SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Η ταξιδιωτική εκδοχή του sport σκούτερ της SYM
SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/6/2026

Η SYM πιάνει το TL508, το δικύλινδρο σπορ σκούτερ με τον κινητήρα τοποθετημένο στο κέντρο, έναν δηλαδή ανταγωνιστή του TMAX, όπως είναι και το AK575 της KYMCO και δημιουργεί κάτι ολότελα νέο. Στόχος μία ταξιδιωτική έκδοση του μεγάλου της σκούτερ που καταλήγει όμως ένα τελείως νέο μοντέλο. Ο ανταγωνισμός του παραμένει εστιασμένος και αναπόφευκτα περιλαμβάνει και το ίδιο το TL με τη SYM να το αντιμετωπίζει λίγο διαφορετικά, κάθε ένα TTLBT εκεί έξω είναι ένα λιγότερο μοντέλο για τον ανταγωνισμό.

Επιλέγοντας τη Σαρδηνία για την παρουσίαση, μαζί με το CRUISYM 400, δημιούργησε προσδοκίες σε εμάς τους παλαιότερους που κάθε χρόνο θα πάμε τουλάχιστον μία φορά στο νησί αυτό, το δεύτερο μεγαλύτερο της Μεσογείου. Για να γίνεται εκεί σημαίνει πως θα πάμε για να στρίψουμε, διαφορετικά θα μπορούσε να το κάνει πέριξ των μεγάλων πόλεων Ιταλίας στον Βορρά, που τέτοια εποχή έχουν πάντα καλό καιρό και προσφέρουν εγγύτητα μεγάλων αεροδρομίων με απευθείας συνδέσεις. Η Σαρδηνία είναι συνυφασμένη στον μοτοσυκλετιστικό κόσμο με ατελείωτες στροφές και δρόμους δίχως ιδιαίτερη κίνηση προς την ενδοχώρα, μακριά από τις δαντελωτές παραλίες, όπου μπορείς να απολαύσεις γρήγορη οδήγηση με ελάχιστες και κατά περίπτωση με ακριβώς μηδέν ευθείες σε μήκος πολλών χιλιομέτρων. Διάσημη η διαδρομή χωρίς ευθεία στον Νότο και μάλιστα από τις λίγες δίπλα στη θάλασσα χωρίς καθόλου κίνηση, κάποιοι έχουν βγει από εκεί μέσα με ναυτία.

Απευθείας από την Σαρδηνία: 

 

@motomag.gr Νέα SYM TTLBT και CRUISYM 400 2026 - Τα οδηγούμε στην Σαρδηνία! @thanos_for_bikes #motomag #sym ♬ πρωτότυπος ήχος - MOTO Magazine

 

Δυστυχώς οι Ιταλοί πίσω από τη διοργάνωση της αποστολής δεν εστίασαν τόσο πολύ στη διαδρομή όσο επέτρεπε η τοποθεσία, ούτε είχαν πολλά μοντέλα ώστε να μπορούμε να οδηγήσουμε περισσότερο, αντιθέτως μας χώριζαν σε πολλά μικρότερα γκρουπ συμπιέζοντας τον χρόνο οδήγησης. Ευτυχώς όμως συνεννοηθήκαμε με τον πλοηγό μας, τοπικό ήρωα της περιοχής και παγκόσμιο πρωταθλητή με δύο ομαδικούς τίτλους Enduro στο 6Days, ώστε να πάρουμε το μέγιστο δυνατό από τον χρόνο μας με κάθε μοντέλο. Για το CRUISYM 400 ακολουθεί ξεχωριστό άρθρο, μιας και οδηγικά έχουν τεράστια διαφορά από το TTLBT.

Μικρή διαφορά υπάρχει οδηγικά ανάμεσα και στο TL και στο TTLBT με περισσότερη αδράνεια στο γυροσκοπικό και πιο αργές αντιδράσεις στην αλλαγή κατεύθυνσης από στροφή σε στροφή, όμως οι σπορ καταβολές του παραμένουν. Το παραπάνω αναφέρεται μόνο συγκριτικά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις και όχι με την έννοια πως το TTLBT δεν είναι ένα σπορ σκούτερ, κάθε άλλο. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι πως δεν έχεις εκείνη την ταλάντωση από τον πίσω τροχό αν πιέσεις να στρίψεις με φόρα ή αν πάρεις νωρίς το γκάζι.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Ξεκάθαρα ένα προβάδισμα της γεωμετρίας, πιο κοντά σε μοτοσυκλέτα παρά σε σκούτερ, με τον κινητήρα να είναι τοποθετημένος στο κέντρο και να μην επηρεάζει τη λειτουργία της ανάρτησης. Ενισχυμένο είναι και το πλαίσιο έτσι ώστε να μην υπάρχουν τόσο έντονες στρεβλώσεις, από όσο θα περίμενες εξαιτίας όγκου και το σημαντικότερο μία προοδευτική συμπίεση από το πιρούνι εμπρός με γρήγορη επαναφορά, περισσότερο προσανατολισμένη στη γρήγορη οδήγηση και λιγότερο στο ταξίδι. Αυτό όμως δεν δημιουργεί κανένα ζήτημα κούρασης, αν και οι δρόμοι εκεί δεν έχουν σαμαράκια ή λακκούβες, πίσω η σπορ συμπεριφορά ενδεχομένως να κουράσει τον συνεπιβάτη, αλλά μόνο αν ο οδηγός αποφασίσει να κρατήσει τον γρήγορο ρυθμό που έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει το TTLBT. Διότι στα αρχικά στάδια της διαδρομής του παράκεντρα και οριζόντια τοποθετημένου αμορτισέρ, η προοδευτικότητα είναι εξαιρετική χωρίς απότομες αντιδράσεις πίσω. Μετά η επαναφορά είναι πιο απότομη, κάτι που θα απασχολήσει μόνο σε πιο γρήγορο ρυθμό ή σε μεγάλα σαμαράκια όπου δεν κλείνει το γκάζι.

Το καλό με το TTLBT είναι πως πρόκειται για μία έκδοση που έχει όλο τον εξοπλισμό φορεμένο, μαζί με τις βαλίτσες φυσικά και με τον τρόπο αυτό δικαιολογεί και το όνομά του που βγαίνει από την λέξη «Tartaruga» που στα Ιταλικά σημαίνει χελώνα. Για τους Ταϊβανέζους η Χελώνα είναι ένα πραγματικό σύμβολο δύναμης, σταθερότητας και κομψότητας, δεν είναι κάτι που έχει συσχετιστεί με τη βραδύτητα της κίνησής της, όπως σε εμάς εδώ και δεν μπορούν να αντιληφθούν το παράδοξο να θες να ταυτίσεις ένα σκούτερ με σπορ καταβολές με μία χελώνα. Ισχύει αντίστοιχα και για τον ελέφαντα που άλλους συσχετισμούς δημιουργεί σε εμάς και τελείως διαφορετικούς στην δική τους κουλτούρα. Με βάση το δικό τους σκεπτικό όμως, της δύναμης, της σταθερότητας και της κομψότητας, το TTLBT μένει πιστό στην ονομασία του.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Ο δικύλινδρος εν σειρά κινητήρας, παράλληλα τοποθετημένος στο έδαφος, αποδίδει 45,5 ίππους και 5 kg.m ροπής χρησιμοποιώντας φυγοκεντρικό συμπλέκτη σε μπάνιο του λαδιού κινητήρα. Η τοποθέτησή του στο κέντρο του σκούτερ με το ρεζερβουάρ από πάνω συγκεντρώνει το κέντρο βάρους κοντά στο γεωμετρικό κέντρο δίνοντας ένα ουδέτερο σύνολο που μπορεί εύκολα να υπακούσει στη γρήγορη οδήγηση, ανεξαρτήτως του στιλ οδήγησης.

Η σέλα είναι χαμηλά τοποθετημένη στα 780 χλστ από το έδαφος και ενιαία με του συνεπιβάτη, με το διαχωριστικό να ρυθμίζεται σε 3 θέσεις, οριοθετώντας τον χώρο αναβάτη-συνεπιβάτη στο επιθυμητό για τον καθένα. Ανοιγόμενη από μπροστά προς τα πίσω, αποκαλύπτει έναν αποθηκευτικό χώρο για ένα full-face κράνος, την ίδια στιγμή που το κεντρικά τοποθετημένο ρεζερβουάρ έχει 16 λίτρα χωρητικότητας, δηλαδή ικανοποιητική ποσότητα βενζίνης ώστε είτε στην καθημερινή χρήση να καλύπτεις μεγάλες αποστάσεις χωρίς καθημερινό γέμισμα, είτε στα ταξίδια να μεγαλώσεις τον χρόνο μεταξύ των απαραίτητων στάσεων.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Μιλώντας για ταξιδιωτική χρήση είναι σημαντικό πως υπάρχει cruise control που ενεργοποιείται βέβαια από τα 50 χ.α.ω και μέχρι τα 130 χ.α.ω και, αν κάποιος θέλει να ρυθμίζει πάνω-κάτω από τα κουμπιά, τότε ας σημειώσει πως αυτό γίνεται με βήμα 2 χιλιομέτρων. Αντίστοιχα καλοδεχούμενος είναι ο εξοπλισμός με τα θερμαινόμενα γκριπ σε 4 βαθμίδες και την ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα με συνολική απόσταση 126χλστ. Τα θερμαινόμενα γκριπ φτάνουν μέχρι 50ο C που σημαίνει πως ακόμη και το πιο χοντρό γάντι, δεν θα είναι εμπόδιο στη λειτουργία τους.

Το πακέτο ηλεκτρονικών επεκτείνεται με επώνυμα βοηθήματα οδήγησης από τη Bosch με προσαρμογή στην κλίση της μοτοσυκλέτας. Έχουμε λοιπόν Cornering ABS και Traction Control το οποίο εύκολα απενεργοποιείται. Η λειτουργία τους βασίζεται στην μονάδα 9.3 της Bosch άρα δεν είναι τελευταίας γενιάς, όμως πλήρως επαρκεί για τα δεδομένα της κατηγορίας αυτής και των αναγκών που δημιουργεί η δεδομένη ιπποδύναμη.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Από την στιγμή που υπάρχουν τα ηλεκτρονικά που διαβάζουν την κλίση του σκούτερ, εύκολο ήταν να προστεθεί και αντίστοιχα ελεγχόμενη δέσμη φωτός στους εμπρόσθιους προβολείς ώστε να φωτίζουν καλύτερα το εσωτερικό της στροφής χωρίς όμως να ενοχλούν όσους έρχονται από το αντίθετο ρεύμα. Αυτό σημαίνει πως ανάβουν διαδοχικά τα LED εσωτερικά καθορίζοντας το εύρος της δέσμης, από τις 13ο κλίσης και πάνω, οπότε δεν αρχίζουν να παίζουν τα φώτα πλαγιάζοντας απλά στο πλαϊνό σταντ.

Υπάρχει και ασύρματο κλειδί το οποίο είναι εξοπλισμένο με σύστημα NFC οπότε, αν τελειώσει η μπαταρία του ή αν υπάρχει πρόβλημα στον δέκτη του σκούτερ, τότε ακουμπάς το κλειδί εσωτερικά του φαίρινγκ στο ύψος της τροφοδοσίας αέρα και ξεκλειδώνεις, όπως δηλαδή συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των μοντέλων μοτοσυκλετών και σκούτερ με ασύρματο κλειδί. Υπάρχει βέβαια και φυσικό κλειδί που αποκαλύπτεται εύκολα.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Υπάρχουν δύο χαρτογραφήσεις κινητήρα, η πλήρους δύναμης και μία με πιο ομαλή απόκριση που κρατά τις στροφές έως τις 5.500 για να μη γλιστρά εύκολα ο πίσω τροχός. Η εναλλαγή όμως γίνεται μέσα από καταστάσεις λειτουργίας όπου οι δύο πρώτες είναι ακριβώς ίδιες, απλά η κίτρινη είναι με ενεργό το Traction Control και η μπλε χωρίς. Δεν απενεργοποιείται το Traction Control από κάποιον διακόπτη για αυτή τη δουλειά, ενώ η παρέμβασή του είναι αρκετά ήπια ώστε να μην έχει μεγάλο νόημα η κατάσταση λειτουργίας “RAIN”. Φυσικά αυτό ισχύει στη φανταστική άσφαλτο με την οποία είναι στρωμένη η Σαρδηνία, ένας από τους λόγους επιλογής της ως μοτοσυκλετιστικού τουρισμού. Θα δούμε σε δοκιμή στην Ελλάδα την παρέμβαση του traction control, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα της χαρτογράφησης “RAIN”.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Η έγχρωμη οθόνη TFT 7 ιντσών προσφέρει πλήρη συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth με διπλή σύνδεση για κινητό και ακουστικά. Υπάρχει και καλύτερος τρόπος με Apple CarPlay για κατόχους IPhone. Δεν υπάρχει αντίστοιχα το Android Auto που δεν δίνει -ακόμη- πιστοποίηση για τοποθέτηση σε δίκυκλα. Από τους διακόπτες ο αναβάτης μπορεί κάλλιστα να ρυθμίσει ένταση μουσικής, πλοήγηση στο μενού κτλ, ακόμη και να καλέσει στη Siri για φωνητικές εντολές που φυσικά η επιτυχία της εκτέλεσής τους είναι ανάλογη του τρόπου ομιλίας, του περιβάλλοντος και του πόσο αθόρυβο ή όχι είναι το κράνος, καθώς και στην ποιότητα του μικροφώνου της ενδοεπικοινωνίας που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εμφανίσεις για το μενού της οθόνης και τις χαρακτηρίζει πλήρως η πολυφωνία και τα έντονα χρώματα που για ορισμένους αναβάτες είναι κουραστικό.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Η SYM ήθελε οι πλαϊνές βαλίτσες να μην προεξέχουν πολύ από το φαίρινγκ ώστε η ευελιξία να παραμένει και να μην τις αφαιρεί ο αναβάτης, ουσιαστικά ακυρώνοντας μία βασική διαφορά από την πιο σπορ έκδοση. Για αυτό έχουν 14,4 και 13,6 λίτρα χωρητικότητας ενώ, παρόλο που η πρόθεση είναι να μην τις αφαιρείς συχνά, η τοποθέτησή τους είναι πανεύκολη, όπως και το αντίστροφο. Ευρύχωρο ντουλαπάκι εμπρός και κεντρική τοποθέτηση USB φόρτισης για πρόσθετο εξοπλισμό, με καλή συναρμογή για κάθε ανοιγόμενο πορτάκι κλείνοντας χωρίς να χρειάζεται να κοπανάς για δεύτερη φορά.

SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις

Για εκείνον που θέλει να παραμείνει στην οικογένεια των σκούτερ θέλοντας να προσθέσει περισσότερα ταξίδια, το νέο TTLBT είναι μία ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή, τόσο οδηγικά και σε ευκολίες φόρτωσης, όσο και από πλευράς εξοπλισμού. Με μπόλικο χώρο στη σέλα για δύο άτομα, με τον δεύτερο να μην κάθεται πίσω αλλά πάνω από τον άξονα του πίσω τροχού, επηρεάζοντας λιγότερο τη συμπεριφορά στην οδήγηση και μία μεγάλη σχάρα για μπόλικες αποσκευές, το TTLBT είναι έτοιμο για αποδράσεις του Σαββατοκύριακου συνεχίζοντας να αποτελεί το καθημερινό όχημα όλες τις άλλες ημέρες.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Κινητήρας

Δικύλινδρος εν σειρά, τετράχρονος υγρόψυκτος, οριζόντια τοποθετημένος, με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο

Χωρητικότητα

508 c.c.

Διάμετρος x Διαδρομή

68 x 70 mm

Ιπποδύναμη

33.5 kW (45,5 PS – 44 hp) / 6,750 rpm

Ροπή

49.9 Nm (5 kg.m) / 5,250 rpm

Τροφοδοσία

E.F.I.

Μετάδοση

C.V.T.

Ανάρτηση Εμπρός

Ανεστραμμένο πιρούνι 41 χλστ με διαδρομή 109 χλστ.

Ανάρτηση Πίσω

Παράκεντρα τοποθετημένο, Mono-shock με μοχλικό

Φρένο Εμπρός

Δύο δίσκους 275 χλστ. με Cornering ABS

Φρένο Πίσω

Δίσκος 275 χλστ με Cornering ABS

Ελαστικό Εμπρός

120 / 70 -15

Ελαστικό Πίσω

160 / 60 -15

Μήκος

2,235 χλστ

Πλάτος

890 χλστ

Ύψος

1,366 -1,492 χλστ

Ύψος σέλας

780 χλστ

Μεταξόνιο

1,543 χλστ

Ρεζερβουάρ

16 L

 

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες