Arc Vector 2019: 100.000 Ευρώ στην EICMA για μοτοσυκλέτα, κουστούμι και.. καλώδια!

Μια cafe racer από το μέλλον για... λίγους
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

14/11/2018

Όταν η EICMA βρισκόταν προ των πυλών πολλές εταιρείες είχαν ξεκινήσει τα teaser videos με τα νέα τους μοντέλα, ανεβάζοντας την προσμονή του κοινού για την παρουσίασή τους στο ιταλικό σαλόνι. Η Arc Vehicle Ltd απ’ τη μεριά της αποφάσισε να είναι λιγότερο πομπώδης, αποστέλλοντας ένα τυπικό δελτίου τύπου, που απλά έδινε τις πρώτες ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με την μοτοσυκλέτα της αλλά και με τον καινοτόμο εξοπλισμό του αναβάτη που θα την συνόδευαν, χωρίς όμως να φωνάζει για το στολίδι που ετοίμαζε. Ίσως ήταν και το γεγονός πως γνώριζε οτι δεν θα προλάβαινε να παρουσιάσει όπως υποσχόταν όλο τον εξοπλισμό που θα συνόδευε την μοτοσυκλέτα, καθώς βρίσκεται ακόμη στα αρχικά στάδια της εξέλιξής του. Όπως είχαμε αναφερθεί και παλιότερα ο εξοπλισμός αποτελείται από δύο κομμάτια, το κράνος με το HUD (Head Up Display) που παρουσιάστηκε στην έκθεση, αλλά και από τη στολή που θα εισήγαγε μια πρωτόγνωρη εμπειρία στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας, καθώς θα ενημέρωνε τον αναβάτη με απτικά ερεθίσματα για το περιβάλλον γύρο του. Για την κατασκευή του κράνους η Arc συνεργάστηκε με την Hedon, μια αγγλική εταιρεία που κατασκευάζει πολυτελή κράνη με κλασσική σχεδίαση, μεταφέροντας την αίγλη και την αισθητική των café racer στον εξοπλισμό του αναβάτη.

Χρησιμοποιώντας το νέο Heroine της εταιρείας ως βάση, η Arc εγκατέστησε στο πίσω μέρος του κράνους μια μικρή κάμερα, παρέχοντας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες στον αναβάτη μέσω της προβολής τους στην μικρή οθόνη του HUD που προβάλλει το είδωλό της μπροστά από το δεξί του μάτι. Ακόμη το κράνος -το Arc Zenith όπως ονομάζεται- και η στολή –η Arc Origin- (αν καταφέρει να δει το φως της παραγωγής) έχουν τη δυνατότητα σύνδεσης με τη μοτοσυκλέτα μέσω Wi-fi και Bluetooth, ενώ παράλληλα το κράνος παίζει και το ρόλο του κλειδιού, καθώς η μοτοσυκλέτα δεν ενεργοποιείται αν εκείνο δεν βρίσκεται σε απόσταση ενός μέτρου.

Μια έξυπνη και πρωτότυπη κίνηση από την εταιρεία να χρησιμοποιήσει την keyless τεχνολογία, ώστε να φροντίζει ο αναβάτης να φορά τον εξοπλισμό της που προσφέρει μια διαφορετική οδηγική εμπειρία, ενώ παράλληλα προάγει την ασφάλεια. Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως όσον αφορά το HUD, υπάρχουν ακόμα μεγάλα περιθώρια εξέλιξής του, καθώς άλλες εταιρείες στην EICMA που παρουσίασαν την δική τους HUD τεχνολογία που βρίσκονταν ένα βήμα πιο μπροστά, κάνοντας το Arc Zenith να δείχνει ξεπερασμένο.

Αισθητικά όμως το κράνος εναρμονίζεται πλήρως με την café racer σχεδίαση της μοτοσυκλέτας που συνδυάζεται εξαιρετικά με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, αποτελώντας μια πραγματική racer του μέλλοντος. Όσον αφορά την Arc origin, πραγματοποιήθηκε η ψηφιακή παρουσίασή της στην ιταλική έκθεση, αναφέροντας της δυνατότητες που θα έχει μόλις ολοκληρωθεί η εξέλιξή της, ενώ δεν έλειψε να μας αναφέρει τις δυσκολίες που καλείται να ξεπεράσει. Τα προβλήματα για τη δημιουργία της ήταν ήδη γνωστά, όμως η εταιρεία με τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα της –όπως η ίδια δήλωσε- θέλησε να προχωρήσει στην ανάπτυξη και εξέλιξη της στολής, καθώς πιστεύει πως είναι κομβικής σημασίας η παραγωγή της, ενώ για την επίτευξη του αποτελέσματος συνεργάζεται με την Knox. Συγκεκριμένα πιστεύει πως δημιουργώντας μια μοτοσυκλέτα εφοδιασμένη με ηλεκτρικό κινητήρα και παρά την κτηνώδη ροπή στρέψης που έχει απ’ τις μηδέν στροφές, όπως τουλάχιστον αναφέρει, δεν γίνεται παρά να χάνονται αρκετά στοιχεία της απόλαυσης που προσφέρει μια μοτοσυκλέτα με κινητήρα εσωτερικής καύσης. Πράγματα όπως οι κραδασμοί του μοτέρ που μας φανερώνουν πως αυτό που καβαλάμε έχει "ζωή" ή ο ήχος της εξάτμισης που πολλές φορές μας κάνει να ανατριχιάζουμε, και φυσικά η απόκριση του κινητήρα που μας ο αναβάτης έχει μάθει να είναι απόλυτα συνδεδεμένος μαζί της, κι ως αίσθηση οδήγησης απουσιάζει πλήρως από τις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες.

Με την δημιουργία της στολής η Arc πιστεύει πως μπορεί να μεταφέρει κάποια απ’ αυτά τα στοιχεία και παράλληλα να βοηθήσει τον αναβάτη προσφέροντάς του περισσότερες πληροφορίες μέσω αυτής για την κατάσταση του δρόμου. Συγκεκριμένα η στολή θα είναι εξοπλισμένη με ειδικά εξαρτήματα που θα δονούνται ενώ θα έχει και τρία προγράμματα λειτουργίας. Το Urban, προσανατολίζεται περισσότερο στην ασφάλεια του αναβάτη, δονώντας φερειπείν τον αριστέρο ώμο του, όταν ένα αυτοκίνητο θα βρίσκεται στην αριστερή νεκρή γωνία, γνωστοποιώντας έτσι την ύπαρξη του οχήματος. Η Sport που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα… συλλέγει τα δεδομένα απ’ την IMU που μετρά την επιτάχυνση προς κάθε άξονα κίνησης, κι αρχίζει να δονείται προοδευτικά με βάση την κλίση της μοτοσυκλέτας, χτίζοντας έτσι μία εμπειρία στον αναβάτη που -έστω και θεωριτικά- ενισχύει το γυροσκοπικό φαινόμενο με τον τρόπο που έχει συνηθίσει να συμβαίνει από μοτοσυκλέτες με κινητήρα εσωτερικής καύσης. Το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα ονομάζεται Europhic και ενισχύει την αίσθηση του μπάσου όταν ο αναβάτης ακούει μουσική. Όλα αυτά βέβαια βρίσκονται όπως είπαμε ακόμα σε πολύ αρχικό στάδιο με το πρωτότυπο να μην είναι βρίσκεται κοντά στο προπαραγωγής στάδιο, γεγονός που σημαίνει πως οι πρώτοι πελάτες θα αργήσουν πολύ να το δούν στην πράξη, ελπίζουμε μόνο το αποτέλεσμα να είναι αντάξιο όλων όσων υπόσχονται πως θα κάνει. Η απουσία όμως της Origin απ’ την παρουσία της Arc στην EICMA, δεν ήταν ικανή να επισκιάσει αρνητικά την συνολική εμφάνισή της, καθώς το Vector ήταν πραγματικά εντυπωσιακό!

Για την δημιουργία του, το carbon είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και εμφανίζεται σχεδόν σε όλη τη μοτοσυκλέτα, απ’ το πλαίσιο τύπου monocoque, το ψαλίδι πίσω, το Hub μπροστινό σύστημα ακόμη και στις ζάντες της BST, περιορίζοντας έτσι το βάρος στα 220 κιλά, καθιστώντας την αρκετά ελαφρύτερη συγκριτικά με άλλες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες, παρόμοιας απόδοσης.

Ο ηλεκτρικός κινητήρας που αποτελεί ενεργό μέρος του πλαισίου, αποδίδει 140 ίππους και 8,5 κιλά ροπής στρέψης που στην έξοδο του κιβωτίου ταχυτήτων πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας τα… σαράντα (40!) κιλά, με την Arc να αναφέρει πως για την χαλιναγώγησή της θα υπάρχειφυσικά Traction control. Η ύπαρξη μονάδας IMU υποδηλώνει την ύπαρξη cornering ABS και Anti-wheelie, ενώ υπάρχουν και πέντε χαρτογραφήσεις που θα μεταβάλλουν τόσο τις επιδόσεις του κινητήρα όσο και την αυτονομία της μπαταρίας. Σε ότι αφορά την μπαταρία που τροφοδοτεί τον κινητήρα είναι της Samsung και αποδίδει 16,8 kWh, με την Arc να ορίζει εκείνη τις τεχνικές προδιαγραφές κάνοντας ειδική παραγγελία, αντί μίας έτοιμης λύσης από το ράφι. Εντυπωσιάζει το νούμερο της μέγιστης αυτονομίας που στην θεωρία μπορεί να αγγίξει τα 436 χιλιόμετρα, όμως όπως δηλώνει η ίδια η Arc, το πιο ρεαλιστικό νούμερο είναι τα 200 χιλιόμετρα, πράγμα που εξακολουθεί να είναι εντυπωσιακό.

Η μέγιστη ταχύτητα του Vector δεν ξεπερνά τα 200 km/h, ενώ τα 0-100 έρχονται σχετικά γρήγορα σε 3,1 δευτερόλεπτα. Για τον εξοπλισμό του συστήματος πέδησης του Vector, χρησιμοποιήθηκε μπροστά το κορυφαίο μοντέλο της Brembo Stylema, πάνω στους πλευστούς δίσκους των 320mm διαμέτρου, ενώ στον πίσω των 240mm έχουμε τη διπίστονη δαγκάνα της ίδιας εταιρίας. Αφήνοντας το καλύτερο για το τέλος, το μπροστινό σύστημα αποτελεί ένα απ’ τα πιο εκκεντρικά μέρη της μοτοσυκλέτας υιοθετώντας την αρχιτεκτονική HUB, ξεχωρίζοντας έτσι το σύστημα διεύθυνσης απ’ την ανάρτηση και επιτυγχάνοντας μια πολύ μικρή γωνία κάστερ της τάξεως των 18,5ο, συνδυάζοντας έτσι την σταθερότητα που προσφέρει ένα συμβατικό μπροστινό με μεγάλη γωνία και την ευελιξία ενός με μικρή γωνία.

Με την δημιουργία του Vector αλλά και του εξοπλισμού (Zenith και Origin) του αναβάτη η Arc θέλησε να εκφράσει την άποψη της πως στον μέλλον η οδήγηση δεν πρέπει να καταργηθεί απ’ τους αυτοματισμούς, αλλά να ενισχυθεί ώστε να προσφέρει μια πιο έντονη εμπειρία στον αναβάτη χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξης της τεχνολογίας. Για το 2019 θα κατασκευαστούν 399 μοτοσυκλέτες –όσα και τα volt της μπαταρίας της- με την τιμή τους να ξεκινάς απ’ τις 90.000 αγγλικές λίρες, ενώ η στολή δεν θα συμπεριλαμβάνεται στον εξοπλισμό.

Δείτε μία πλούσια συλλογή φωτογραφίων μετά τον πίνακα τεχνικών χαρακτηριστικών

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                              Vector
Τιμή:
Από €103.000
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.438
Ύψος σέλας (mm):
840
Ίχνος (mm):
100
Γωνία κάστερ (˚):
18,5ο
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Monocoque από Carbon
Βάρος κατασκευαστή (kg):
220
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Ηλεκτρικός 399W
Μπαταρία:
Της Samsung χωρητικότητας 399 volt με απόδοση 16,8kWh
Αυτονομία (Km):
436
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
140
Ροπή (kg.m/rpm):
40
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Öhlins TTX36 mono-shock
Διαδρομή (mm):
110
Ρυθμίσεις:
Πλήρως ρυθμιζόμενο
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Carbon 17 ιντσών
Ελαστικό:
120/70-17
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 240mm με δαγκάνα δύο εμβόλων της Brembo και ABS της Continental με IMU
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Σύστημα συνδεσιμότητας μέσω wi-fi και bluetooth με smartphone, καθώς και με το Arc Zenith και Arc Origin. Πέντε χαρτογραφήσεις απόδοσης: Road, Rain, Sport, Track, Eco και Europhic
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Öhlins ILX36 mono-shock
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
-/110
Ρυθμίσεις:
Πλήρως ρυθμιζόμενο
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Carbon 17 ιντσών
Ελαστικό:
180/55-17
ΦΡΕΝΟ
Δύο πλευστοί δίσκοι 320mm με τις monoblock δαγκάνες Stylema της Brembo
 
 
 
 
 

 

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες