλέτα παραγωγής είναι το υπέρογκο κόστος συντήρησής του. Για να έχετε μια καλύτερη εικόνα, τα κιβώτια των μοτοσυκλετών της κορυφαίας κατηγορίας των Grand Prix – για την οποία δημιουργήθηκαν- μετά από κάθε αγωνιστικό τριήμερο, που αντιστοιχεί σε απόσταση των 500 χιλιομέτρων, λύνονται απ’ τους μηχανικούς των ομάδων ώστε να ελεγχθούν για τυχόν φθορές. Φανταστείτε λοιπόν το κόστος που θα χρειάζεται να επωμιστεί ο ιδιοκτήτης αν η νέα R1 διαθέτει ένα τέτοιο κιβώτιο, εκτός κι αν η Yamaha έχει βρει έναν τρόπο να το μειώσει

Δείτε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το Πλάνο service των MotoGP

Ένα ακόμη στοιχείο που μπορεί να περάσει απ’ τα MotoGP στην μοτοσυκλέτα παραγωγής της Yamaha, είναι πιθανότατα ο crossplane στρόφαλος (με τα ασύμμετρα σημεία ανάφλεξης) να αποκτήσει αντίθετη φορά στρέψης απ’ αυτή των τροχών. Γεγονός που βοηθά ενεργά το μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας να παραμένει στην άσφαλτο κατά τη δυνατή επιτάχυνση, μειώνοντας δραστικά την επέμβαση των ηλεκτρονικών βοηθημάτων.

Ο καιρός γαρ εγγύς και το τι θα δούμε να περνάει στην παραγωγή κατά την ανανέωση του R1 θα αποκαλυφθεί με τη πάροδο του χρόνου. ;Άλλωστε, με την έλευση του Ducati V4 R στο Motul WSBK όπου αγωνίζεται η Yamaha με το R1-M, οι εταιρείες θα πρέπει να επιστρατεύσουν περισσότερες τεχνολογίες ώστε να βρεθούν πιο κοντά στον εκρηκτικό συνδυασμό του Alvaro Bautista και της Ducati που επεκτείνει την κυριαρχία του στο πρωτάθλημα. Το μόνο σίγουρο είναι πως το νέο R1 θα διαθέτει την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στον τομέα των ηλεκτρονικών βοηθημάτων.

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.