EICMA 2023: NIU - Μεγαλώνει την γκάμα της με τρεις νέες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες
Διευρύνει τα όριά της, ξεφεύγοντας από τα σκούτερ
Από τον
Αλέξανδρο Λαμπράκη
15/11/2023
Η NIU δείχνε να εξελίσσεται διαρκώς, παρουσιάζοντας στην EICMA 2023 τρεις νέες μοτοσυκλέτες, για off-road, σπορ και αστική χρήση, διευρύνοντας την γκάμα της μπαίνοντας και στον κόσμο της μοτοσυκλέτας, εκτός των σκούτερ με τα οποία ξεκίνησε.
Το XQi3, αποτελεί μία απρόσμενη έκπληξη από την εταιρεία, καθώς μιλάμε για μία ηλεκτρική μοτοσυκλέτα με βασικό πεδίο δράσης την εκτός δρόμου οδήγηση. Παράλληλα, έχει τον απαραίτητο εξοπλισμό για να κινείται νόμιμα στον δημόσιο δρόμο, με τα full-LED φωτιστικά σώματα, φλας, καθρέπτες και βάση πινακίδας να μπορούν να αφαιρεθούν για off-road χρήση.
Το XQi3 πρόκειται να έρθει σε τέσσερις χρωματικές επιλογές και δύο διαφορετικές εκδόσεις, τη Street και τη Wild, με τη βασική διαφορά να εντοπίζεται στην τελική ταχύτητα. Η συμβατή με την κατηγορία L1e (ΑΜ) Street περιορίζεται στα 45 χ.α.ω., ενώ η Wild φτάνει τα 75 χ.α.ω και όπως μας ενημερώνει η εταιρεία προορίζεται καθαρά για χρήση εκτός δρόμου. Αμφότερα τα μοντέλα έχουν ονομαστική αυτονομία 90 χιλιομέτρων με μία φόρτιση 5,3 ωρών, ενώ υπάρχει και ταχεία φόρτιση αλλά και δυνατότητα αφαίρεσης της μπαταρίας για να μπορείς να τη φορτίζεις παντού.
Ο ηλεκτροκινητήρας της NIU έχει μέγιστη ονομαστική ισχύ 8kW που μεταφράζονται σε 10,8 ίππους και μπορεί να την διατηρήσει για 30 λεπτά, ενώ η σταθερή ισχύς φτάνει τα 6kW / 8,1 ίππους. Το εντυπωσιακό όμως σε τέτοιου είδους κινητήρες είναι η ροπή, που στο XQi3 αγγίζει τα 36,4 χιλιογραμμόμετρα! Αξίζει να σημειωθεί ότι η μετάδοση γίνεται με αλυσίδα, αυξάνοντας τους πόντους της συμπεριφοράς της στο χώμα.
Το σφυρήλατο αλουμινένιο πλαίσιο κρατάει το βάρος χαμηλά, στα 76 κιλά με το βάρος της μπαταρίας ιόντων-λιθίου να ανέρχεται στα 15,4 κιλά. Το ύψος της σέλας είναι στα 875 χιλιοστά από το έδαφος, με το χαμηλότερο σημείο της μοτοσυκλέτας να απέχει 237 χιλιοστά από αυτό, για να μην βρίσκει εύκολα σε πέτρες και κορμούς δέντρων.
Στον τομέα της πέδησης βρίσκουμε έναν δίσκο 220 χιλιοστών μπροστά και έναν 203 χιλιοστών πίσω. Οι αναρτήσεις έρχονται από την νέα… ΚΚΕ (καμία σχέση με το γνωστό κόμμα στην ελληνική Βουλή) και αποτελούνται από ένα ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά που ρυθμίζεται ως προς την προφόρτιση των ελατηρίων και την απόσβεση επαναφοράς. Πίσω, βλέπουμε ένα μονό αμορτισέρ με μοχλικό που ρυθμίζεται ως προς τις αποσβέσεις συμπίεσης και επαναφοράς. Οι ακτινωτοί τροχοί είναι 19 ιντσών, μπροστά και πίσω, με διαστάσεις ελαστικών 70/90-19 και 70/100-19, αντίστοιχα.
Ο βασικός εξοπλισμός του XQi3 είναι σύγχρονος και πλούσιος περιλαμβάνοντας πλαϊνό σταντ, μαρσπιέ με δοντάκια χωρίς αντιολισθητικό κάλυμμα, θύρα φόρτισης USB-C, έγχρωμη TFT οθόνη με δυνατότητα συνδεσιμότητας για διαχείριση κλήσεων και λειτουργίες Lap Timer και Route Tracking, για τις εκτός δρόμου βόλτες. Η ίσια και μακριά σέλα έχει αντιολισθιτικό κάλυμμα. Δύο χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν είναι η ύπαρξη ενός Kill Switch τον οποίο δένει κάπου πάνω του ο αναβάτης και σε περίπτωση πτώσης ή έκτακτης ανάγκης αποσυνδέεται, διακόπτοντας απευθείας την παροχή ρεύματος στον κινητήρα. Ακόμη, μέσω του smartphone του ο αναβάτης μπορεί να κατεβάσει την εφαρμογή της NIU και μέσω Bluetooth να κλειδώνει και να ξεκλειδώνει την μοτοσυκλέτα μόλις το κινητό βρεθεί στην κατάλληλη απόσταση από αυτή.
Περνάμε τώρα στη σπορ naked πρόταση της NIU, που ακούει στο όνομα RQi, η οποία κατατάσσεται στις γυμνές street μοτοσυκλέτες μικρομεσαίου κυβισμού, με την τελική να φτάνει τα 110 χ.α.ω. Η μέγιστη ισχύς που μπορεί να διατηρήσει για 30 λεπτά αγγίζει τους 7,5kW/10,2 ίππους, ενώ η σταθερή ισχύς φτάνει τα 5kW/6,8 ίππους με τη θηριώδη ροπή να φτάνει τα… 45,88 χιλιογραμμόμετρα! Ο ηλεκτροκινητήρας της NIU είναι τοποθετημένος στο κέντρο της μοτοσυκλέτας με την μετάδοση να γίνεται και εδώ με αλυσίδα.
Οι δύο μπαταρίες ζυγίζουν 23 κιλά η κάθε μία, με το βάρος της μοτοσυκλέτας να φτάνει τα 186 κιλά. Για μία πλήρη φόρτιση χρειάζονται 4 ώρες η κάθε μία ή 7 και οι δύο μαζί, με την θεωρητική αυτονομία να κυμαίνεται μεταξύ 95 και 105 χιλιομέτρων.
Στα φρένα συναντάμε επώνυμες λύσεις με ένα δίσκο 300 χιλιοστών μπροστά και έναν 240 χιλιοστών πίσω, με δαγκάνες της Brembo, ενώ ο αναβάτης μπορεί να επιλέξει είτε σύστημα CBS, είτε ABS που συνδυάζεται με Traction Control. Οι αναρτήσεις αποτελούνται από ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και μονό αμορτισέρ πίσω, με τα ελαστικά να είναι 17 ιντσών. Τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης έρχονται από την Pirelli σε διαστάσεις 110/70-17 και 140/70-17.
Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει ακόμα keyless κεντρικό διακόπτη, έγχρωμη TFT οθόνη με δυνατότητα συνδεσιμότητας, full-LED φωτιστικά σώματα, τέσσερα Riding Modes (E-SAVE, Dynamic, Sport και Ultra-Boost που σου δίνει την τελική των 110 χ.α.ω.) και δύο κάμερες -μία μπροστά, μία πίσω- για να καταγράφεις τις διαδρομές σου, ενώ σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης έχει ενσωματωμένο σύστημα αποθήκευσης ενός λεπτού πριν και ενός λεπτού μετά το συμβάν. Μέσω της εφαρμογής της NIU, μπορείς ακόμη να κάνεις τις ρυθμίσεις στη μοτοσυκλέτα σου προκειμένου να τη φέρεις στα μέτρα σου, αλλά και να βλέπεις που βρίσκεται κάθε στιγμή.
Στο περίπτερο της NIU στην EICMA 2023 είδαμε επίσης και μία ελαφριά μοτοσυκλέτα πόλης με την ονομασία SQi, η οποία έχει ήδη παρουσιαστεί στην Κίνα. Ο ηλεκτροκινητήρας του βρίσκεται στο κέντρο του πίσω τροχού, μία τεχνολογία που καταργεί την ανάγκη ύπαρξης τελικής μετάδοσης -που εδώ βλέπουμε να υπάρχει, χωρίς να υπάρχουν πετάλια- με συνέπειες το χαμηλότερο κόστος χρήσης αλλά και το μεγαλύτερο μη αναρτώμενο βάρος. Η μέγιστη ισχύς του ανακοινώνεται στα 0,4kW που μεταφράζονται σε... μισό ίππο, με μέγιστη τελική ταχύτητα τα 45 χ.α.ω.
Το ενιαίο πλαίσιο είναι από ελαφρύ κράμα, κοινό με τους τροχούς των 17 ιντσών, και μέσα του περικλείει την αφαιρούμενη μπαταρία ιόντων λιθίου. Στις αναρτήσεις βρίσκουμε συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και μονό αμορτισέρ πίσω. Στα φρένα υπάρχουν ένας δίσκος 220 χιλιοστών μπροστά και ένας 180 χιλιοστών πίσω.
Στον βασικό εξοπλισμό του SQi περιλαμβάνονται full-LED φωτιστικά σώματα, ψηφιακή LCD οθόνη με δυνατότητα συνδεσιμότητας με το smartphone του αναβάτη και θύρα φόρτισης USB. Κατεβάζοντας την εφαρμογή της NIU μπορείς να γνωρίζεις που βρίσκεται αλλά και να ξεκλειδώνεις το SQi χρησιμοποιώντας τεχνολογία NFC, όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της εταιρείας.
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.