Honda CBR1000RR 2020: Αποκλειστικές πληροφορίες

Σημαντικά βελτιωμένο, έτοιμο για WSBK!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

5/9/2019

Όπως έχετε διαπιστώσει, διαβάζοντας τις τελευταίες εξελίξεις μέσα από το site μας, οι πληροφορίες μας σχετικά με τα νέα μοντέλα του 2020 προέρχονται από απόλυτα έγκυρες πηγές, και η περίπτωση του επερχόμενου Honda Fireblade δεν αποτελεί εξαίρεση. Είμαστε σε θέση να ξέρουμε με απόλυτη βεβαιότητα νέες πληροφορίες σχετικά με την ναυαρχίδα της Big-H στα superbikes, οι οποίες σιγά-σιγά συμπληρώνουν την εικόνα του παζλ που έχει αρχίσει να δημιουργείται εδώ και καιρό.

Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, είχαμε γράψει εδώ και καιρό σχετικά με την φημολογούμενη παρουσίαση ενός RVF1000, ενός V4 superbike δηλαδή, που δημιουργούσε πολλά ερωτηματικά για την συνέχιση του τετρακύλινδρου εν σειρά superbike της Honda. Με τις πληροφορίες που συλλέξαμε από τότε, είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όποια κι αν είναι η τύχη του project, δεν πρόκειται να επηρέαζε την ύπαρξη του Fireblade, για το οποίο η Big-H θα έπρεπε να φροντίσει την ουσιαστική του βελτίωση προκειμένου να μπορεί να αντιμετωπίσει στα ίσα τον ανταγωνισμό. Ένα το κρατούμενο…


Πριν λίγους μήνες, πιο συγκεκριμένα στα τέλη του Ιουλίου, ολοκληρώθηκε ο επεισοδιακός οκτάωρος αγώνας αντοχής στην Suzuka, όπου η ομάδα της Honda κατέλαβε τελικά την τρίτη θέση. Το ίδιο το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ομάδα αποτελούσε μια πρόβα τζενεράλε για την πλήρη εμπλοκή του HRC με ένα μικρό και ευέλικτο σχήμα, που θα ήταν ο "μπούσουλας" για τις αντίστοιχες εργοστασιακές ομάδες στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Endurance και φυσικά στο Motul WSBK, όπως μάθαμε από τις "πηγές" μας.
Προσθέστε τώρα σ' αυτό κι άλλο ένα κομμάτι του παζλ, με την ηχηρή μεταγραφή του Alvaro Bautista από την επιτυχημένη του παρθενική χρονιά στην Ducati, στην εργοστασιακή ομάδα της Honda για την επόμενη χρονιά. Μάλιστα, όπως δήλωσε και ο ίδιος, πήρε διαβεβαιώσεις από το εργοστάσιο ότι η μοτοσυκλέτα με την οποία θα συμμετέχει στο πρωτάθλημα της επόμενης σεζόν, θα είναι μια πολύ πιο ισχυρή μοτοσυκλέτα, αντάξια του ανταγωνισμού.
Αυτό ακριβώς επιβεβαιώσαμε κι εμείς μέσω των αποκλειστικών πληροφοριών που εξασφαλίσαμε. Μάθαμε δηλαδή ότι η μοτοσυκλέτα θα αποτελέσει μια εξαιρετική βάση για τους αγώνες των παγκοσμίων και εθνικών πρωταθλημάτων, με πολλές επί μέρους αλλαγές που έχουν επιφέρει βελτιώσεις τόσο στην απόδοση, όσο και στην συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας (να θυμίσουμε εδώ τις πατέντες που έχει καταθέσει η Honda για σύστημα μεταβλητού χρονισμού, αλλά και άμεσου ψεκασμού). Σίγουρα ΔΕΝ θα είναι V4 (αν και οι πληροφορίες μας δεν έκαναν λόγο για το αν θα υπάρξει κάποια στιγμή και μια τέτοια, διαφορετική εναλλακτική από την Honda) επιβεβαιώνοντας και το δικό μας ρεπορτάζ για τις μοτοσυκλέτες που δεν θα δούμε φέτος), αλλά θα διατηρήσει το concept του τετρακύλινδρου εν σειρά.

Αμέσως μετά από αυτή την πληροφόριση, διέρρευσαν και οι πιο πρόσφατες πατέντες που κατέθεσε η Honda για ενεργά αεροδυναμικά βοηθήματα. Μάλιστα, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των πατεντών, διαπιστώνει κανείς ότι εξωτερικά ελάχιστα πράγματα μένουν ίδια σε σχέση με το απερχόμενο μοντέλο. Το φαίρινγκ είναι πλήρως επανασχεδιασμένο με πολύ ισχυρούς δεσμούς με το αντίστοιχο του RC213V από τα MotoGP. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία είναι η κεντρική εισαγωγή του αέρα, που είναι ακριβώς ίδια με του RC213V, όπου τροφοδοτεί με φρέσκο αέρα υπό πίεση το φιλτροκούτι ώστε να δημιουργηθεί το φαινόμενο του ram-air. Στις πατέντες όμως φαίνεται ότι μέσα σ' αυτή την εσοχή που δημιουργείται είναι τοποθετημένος ένας μικρός παραλληλόγραμμος προβολέας, πάνω στην ίδια λογική με τους RC213V-S, ο οποίος αποτελεί μέρος του εξοπλισμού δρόμου -και κατ' επέκταση της έγκρισης τύπου- δίχως να επηρεάζει σημαντικά το αγωνιστικό look της μοτοσυκλέτας. Οι καθρέφτες όμως και η βάση της πινακίδας δεν είναι τόσο εύκολο να καλυφθούν, όπως φαίνεται και από τα σχέδια.

Το πιο σημαντικό στοιχείο των πατεντών είναι το σύστημα ενεργών αεροδυναμικών βοηθημάτων με τα γνωστά σε όλους "φτερά", τα οποία όμως προχωρούν τον σχεδιασμό τους στο επόμενο επίπεδο. Όπως μπορεί να δει κανείς, υπάρχουν τέσσερα αεροδυναμικά φτερά, τοποθετημένα εκατέρωθεν του φαίρινγκ πίσω από ένα σταθερό κομμάτι του που έχει "κυμματοειδή" σχεδίαση. Η καινοτομία εδώ είναι αυτά τα φτερά έχουν την δυνατότητα να ανοίγουν και να κλείνουν, ανάλογα με τις απαιτήσεις τις μοτοσυκλέτα για την αύξηση ή τη μείωση των κάθετων δυνάμεων στο μπροστινό σύστημα. Είθναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να συνεισφέρουν μεγάλα ποσοστά της λεγόμενης "downforce" κατά τη διάρκεια της επιτάχυνσης ή των δυνατών φρένων και των στροφών, αλλά όταν η μοτοσυκλέτα είναι στην ευθεία και θέλει την μέγιστη ταχύτητα, αυτά βοηθήματα δυσκολεύουν το έργο της αυξάνοντας την αεροδυναμική αντίσταση. Για να μην συμβεί αυτό, τα σχέδια από τις πατέντες δείχνουν ότι μπορούν να κλείσουν και να κρυφτούν στο πλάι του φαίρνγκ. Είναι ένα εξαιρετικά απλό σύστημα σε ό,τι αφορά την λειτουργία του το οποίο χρησιμοποιεί ντίζες και δύο σερβομηχανισμούς. Για λόγους ασφάλειας, σε περίπτωση δηλαδή βλάβης του ηλεκτρικού κυκλώματος ή των μηχανισμών, τα "φτερά" είναι σχεδιασμένα να παραμένουν στην ανοιχτή θέση, προκειμένου να προσφέρουν το μέγιστο της κάθετης δύναμης.

Στους κανονισμούς των MotoGP αναφέρεται ρητά ότι ένα τέτοιο σύστημα απαγορεύεται, καθώς τα αεροδυναμικά φτερά πρέπει να είναι σταθερά τοποθετημένα και να αποτελούν μέρος του φαίρινγκ. Στο Motul WSBK όμως, που αποτελεί και τον ξεκάθαρο στόχο της Honda Με το Fireblade, δεν υπάρχει αντίστοιχος περιορισμός, παρά μόνο ότι τα αεροδυναμικά βοηθήματα θα θεβρούνται νόμιμα αν είναι τοποθετημένα από την αρχή στις μοτοσυκλέτες που έχουν έγκριση τύπου για την Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Βόρεια Αμερική". Παρ' όλα αυτά όμως, υπάρχει περίπτωση η Honda να μην μπορεί να διεκδικήσει τα πρωτεία για την συγκεκριμένη τεχνολογία, καθώς και η Aprilia έχει ασχοληθεί με το θέμα των ενεργών αεριδυναμικών βοηθημάτων, όπως είχε ανακοινώσει και στα χαρακτηριστικά του πρωτότυπου RS660 που είχε δείξει πέρσι και το οποίο αναμένεται να μπει στην παραγωγή και να αποτελέσει μοντέλο του 2020, ενώ δεν αποκλείεται να δούμε κάτι αντίστοιχο και στο superbike RSV4. Σ' αυτό το σημείο, να θυμίσουμε ότι παρόμοια τεχνολογία (όχι ακριβώς ίδια, αλλά στο σκεπτικό ότι αλλάζει η ροή του αέρα μέσα από τις αεροτομές με κλαπέτα) έχει εφαρμοστεί εδώ και πολλά χρόνια στα αυτοκίνητα, με πρώτο το Lamborghini Huracan Performante και το σύστημα "ala" του ιταλικού εργοστασίου.

Ελπίζουμε πολύ σύντομα να είμαστε σε θέση να αποκαλύψουμε περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες, για να μαθαίνετε πρώτοι –όπως πάντα- τις εξελίξεις.

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες