Ταξίδι - Ελληνόφωνα χωριά της απουλίας

4/5/2015

Στον  ιταλικό νότο, μια άλλη, ξεχασμένη Ελλάδα, με υποδέχτηκε και με καλωσόρισε στην αγκαλιά της. Με τις πινακίδες των εννιά ελληνόφωνων χωριών της Απουλίας να μου εύχονται ολόθερμα το… Kalos irtate, οι κάτοικοί τους, οι Γραικάνοι, μου πρόσφεραν ένα αλησμόνητο μάθημα Ιστορίας.
Calimera, Castrignano dei Greci, Corigliano d’ Otranto, Martano, Martignano, Soleto, Sternatia, Zollino, Melpignano. Εννιά συνολικά κωμοπόλεις και οικισμοί, που απλώνονται γεωγραφικά στο περίφημο "τακούνι της ιταλικής μπότας", απαρτίζουν την ελληνόφωνη περιοχή της Κάτω Ιταλίας (Απουλία),  γνωστότερη ως Grecia Salentina. Πρόκειται για μια περιοχή 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων νοτίως της πόλης Lecce, που κατοικείται από 40.000 κατοίκους, των οποίων τα ήθη, τα έθιμα, αλλά κυρίως η γλώσσα τους –η γραικάνικη διάλεκτος– αναδύουν άρωμα και πολιτισμό ελληνικό.
Ανατρέχοντας άλλωστε στα αρχαία κείμενα του Στράβωνα και του Ηρόδοτου, προκύπτουν αδιάσειστα στοιχεία αναφορικά με την ελληνικότητα της περιοχής, ενώ οι πρώτες αναφορές ξεκινούν από την Μινωική εποχή, όταν η σημερινή Απουλία ήταν η χώρα των Ιάπυγων, των Μεσσάπιων και των Λευκανών.
Παρά το γεγονός της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας στην περιοχή της Απουλίας, οι σύγχρονες επιστημονικές απόψεις (στηριζόμενες φυσικά στις διαθέσιμες ιστορικές πηγές) δεν έχουν καταφέρει να αποσαφηνίσουν επαρκώς για το εάν το ελληνικό γλωσσικό στοιχείο της περιοχής έλκει την προέλευσή του από την αρχαιότητα ή προέκυψε κατά την βυζαντινή περίοδο, εξαιτίας της μετακίνησης ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή –με την μορφή μεταναστευτικών κυμάτων– από την Πελοπόννησο.
Η διάλεκτος των Γκραίκων (όπως ονομάζουν τον εαυτό τους οι γηγενείς των ελληνόφωνων χωριών της Απουλίας), από τις αρχές του 20ου αιώνα έχει αποτελέσει θέμα εκτεταμένης έρευνας και μελέτης από κορυφαίες προσωπικότητες της διεθνούς φιλολογικής κοινότητας. Ωστόσο, ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την προέλευση της γλώσσας δεν έχουν ακόμα προκύψει.


Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, εννιά δήμοι της περιοχής προχώρησαν στην δημιουργία ενός ενιαίου οργανισμού (Unione dei Comuni della Grecia Salentina), με σκοπό τη διάσωση της ελληνικής πολιτιστικής και ιστορικής τους κληρονομιάς. Παράλληλα, στο πανεπιστήμιο του Lecce, ιδρύθηκε και ξεκίνησε να λειτουργεί έδρα ελληνικής φιλολογίας.
Η δική μου γνωριμία με τα ελληνόφωνα χωριά της Grecia Salentina, που έγινε  παρέα με μια λευκή Suzuki  DL650A V-Strom, συνοδεύτηκε από την συγκλονιστική διαπίστωση ότι οι κάτοικοί της αποτελούν την πιο τρανή απόδειξη για την ελληνικότητα της συγκεκριμένης περιοχής. Αρκετοί ήταν εκείνοι που μου δήλωσαν απερίφραστα ότι είναι Γκραικάνοι, όχι μόνο στην κουλτούρα αλλά στη μνήμη και στην καρδιά. Παντού συνάντησα ονόματα ελληνικά: στα χωριά, στους δρόμους, στις επιγραφές καταστημάτων – ακόμα όμως και το τοπίο, ένα κλασικό οικοσύστημα ξερολιθιάς και ελιάς, θύμιζε έντονα αντίστοιχο ελληνικό.


Δίχως υπερβολή, η παρουσία μου στα χωριά των Γκραικάνων, μόνο χαρά και ενθουσιασμό προσέδιδε στους ντόπιους, αφού απέναντί τους είχαν ένα "λεντίτι" (αδελφό) από την Ελλάδα. Ενώ εγώ από την πλευρά, με έκπληξη συνειδητοποιούσα ότι η περιπλάνηση με την λευκή V-Strom 650 στα ελληνόφωνα χωριά της Grecia Salentina είχε μετουσιωθεί σε κάτι δυνατότερο και πιο συναρπαστικό από ένα συνηθισμένο ταξίδι στην ιταλική γη. Παραδόξως, το οδοιπορικό μου στην Απουλία είχε προσλάβει την μορφή μιας ενθουσιώδης αναζήτησης άλλου ενός χαμένου κρίκου της μακριάς αλυσίδας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Τι πήρα μαζί μου αποχαιρετώντας την ελληνόφωνη γη της Απουλίας; Ένα γκραικάνικο ερωτικό τραγούδι, που έκλεισα για πάντα μέσα
στην καρδιά μου: 

"Orrio tto fengo pu su ste kanoni
orrio tto fengon io pu s’ oste panu su.
Esprize tikane, sekundu o chioni
jo llustro pu embie o fengo’pu cipanu.
Ma en io ttosso ciso mea spiandorro
Cino pu ferefse i kkardian emena,
io t’ ammai-ssu, a maddhia, o muson olo
Pou kante o fengo, kanononta esena!"

("Ωραίο το φεγγάρι που κοιτούσες.
Ωραίο το φεγγάρι που ήταν πάνω σου.
Άσπριζαν τα πάντα σαν το χιόνι
για το φως που το φεγγάρι έστελνε από εκεί ψηλά.
Μα δεν ήταν τόσο αυτή η μεγάλη λάμψη
αυτό που πλήγωσε την καρδιά μου,
όσο τα μάτια σου, τα μαλλιά, όλο το πρόσωπο
που μάγευαν το φεγγάρι που κοιτούσε εσένα!")

 

Κωνσταντίνος Μητσάκης

 

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.