Honda Africa Twin & Adventure Sports 2020: Ανανέωση εκ βάθρων!

Αναβαθμισμένο σε όλους τους τομείς!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

23/9/2019

Μόλις πριν από λίγο, η Honda παρουσίασε διαδικτυακά τα νέα Africa Twin και Africa Twin Adventure Sports του 2020, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά όλα όσα γνωρίζαμε και είχαμε γράψει πρώτοι και αποκλειστικά, για την εξέλιξη της ναυαρχίδας της Big-H στην κατηγορία των Adventure bikes. Είναι στην ουσία η πρώτη μεγάλη αναβάθμιση που δέχεται από το 2016 που πρωτοπαρουσιάστηκε, μετά την προσθήκη του ηλεκτρονικού ελέγχου του γκαζιού (ride by wire) με τα τρία riding modes και το traction control.

Ξεκινώντας από τα… επιφανειακά, η εξωτερική εμφάνιση του Africa Twin μπήκε σε πρόγραμμα "extreme makeover", με έμφαση στην rally αύρα που θέλησαν οι σχεδιαστές του να αποπνέει. Η ζελατίνα κόντυνε σε ύψος για να βολεύει περισσότερο στις χωμάτινες διαδρομές, ενώ αλλαγμένο είναι και το ύψος του τιμονιού που πλέον είναι τοποθετημένο ψηλότερα κατά 22,5mm, με το ύψος της σέλας όμως να διατηρείται στα 850-870mm. Ουσιαστικά δηλαδή έχει αλλάξει η θέση οδήγησης, καθώς στενότερη είναι και η ούρα, όπως και το πίσω τμήμα της σέλας, κατά 40mm. Διαφορετικό είναι και το σχήμα της, για να διευκολύνεται η κίνηση εμπρός-πίσω του αναβάτη.

Στο μούτρο, οι δύο LED προβολείς είναι τοποθετημένοι ψηλότερα, ενώ διαθέτει και DRL φώτα ημέρας που ρυθμίζουν αυτόματα τη λειτουργία τους ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες φωτισμού. Εντελώς διαφορετικά είναι και τα όργανα όπου πλέον φιγουράρει μια έγχρωμη TFT οθόνη 6,5 ιντσών, αφής παρακαλώ, που είναι σχεδιασμένη να λειτουργεί και με γάντια. Στις λειτουργίες που προσφέρει συμπεριλαμβάνονται το Apple CarPlay™ και η διασύνδεση με Bluetooth.

Σε ό,τι αφορά τον κινητήρα, εκεί όπου εντοπίζονται και οι πιο ουσιαστικές αλλαγές, όπως ήταν αναμενόμενο ο κυβισμός αυξήθηκε στα 1.084cc. Αυτό στην απόδοση μεταφράζεται σε 100 ίππους στις 7.500 με τη ροπή να φτάνει τα 10,7 χιλιογραμμόμετρα στις 6.250 στροφές αντίστοιχα. Η αύξηση της χωρητικότητας προέρχεται από την αύξηση της διαδρομής (στα 81,5mm από τα 75,1mm), με την σχέση συμπίεσης στα 10,1:1. Τα χιτώνια των κυλίνδρων είναι πλέον από αλουμίνιο και σε συνδυασμό με μειώσεις βάρους σε επιμέρους τομείς, όπως η μετάδοση για παράδειγμα, το συνολικό βάρος του κινητήρα είναι μειωμένο κατά 2,5 κιλά στην manual έκδοση και κατά 2,2 κιλά στην έκδοση DCT.

Ο χρονισμός της ανάφλεξης και ο στρόφαλος των 270° παρέμεινε ως είχε, ενώ διαφορετική είναι τώρα η κεφαλή του κυλίνδρου όπως και τα σώματα του ψεκασμού των 46mm. Παράλληλα έχει αλλάξει και ο προγραμματισμός της ECU, μαζί με την γωνία τοποθέτησης των μπεκ για καλύτερη διασπορά μείγματος, λόγω και του διαφορετικού σχήματος του θαλάμου καύσης. Ο ένας επικεφαλής εκκεντροφόρος είναι επίσης από τα στοιχεία που διατηρήθηκαν, αλλά τώρα έχει αλλάξει ο χρονισμός των βαλβίδων όπως και το βύθισμα, όπου για τις εισαγωγής φτάνει τα 10,1mm και τα 9,3mm για τις εξαγωγής.

Στο σύστημα της εξαγωγής έχει τοποθετηθεί και βαλβίδα που ρυθμίζει τη ροή των καυσαερίων, παρόμοια με του Fireblade, ώστε να επιτευχθεί ο συνδυασμός αύξησης της ιπποδύναμης και της συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές Euro5. Για τον ίδιο λόγο έχει προστεθεί αισθητήρας ατελούς καύσης , ενώ και ο αισθητήρας "λ" έχει αντικατασταθεί από αισθητήρες LAF (Linear Air Fuel) που παρέχουν μεγαλύτερη ακρίβεια στις μετρήσεις.

Τέλος, οι αλλαγές στο… hardware του κινητήρα συμπεριλαμβάνουν και την μείωση στην διάμετρο του συμπλέκτη και τους επανασχεδιασμένους δίσκους, που επέτρεψαν την χρήση ελαφρύτερων ελατηρίων –και κατά συνέπεια ελαφρύτερη λειτουργία- με το quickshifter να εξακολουθεί να προσφέρεται ως after market επιλογή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει και η ηλεκτρονική αναβάθμιση που έχει δεχτεί το Africa Twin για το 2020, καθώς η προσθήκη της IMU της Bosch MM7.10 με αισθητήρες σε έξι άξονες, διευρύνει τις δυνατότητες δραματικά. Η λίστα με τα ηλεκτρονικά βοηθήματα έχει μεγαλώσει θεαματικά, αφού πλέον υπάρχουν διαθέσιμα τέσσερα modes για την απόδοση και τρία modes για την ρύθμιση του φρένου του κινητήρα, παράλληλα με το HSTC (το traction control της Honda) που ρυθμίζεται σε εφτά επίπεδα. Τα τέσσερα riding modes είναι τα Tour, Urban, Gravel και Off-Road, ενώ παρέχεται και η δυνατότητα για δύο πλήρως παραμετροποιήσιμα modes, ανάλογα με τις προτιμήσεις του αναβάτη. Οι επίσης σημαντικές ηλεκτρονικές προσθήκες χάρη στην ύπαρξη της IMU είναι το σύστημα ελέγχου σούζας (wheelie control) με τρία επίπεδα παρέμβασης, το cornering ABS με επιλογή για οδήγηση εκτός δρόμου, το σύστημα ελέγχου ανύψωσης του πίσω τροχού και το DCT με σύστημα ανίχνευσης στροφής! Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του τελευταίου, αυτό γίνεται μέσω της IMU που αναγνωρίζει πότε η μοτοσυκλέτα βρίσκεται υπό κλίση, ρυθμίζοντας ανάλογα το πρόγραμμα αλλαγής των σχέσεων για να μην διαταράσσεται η ισορροπία της μοτοσυκλέτας μέσα στην στροφή.

Το πλαίσιο δεν εξαιρέθηκε από τον ολικό επανασχεδιασμό και ενισχύθηκε σε συγκεκριμένα σημεία με στόχο την βελτίωση της συμπεριφοράς στο χώμα. Ένα από αυτά είναι η περιοχή του λαιμού, για καλύτερη αίσθηση του μπροστινού, ενώ οι κεντρικοί σωλήνες είναι πιο λεπτοί και με πιο ευθεία διαδρομή, με το συνολικό βάρος του πλαισίου να μειώνεται κατά 1,8 κιλά. Το υποπλαίσιο είναι τώρα –επιτέλους…- βιδωτό κι όχι ενιαίο με το πλαίσιο, με μικρότερο κατά 40mm πλάτος. Καινούργιο είναι και το αλουμινένιο ψαλίδι, 500 γραμμάρια ελαφρύτερο από το προηγούμενο, το οποίο μάλιστα ακολουθεί τον σχεδιασμό του ψαλιδιού από το CRF450R. Η απόσταση από το έδαφος δεν άλλαξε, παραμένοντας στα 250mm, όπως το μεταξόνιο των 1.575mm και η κάστερ στις 27,30°. Το συνολικό βάρος είναι μειωμένο κατά 5 ολόκληρα κιλά, φτάνοντας τα 226 κιλά γεμάτο.

Στις αναρτήσεις της Showa, τόσο στο πιρούνι όσο και στο αμορτισέρ, άλλαξαν τις εσωτερικές ρυθμίσεις και το σετάρισμα, έτσι ώστε να πετύχουν βελτίωση της συμπεριφορά, τόσο εκτός δρόμου, όσο και στις ασφάλτινες διαδρομές.

Africa Twin Adventure Sports

Η πιο… adventure έκδοση του Africa Twin, η Adventure Sports, έρχεται εξίσου ανανεωμένη και πιο πλούσια εξοπλισμένη! Πέρα από τις αλλαγές που αναφέρονται παραπάνω για την απλή έκδοση, η Adventure Sports έχει δεχθεί επιπλέον επεμβάσεις που της επιτρέπουν να κοντραριστεί στα ίσα με τον ανταγωνισμό και το επίπεδο εξέλιξης που έχει φτάσει.

Πιο συγκεκριμένα, πέρα από την έκδοση με τις στάνταρ αναρτήσεις της Showa, θα διατίθεται και σε έκδοση με ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της ίδιας εταιρείας (EERA), οι οποίες προσφέρουν τέσσερα modes (Soft, Mid, Hard και Off-Road). Επιπλέον, η προφόρτιση θα μπορεί να ρυθμιστεί ηλεκτρονικά σε τέσσερα επίπεδα ανάλογα το φορτίο (με ή χωρίς συνεπιβάτη και με ή χωρίς αποσκευές), ενώ θα υπάρχει και ένα παραμετροποιήσιμο mode από τον αναβάτη με custom επιλογές για τις αποσβέσεις και 24 επίπεδα προφόρτισης για το πίσω αμορτισέρ. Εδώ βέβαια δημιουργείται και το ερώτημα σχετικά με το σύστημα των αναρτήσεων που είχε δείξει η Honda, το οποίο ρυθμίζει αυτόματα το ύψος των αναρτήσεων όταν η μοτοσυκλέτα ακινητοποιείται, που είχε κάνει την εμφάνισή του πάνω σε ένα Africa Twin. Ενδεχομένως να το δούμε σε κάποιο concept στο εγγύς μέλλον ή σε κάποια updated έκδοση των νέων Africa Twin.

Πλούσια συλλογή φωτογραφιών στο gallery που συνοδεύει το άρθρο!

Τεχνικά Χαρακτηριστικά

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2330
Ύψος (mm):
1560
Μεταξόνιο (mm):
1575
Απόσταση από το έδαφος (mm):
250
Ύψος σέλας (mm):
850/870
Ίχνος (mm):
113
Γωνία κάστερ (˚):
27.5
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο, διπλό, σωληνωτό
Πλάτος (mm):
960
Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):
238 (248 DCT)
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
18,8 / 24,8 Adventure Sport
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτο, δικύλινδρος εν σειρά, με 1ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
92 x 81,5
Χωρητικότητα (cc):
1084
Σχέση συμπίεσης:
10,1:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
100/7500
Ροπή (kg.m/rpm):
10,7/6250
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
84,8
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος (διπλός συμπλέκτης DCT)
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / -
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / -
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
2,38
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa (EERA Showa ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενες)
Διαδρομή (mm):
230
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
150/70 -18
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 256mm με δαγκάνα  ενός εμβόλου και cornering ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Έγχρωμη ψηφιακή οθόνη TFT 6.5''
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa (EERA Showa ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενες)
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
230 / 45
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων και απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
90/90-21
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 310mm με ακτινικές δαγκάνες 4 εμβόλων και cornering ABS
 
 
 
 
 

 

 

 

 

 

 

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες