Τον περασμένο Ιούλιο, η Beta παρουσίασε την ανανεωμένη σειρά των αγωνιστικών της Enduro, με νέους κινητήρες και πλαίσιο. Μια εξέλιξη που προέκυψε από τα δεδομένα που μάζεψε η Beta, μέσα από τους αγώνες του EnduroGP και τους αναβάτες της SteveHolcombe και BradFreeman (o τελευταίος μάλιστα στέφθηκε πρόσφατα και πρωταθλητής της E1, στον αγώνα της Τσεχίας).
Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζει στα μοντέλα της σειράς RR και που ακολουθεί την αγωνιστική φιλοσοφία, είναι το πιρούνι της Kayaba, το οποίο εξελίχθηκε μέσα από τη συνεργασία των δύο εταιρειών στους αγώνες και διαθέτει ρυθμίσεις αποκλειστικά για τα enduro της Beta. Η μπότα του πιρουνιού είναι ειδικά σχεδιασμένη και διαθέτει μια ασφάλεια στον άξονα του εμπρός τροχού για την άμεση απελευθέρωσή του. Επιπλέον, τα εξαρτήματα στο εσωτερικό των καλαμιών είναι ανοδιωμένα για ελαχιστοποίηση των τριβών. Τα ελαστικά Metzeler Six Days που εξοπλίζουν τα μοντέλα της οικογένειας RR, χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τους αναβάτες των EnduroGP συμπεριλαμαβανομένου και του πολυπρωταθλητή Steve Holcombe. Τα RR θα είναι διαθέσιμα στην αγορά από τις αρχές Οκτωβρίου και περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ ή σε κάποιο από τα καταστήματα που συνεργάζονται με την επίσημη αντιπροσωπεία στην Ελλάδα.
Νέο entry-level μοντέλο με δικύλινδρο σε σειρά, βασισμένο στην Aprilia RS457
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
1/8/2025
Η Moto Guzzi ετοιμάζει το μεγαλύτερο τεχνολογικό άλμα εκτός παράδοσης εδώ και δεκαετίες. Αντί για τον κλασικό εγκάρσια τοποθετημένο V2, η νέα της μικρή μοτοσυκλέτα θα χρησιμοποιεί δικύλινδρο σε σειρά 457 κ.εκ., προερχόμενο από την Aprilia, με στόχο την παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα την Ασιατική
Το καλοκαίρι του 2023 η Aprilia παρουσίασε την RS457, εξοπλισμένη με νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Το μοτέρ αυτό γρήγορα έγινε η βάση για ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, την RS457, την Tuono 457 και σύντομα την Tuareg 457. Όλα παράγονται στο εργοστάσιο της Piaggio στην Ινδία, διασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος και άμεση πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.
Η Moto Guzzi, μέλος του ίδιου ομίλου (Piaggio) από το 2004, αποφάσισε να υιοθετήσει τον κινητήρα, φέρνοντας για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα έναν δικύλινδρο σε σειρά σε μοντέλο παραγωγής της. Αν και η Guzzi είχε φτιάξει εν σειρά κινητήρες τη δεκαετία του ’30, αυτοί περιορίζονταν σε αγωνιστικές εφαρμογές. Από το 1967 και μετά, η εταιρική ταυτότητα της, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εγκάρσιο αερόψυκτο V2. Η εισαγωγή της υδρόψυξης με το V100 Mandello ήταν ήδη μεγάλο βήμα αλλά η εγκατάλειψη του V2 αποτελεί πραγματική επανάσταση.
Η νέα naked της Guzzi θα μοιράζεται τον κινητήρα και ορισμένα περιφερειακά με την Tuono 457, αλλά θα έχει ολοκληρωτικά δική της αρχιτεκτονική στηριζόμενη σε σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο αντί για αλουμινίου, με στόχο να προσδώσει διαφορετική γεωμετρία αναβάτη για μια πιο άνετη θέση οδήγησης αλλά και μια μια πιο παραδοσιακή σχεδίαση ρεζερβουάρ και φωτιστικών σωμάτων.
Η κατηγορία 350-500 κ.εκ. αναπτύσσεται ραγδαία, ιδιαίτερα στην Ασία. Για μικρές εταιρείες όπως η Guzzi (15.000 μονάδες ετησίως), η διείσδυση σε αυτές τις αγορές είναι ζήτημα επιβίωσης. Η παραγωγή στην Ινδία, όπως ήδη γίνεται με την Aprilia, ανοίγει τον δρόμο για οικονομικά προσιτά μοντέλα που θα μπορούν να πωλούνται τόσο σε Ασία όσο και σε Ευρώπη.
Παράλληλα, η Moto Guzzi ακολουθεί το παράδειγμα άλλων κατασκευαστών: KTM- Bajaj, Triumph-Bajaj και εργοστάσια στην Ταϊλάνδη, BMW-TVS. Όλοι προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε μικρότερες και πιο οικονομικές μοτοσυκλέτες για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς σε χώρες με εκρηκτική ζήτηση.
Αν και είχε ακουστεί ότι η Guzzi θα επαναφέρει το όνομα “Eldorado”, αυτό φαίνεται απίθανο, καθώς ιστορικά αφορούσε μεγάλες cruiser. Μια πιο ταιριαστή επιλογή θα ήταν ίσως το “Airone”, το πρώτο μεταπολεμικό Guzzi μαζικής παραγωγής που έφερε την ελευθερία ταξιδιού σε χιλιάδες αναβάτες, ακριβώς όπως στοχεύει να κάνει και η νέα, μικρή Moto Guzzi.