Αποστολή στη Βαρκελώνη - SEAT MO 125 Performance και SEAT MO 50

Το Premium e-scooter με αμορτισέρ Ohlins, φρένα Galfer και σέλα SHAD, και το εισαγωγικό e-scooter της γκάμας
SEAT MO 125 Performance
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

20/1/2023

Στα μέσα του Ιανουαρίου του 2023, βρεθήκαμε στη Βαρκελώνη, όπου και οδηγήσαμε τα νέα SET MO 125 Performance & SEAT MO 50, δυο εξελιγμένα e-scooter με ιδιαίτερο στιλ, και μοναδικά τεχνικά χαρακτηριστικά. Το μεν 125 Performance αποτελεί το πλέον δυνατό, σπορ, και καλύτερα εξοπλισμένο δίκυκλο της οικογένειας, ενώ το δε 50 είναι το scooter εισαγωγής στον κόσμο των ηλεκτρικών SEAT MO.

Τα scooter της SEAT παράγει η -επίσης ισπανική- εταιρεία Silence, με τις δυο εταιρείες να τα πουλάνε δίπλα-δίπλα τόσο στην Ισπανία, όσο και στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Στην Ισπανία η Silence έχει μεγάλη αναγνωρισιμότητα, όμως εκτός έδρας η SEAT έχει σαφώς τα πρωτεία στον τομέα, ενώ παράλληλα έχει και ένα πολύ δυνατό δίκτυο αυτοκινήτου που μπορεί να χρησιμοποιήσει για να προβάλλει, να πουλήσει και να υποστηρίξει τα ηλεκτρικά της δίκυκλα. Επιπλέον με τα MO η SEAT φέρνει νέο αίμα στις τάξεις της, που εν δυνάμει θα μπορούσε αργότερα να αγοράσει και κάποιο αυτοκίνητο της.

Όσον αφορά στο κατά πόσο είναι έτοιμη η ελληνική αγορά για e-scooter όπως τα SEAT MO, μάθετε πως το 2021 στην ελληνική αγορά ταξινομήθηκαν 73 SEAT MO 125 και 31 αντίστοιχα e-scooter της Silence, ενώ το 2022 η διαφορά μεταξύ των δυο εταιρειών αυξήθηκε, με τη SEAT να σημειώνει 103 ταξινομήσεις ενώ την ίδια χρονιά ταξινομήθηκαν 16 e-scooter της Silence.

Το γεγονός και μόνο πως κάθε χρονιά τα τελευταία 2 έτη στην Ελλάδα ταξινομούνται 100+ ακριβά e-scooter όπως το MO 125, που η τιμή του ξεκινά από τα 6.790 ευρώ είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό! Ειδικά όταν απέναντι στο MO 125 υπάρχουν ένα σωρό άλλα e-scooter, κυρίως ασιατικής προέλευσης, με τιμές που κυμαίνονται μεταξύ 2 και 4 χιλιάδων ευρώ. Τι είναι αυτό που κάνει τα SEAT MO προτιμητέα, έναντι του φθηνότερου ανταγωνισμού;

Ας δούμε τις 3 λεπτομέρειες που κατά τη γνώμη μας κάνουν τη διαφορά.

SEAT MO 125 Performance

1) Πρόκειται για ισπανικά e-scooter και όχι κινέζικα, με ιστορία που κρατά από το 2011. Μάλιστα η Silence κατασκευάζει η ίδια την ιδιαίτερη μπαταρία των scooter της (και κατ’ επέκταση της SEAT), αλλά και τα ηλεκτρονικά συστήματα διαχείρισης του κινητήρα -με τον τελευταίο να ανήκει στη Bosch.

2) Αντί για μικρή μπαταρία ή αντί για τη δυνατότητα συνδυασμού 2 μπαταριών, όλα τα SEAT MO έχουν μία τεράστια μπαταρία που προσφέρει αντίστοιχα εντυπωσιακή αυτονομία -έως 133 χλμ. αντί των 137 της βασικής έκδοσης-, ζυγίζει 40 κιλά, και μετατρέπεται σε καροτσάκι -με χερούλι και ροδάκια- όταν βγαίνει από το scooter, για να την μετακινείτε ευκολότερα.

3) Λόγω της ιδιαίτερης θέσης της μπαταρίας -χαμηλά και στο κέντρο- και της θέσης του κινητήρα στο κέντρο του πίσω τροχού, ο αναβάτης κερδίζει έναν μεγάλο αποθηκευτικό χώρο κάτω από τη σέλα που μπορεί να φιλοξενήσει 2 full-face κράνη!

Με λίγα λόγια πρόκειται για ένα ποιοτικό, ευρωπαϊκό e-scooter, που συνδυάζει design, αυτονομία και χρηστικότητα -αλλά και επιδόσεις όπως θα δούμε παρακάτω.

SEAT MO 125 Performance

Εδώ να πούμε πως η μπαταρία των 5,6 kWh του SEAT MO 125 Performance μπορεί να φορτιστεί είτε πάνω στο scooter, είτε αφαιρώντας την, αλλά μόνο με πρίζα σούκο (οικιακό ρεύμα), και όχι με ταχυφορτιστή. Έτσι, μπορεί να απαιτεί 6-8 ώρες για μια πλήρη φόρτιση και να μην μπορεί να φορτιστεί σε "Type 2" φορτιστές σε Σημεία Φόρτισης Ηλεκτρικών Οχημάτων, όμως διατηρεί ακέραια την χωρητικότητα της για πολύ… πάρα πολύ καιρό, καθώς δεν ταλαιπωρείται από τους ταχυφορτιστές οι οποίοι φθείρουν τις μπαταρίες, μειώνοντας την χωρητικότητα τους σε βάθος χρόνου -πολλοί κατασκευαστές προτείνουν αναλογία μίας φόρτισης σε ταχυφορτιστή και τριών σε σούκο για λιγότερη φθορά. Και η επιλογή του σούκο δικαιώνει τη SEAT, καθώς δοκιμές έδειξαν πως μετά από 40.000 χιλιόμετρα, μια μπαταρία SEAT MO διατηρούσε το 97% της αρχικής της χωρητικότητας!

Τι παραπάνω προσφέρει το SEAT MO 125 Performance από τη βασική έκδοση SEAT MO 125;

SEAT MO 125 Performance
  • Σύστημα eBoost που μεταφράζεται σε μεγαλύτερη τελική 105 χλμ/ώρα -95 στην απλή έκδοση.
  • Ταχύτερη επιτάχυνση 0-50 χλμ/ώρα σε 2,9 δευτερόλεπτα -3,9 στην απλή έκδοση.
  • Πλήρως ρυθμιζόμενο μονό αμορτισέρ πίσω της Ohlins!
  • Βελτιωμένο πιρούνι με τη βοήθεια της ιταλικής Andreani, με χρυσή ανωδίωση στα καλάμια.
  • Βελτιωμένα φρένα με δίσκους και τακάκια από την ισπανική Galfer.
  • Premium σέλα της SHAD.

Αυτό που έκανε δηλαδή η SEAT με το MO 125 Performance ήταν να πάρει το scooter της Silence βελτιώνοντας τις επιδόσεις και την οδική του συμπεριφορά, αλλά και την εμφάνιση χάρη στη χρυσή ανωδίωση του πιρουνιού, στο χρυσό πίσω αμορτισέρ με το εμβληματικό όνομα της Ohlins, και στη νέα σέλα. Κι αν αναρωτιέστε, όχι, η Silence δεν παράγει αντίστοιχο e-scooter με το Performance της SEAT. Έτσι, η SEAT έκανε πράξη τον στόχο της, να “μπολιάσει” με σπορ στοιχεία το scooter της, στα πρότυπα του μότο “From the Racetrack to the City” (από την πίστα στην πόλη) που χαρακτήριζε και την παρουσίαση του Performance στη Βαρκελώνη. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο το ότι κινηθήκαμε και στην διαδρομή πέριξ της πόλης, που παλαιότερα αποτελούσε την πίστα F1 του Montjuic.

Αν αναρωτιέστε τώρα τι ακριβώς είναι αυτό το eBoost, αν έχει κουμπί που το ενεργοποιεί και αν θυμίζει το turbo boost του... KIT από το Knight Rider, να σας πούμε πως όχι, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, ούτε κουμπί υπάρχει, και ούτε κάποια απότομη αύξηση ισχύος -τουλάχιστον όχι τέτοια που να γίνεται αισθητή. Απλώς η SEAT έχει “ανοίξει” τον κινητήρα, ο οποίος είναι δυνατότερος από τη βασική έκδοση MO 125, ενώ για να ενεργοποιηθεί το eBoost, εσείς απλώς επιλέγετε το Ride Mode “Sport”, όπου η τελική ταχύτητα φτάνει τα 105 χλμ/ώρα σε ιδανικές συνθήκες. Σημειώστε πως η τελική αυτή στοχεύει στα προσπεράσματα και όχι στη συνεχή κίνηση με αυτή. Έτσι η επίτευξη των 105 χλμ/ώρα περιορίζεται χρονικά στα 30 δευτερόλεπτα -για να μην υπερθερμανθεί το scooter-, και κατόπιν πέφτει στα 99 χλμ/ώρα, με τον αναβάτη να μπορεί να πιάσει ξανά τα 105 μετά από 2 λεπτά.

Δείτε παρακάτω τη διαφορά ισχύος μεταξύ SEAT MO 125 & SEAT MO 125 Performance.

  • SEAT MO 125: Συνεχής ισχύς 7 kW (9.4 hp) - Μέγιστη ισχύς: 9 kW (12 hp)
  • SEAT MO 125 Performance: Συνεχής ισχύς 7,5 kW (10 hp) - Μέγιστη ισχύς: 11,5 kW (15,4 hp)

Σημειώστε πως για την προώθηση αλλά και για την επίδειξη της αξιοπιστίας του σε σκληρή χρήση, η SEAT σημείωσε με το MO 125 Performance δύο Παγκόσμια Ρεκόρ Guinness για τη μεγαλύτερη διανυθείσα απόσταση σε 24 ώρες -1.430 χλμ με ομαδική προσπάθεια και 1.158 χλμ. με έναν αναβάτη. Παράλληλα, η SEAT -και όχι η Silence- δοκίμασε το MO 125 Performance στη χιονισμένη περιοχή Baqueira της Βόρειας Ισπανίας, αλλά και στην έρημο Tavernas για να αποδείξει την απροβλημάτιστη λειτουργία του ακόμα και σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες.

Χρηστικό, αστικό & διασκεδαστικό

SEAT MO 125 Performance

Το ύψος της σέλας του MO 125 Performance σημαίνει πως αναβάτης ύψους 1.70 χρειάζεται να βγάλει ελαφρώς το σώμα από το κέντρο του scooter για να πατήσει όλο το πέλμα του ενός ποδιού κάτω στο φανάρι. Γυρίζεις το κλειδί στον διακόπτη, και πιέζοντας τη μανέτα του φρένου επιλέγεις Ride Mode, μεταξύ των Eco, City και Sport. Το πρώτο είναι το πλέον οικονομικό και αυτό με το οποίο θα πετύχετε τη μεγαλύτερη αυτονομία, περιορίζοντας την τελική στα 70 περίπου χλμ/ώρα με τη μέγιστη ανάκτηση ενέργειας μέσω ενός πιο έντονου φρένου κινητήρα, το City έχει τελική κοντά στα 90 χλμ/ώρα, με λιγότερο έντονο φρένο κινητήρα, και το Sport φτάνει τα 99-105 χλμ/ώρα με ελάχιστη ανάκτηση ενέργειας. Ο αναβάτης μπορεί να αλλάξει Mode ακόμα και κατά την οδήγηση, ακόμα και με ανοιχτό γκάζι -αν και το τελευταίο δεν προτείνεται.

Γυρίζεις το γκριπ του γκαζιού, και το Performance ξεκινά δυνατά, αφήνοντας πίσω του την πλειονότητα των Α1 -και όχι μόνο- scooter και μοτοσυκλετών, και επιταχύνοντας το ίδιο ζωντανά μέχρι και την τελική του. Ο αναβάτης κάθεται όρθιος, σε άνετη θέση οδήγησης, με χαλαρές γωνίες σε γόνατα και αγκώνες. Το πάτωμα της ποδιάς είναι στενό και κοντό, όμως ακόμα και αναβάτες με νούμερο παπουτσιού 46 κατάφεραν να χωρέσουν χωρίς πρόβλημα. Αντίστοιχα, το ψηλά τοποθετημένο τιμόνι δεν βρίσκει στα γόνατα στις στροφές, ακόμα και αν είστε άνω του 1.80. Παρά τα 155 κιλά του, το Performance είναι εύκολο στις στατικές μανούβρες, ενώ στο τιμόνι υπάρχει και κουμπί για όπισθεν, που θα σας φανεί χρήσιμο σε στριμωγμένες καταστάσεις, ειδικά αν είστε δικάβαλοι.

SEAT MO 125 Performance

Η σέλα της SHAD είναι όμορφη μεν αλλά την ίδια στιγμή αρκετά σπορ και σκληρή, και ίσως πιαστείτε σε μεγάλες διαδρομές -στις συνήθεις αστικές βόλτες δεν θα έχετε τέτοιο πρόβλημα.

SEAT MO 125 Performance

Όσον αφορά στην οδική συμπεριφορά του Performance, το scooter της SEAT χαρακτηρίζεται από ευελιξία σε αστικές συνθήκες, αλλά και από τη σταθερότητα του μέχρι και την τελική του ταχύτητα. Η αίσθηση από το μπροστινό είναι καλή, ενώ η εμπιστοσύνη του αναβάτη ανεβαίνει όσο το οδηγεί, χάρη και στα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης -τα γνωστά Angel της Pirelli. Το κόψιμο του τιμονιού είναι επίσης καλό, αν και ελαφρώς μικρότερο από των περισσότερων συμβατικών scooter. Η απόκριση του γκαζιού είναι γραμμική, ενώ κάποιες φορές ένιωθα τον κινητήρα ελαφρώς νευρικό στο σταθερό γκάζι -σαν να προτιμούσε να συνεχίσω να επιταχύνω.

Η μπροστινή ανάρτηση τώρα, παρόλο που είναι πολύ γρήγορη σε αποσβέσεις, εντούτοις καταφέρνει να συνεργαστεί καλά με το σαφώς πιο σφιχτό και μετρημένο σε ταχύτητα αντιδράσεων πίσω αμορτισέρ. Είναι σπορ το Performance; Ναι, είναι -πάντα στα πρότυπα των scooter πόλης-, και θα χαρίσει διασκεδαστικές στιγμές στον αναβάτη του, όποτε εκείνος θελήσει να κινηθεί γρήγορα. Είναι επιτεύξιμα τα 130+ χλμ. αυτονομίας με το MO 125 Performance; Ναι, αλλά στο Eco mode -που παρεμπιπτόντως είναι αρκετά σβέλτο. Στο sport η αυτονομία πέφτει περίπου στα μισά, αλλά και πάλι κρίνεται εξαιρετική για αστικές συνθήκες.

SEAT MO 125 Performance

Τα φρένα τώρα είναι πολύ δυνατά και θέλουν λίγη συνήθεια, καθώς αν το παρακάνετε, ο πίσω τροχός θα μπλοκάρει. Σε αυτή την τιμή -και με αυτές τις επιδόσεις-, το σύστημα συνδυασμένης πέδησης κατά τη γνώμη μας δεν αρκεί, και θέλουμε πολύ να δούμε το Performance με ABS στην επόμενη έκδοση του.

SEAT MO 125 Performance

Η οθόνη οργάνων επίσης υπολείπεται του ανταγωνισμού, καθώς δεν είναι TFT αλλά LCD, ενώ παρά τη συνδεσιμότητα της, δεν παρέχει τις δυνατότητες που μπορεί κανείς να βρει σε άλλα scooter. Όμως η προπληρωμένη για 3 χρόνια κάρτα SIM που διαθέτει το Performance -κάρτα που λειτουργεί και ως αντικλεπτικό σύστημα, καθώς με αυτή μπορείτε να εντοπίζετε τη θέση του scooter στο smartphone σας- χαρίζει πολλούς πόντους ασφάλειας κατά της κλοπής και ηρεμίας πνεύματος για τον αναβάτη.

Τέλος, το έξυπνο σύστημα μετακίνησης της μπαταρίας είναι μεν λειτουργικό σε επίπεδα εδάφη και σε οικήματα με ράμπες, όμως αν η πολυκατοικία ή το γραφείο σας έχει σκαλιά, τότε θα πρέπει να σιγουρευτείτε πως μπορείτε να σηκώσετε 40 κιλά, πριν προχωρήσετε σε αγορά. Το βάρος αυτό δυσκολεύει και τα συστήματα διαμοιρασμού μπαταριών, καθώς αυτά πρέπει να βρίσκονται στο ύψος του εδάφους.

SEAT MO 50

Όσον αφορά στο MO 50, αυτό βασίζεται στο MO 125, με ίδια περιφερειακά, ίδια μπαταρία, ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά και ίδιο βάρος, όμως ο κινητήρας είναι ασθενέστερος, με μέση απόδοση 5,4 hp και μέγιστη / στιγμιαία απόδοση 10 hp, με αντίστοιχα πιο αργή επιτάχυνση (0-45 χλμ/ώρα σε 3,8 δευτερόλεπτα στο Sport Mode), και τελική ταχύτητα περιορισμένη στα 45 χλμ/ώρα. Κάπως έτσι όμως, το ΜΟ 50 προσφέρει ακόμα πιο εντυπωσιακή αυτονομία 172 (!) χιλιομέτρων με το Ride Mode Eco! Το “πενηντάρι” e-scooter των Ισπανών αποτελεί τον “προθάλαμο” της οικογένειας ΜΟ, ενώ οδηγείται στην Ελλάδα με δίπλωμα ΑΜ (πενηνταριού), αντίθετα με τα 125 που απαιτούν είτε δίπλωμα Α1, είτε δίπλωμα αυτοκινήτου (με τις προϋποθέσεις του νόμου περί ισοδυναμίας διπλωμάτων).

Τιμές, χρώματα και χρόνος άφιξης

SEAT MO 125 Performance

Κατά τη διάρκεια της αποστολής μας στη Βαρκελώνη, ενημερωθήκαμε για τις ενδεικτικές (όχι τελικές) τιμές των 2 νέων SEAT MO στην Ελλάδα, που για την ώρα βρίσκονται στα 8.750 ευρώ για το MO 125 Performance και στα 6.450 ευρώ για το MO 50. Κι αν η τιμή του 50αριού βρίσκεται κοντά σε εκείνη της βασικής έκδοσης 125, υποψιαζόμαστε πως κάποια στιγμή μέσα στο 2023, θα δούμε το MO 125 να τσιμπάει λίγο σε τιμή. Οι παραπάνω τιμές είναι πριν την κρατική επιδότηση του προγράμματος “Κινούμαι ηλεκτρικά 2” που πλέον κόβει 1.300 ευρώ από αυτές. Είναι ακριβά τα MO; Αν τα συγκρίνεις με βενζινοκίνητα αντίστοιχου κυβισμού, ή ακόμα και με ασιατικά ηλεκτροκίνητα, ναι είναι. Όμως λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα και τις επιδόσεις τους, σε συνάρτηση με το μηδαμινό κόστος χρήσης (οικιακό ρεύμα) και συντήρησης (ελαστικά, τακάκια φρένων, άντε και υγρά φρένων σε βάθος χρόνου), αλλά και την κρατική επιδότηση, τότε διαπιστώνεις πως η τιμή τους είναι στην πράξη πολύ πιο χαμηλή. Το θέμα είναι πως με τα ηλεκτρικά δίκυκλα, είναι απαραίτητο να κάνεις μερικούς πρόχειρους υπολογισμούς για να διαπιστώσεις την απόσβεση του έξτρα κόστους τους σε ένα λογικό βάθος χρόνου.

Η SEAT κάνει λόγο για εξοικονόμηση στη συντήρηση περίπου €225 το χρόνο για 5.000 χλμ. σε σύγκριση με ένα βενζινοκίνητο scooter (λιπαντικά, ιμάντας, βαλβίδες, κλπ.), ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και το κέρδος στη χρήση με την κατανάλωση ρεύματος αντί για βενζίνη. Έτσι για κάθε 100 χλμ. που διανύετε, το ΜΟ χρησιμοποιεί περίπου 5.84kWh σε ρεύμα. Επειδή η μέση τιμή ανά kWh σε ώρες μη αιχμής είναι περίπου €0.12, ένα MO scooter θα κοστίσει μόλις €0.70 ανά 100 χλμ.. Αντίθετα, με ένα scooter εσωτερικής καύσης με τα ίδια χαρακτηριστικά, το οποίο χρησιμοποιεί 4 λίτρα καυσίμου κάθε 100 km, και με μέση τιμή βενζίνης στα €1.85, θα ξοδεύατε €7.4 ανά 100 km! Κέρδος χρήσης λοιπόν 6,7 ευρώ ανά 100 χλμ. με το ΜΟ συγκριτικά με ένα βενζινοκίνητο scooter, κέρδος που αυξάνεται στα 335 ευρώ για 5.000 χλμ. και μαζί με τα 225 ευρώ της συντήρησης αθροίζονται σε συνολικό κέρδος 560 ευρώ κάθε 5.000 χλμ.!

Τα χρώματα που θα διατεθούν το SEAT MO 125 Performance και το SEAT MO 50 θα είναι δύο, γκρι (Barelona Grey) και μπλε (Tarifa Blue), ενώ αμφότερα αναμένονται στην Ελλάδα μέσα στον Απρίλιο του 2023.

Εξοπλισμός αναβάτη: Κράνος Bell, μπουφάν, παντελόνι & γάντια Nordcode, μποτάκια Forma.

φωτό: SEAT

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ SEAT MO 125 Performance

Αντιπρόσωπος: SEAT ΤΕΧΝΟΚΑΡ
Τιμή: 8.750 ευρώ - ενδεικτική
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm): 2026
Μεταξόνιο (mm): 1427
Απόσταση από το έδαφος (mm): Δ.Α.
Ύψος σέλας (mm): Δ.Α.
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος: Ατσάλινο σωληνωτό
Βάρος κατασκευαστή (kg): 155
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος: Brushless hub-motor με ανάκτηση ενέργειας
Ισχύς (ΗΡ/rpm): 10 (συνεχής), 15,4 (στιγμιαία / μέγιστη)
Ροπή (kg.m): 12,1
Μπαταρία 5,6 kWh
Εγγύηση μπαταρίας 5 έτη
ΤΡΟΧΟΙ, ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ, ΦΡΕΝΑ  
Ανάρτηση Μπροστά Συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm): Δ.Α.
Ρυθμίσεις: Καμία
Ελαστικό μπροστά: 120/70-15 Pirelli Angel
Φρένο μπροστά Δισκόφρενο 260 mm, σύστημα συνδυασμένης πέδησης
Ανάρτηση πίσω Πλήρως ρυθμιζόμενο αμορτισέρ Ohlins
Διαδρομή (mm): Δ.Α.
Ρυθμίσεις: Απόσβεση επαναφοράς & συμπίεσης, προφόρτιση
Ελαστικό πίσω: 140/70-14 Pirelli Angel
Φρένο πίσω Δισκόφρενο 240 mm, συνδυασμένη πέδηση
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ Ψηφιακή LCD οθόνη οργάνων με τις ακόλουθες ενδείξεις: ταχύμετρο, στάθμη μπαταρίας (%), χιλιόμετρα μέχρι να αδειάσει η μπαταρία, Ride Mode, θερμοκρασία μπαταρίας, θερμοκρασία περιβάλλοντος, ρολόι, κ.α. Ενσωματωμένη SIM κάρτα, προπληρωμένη για 3 χρόνια από τη SEAT με δυνατότητα GPS, εντοπισμού scooter, κ.α., σύνδεση Bluetooth με το app MY SEAT MO, μονό και διπλό σταντ, αλάρμ, σινιάλο, αποθηκευτικός χώρος για 2 full-face κράνη κάτω από τη σέλα, ρυθμιζόμενες μανέτες, LED φώτα, DRL LED φώτα, ζελατίνα, θύρα USB στο τιμόνι, γάντζος για τσάντες στην ποδιά, αφαιρούμενη μπαταρία, όπισθεν
Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες