Nembo 32 concept: Μια διαφορετική ιστορία [video]

Ένας κινητήρας… άνω-κάτω!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

30/1/2019

Ο Daniele Sabatini συστήνεται ως ιδρυτής, ιδιοκτήτης και σχεδιαστής της Nembo Motociclette, αλλά στην ουσία είναι ένας ανατρεπτικός οραματιστής , όπως πρέπει να είναι όσοι έχουν ένα όραμα και θέλουν να ξεχωρίσουν. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. H φιλοσοφία του Sabatini είναι ότι οι μοτοσυκλέτες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Σε αυτές που έχουν τον ρόλο του μεταφορικού μέσου, που βγαίνουν κατά χιλιάδες από τις γραμμές παραγωγής, με υψηλά τεχνολογικά στάνταρ μεν, αλλά άχρωμες, άοσμες και βαρετά ίδιες, και σε αυτές που χαρακτηρίζονται ονειρικές οι οποίες παίρνουν τον χρόνο τους για να φτιαχτούν, σμιλεύονται με αγάπη και πάθος, χρησιμοποιώντας τελευταίες τεχνολογίες και εξωτικά υλικά, σε ελάχιστες ποσότητες κατόπιν παραγγελίας.

Οι μοτοσυκλέτες που ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία, είναι αυτές που μπορούν να σου μεταφέρουν μοναδικά συναισθήματα, που κανένα άλλο όχημα δεν μπορεί να τα προσφέρει. Αλλά και πάλι, ακόμη κι αν έχεις την δυνατότητα να αγοράσεις μια τέτοια πολυτέλεια, αν δεν έχεις την κατάλληλη μοτοσυκλετιστική παιδεία για να αντιληφθείς την προστιθέμενη αξία τέτοιων μοτοσυκλετών, μπορεί να σου ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά σου. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να έχεις το χρήμα, αλλά πρέπει να είσαι σε θέση να εκτιμήσεις το εκάστοτε μηχανουργικό επίτευγμα για να μην χάσεις την ουσία.
Το Nembo 32 concept είναι μια τέτοια μοτοσυκλέτα και όχι μόνο. Είναι μια διαφορετική μοτοσυκλετιστική ιστορία, μια όμορφη ιταλική ιστορία όπως την χαρακτηρίζει ο Sabatini, για μια μοτοσυκλέτα που έχει τον κινητήρα ανάποδα: Τα κάρτερ πάνω και οι κύλινδροι με τις κεφαλές από κάτω με χωρητικότητα 2.000cc! Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Nembo κατασκευάζει και εξελίσσει η ίδια τον συγκεκριμένο κινητήρα, και μάλιστα έχει κάνει και "σημαία" της, το  ότι δεν προτίμησε την λύση κάποιου έτοιμου κινητήρα που θα μπορούσε να αγοράσει με μερικές χιλιάδες ευρώ. Γι' αυτό ακριβώς ο Sabatini τονίζει ότι η εταιρεία δεν κάνει απλώς συναρμολόγηση, αλλά είναι ένας πραγματικός κατασκευαστής, με όλη την σημασία της λέξης, κάτι που τους ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες μικρές εταιρείες που δηλώνουν κατασκευαστές και παράγουν μοτοσυκλέτες περιορισμένης παραγωγής.


Το ερώτημα όμως που δημιουργείται, είναι το εξής εύλογο: Γιατί ένας ανεστραμμένος κινητήρας; Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο Daniele Sabatini: "Σχεδίασα την μοτοσυκλέτα το 2009 και το 2010 την κατασκεύασα με τον κινητήρα των 1.814cc. Το "32" διαθέτει τον δικό του ιδιαίτερο κινητήρα για συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με την δυναμική συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας, κι όχι απλώς για εντυπωσιασμό ή να ξεχωρίσει. Στην ουσία, το Nembo 32 γεννήθηκε από την επιθυμία μου να πετύχω όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό συγκέντρωσης των μαζών στο κέντρο, τοποθετώντας τον κινητήρα ανάποδα και χρησιμοποιώντας τα κάρτερ ως πλαίσιο προκειμένου να στηρίξω πάνω τους το μπροστινό και το πίσω υποπλαίσιο, χωρίς να επιβαρύνω το μπλοκ των κυλίνδρων."
Πέρα απ' αυτό, ο Sabatini οδηγήθηκε στην δημιουργία του Nembo 32 κι από την θεωρία του για το ότι όσο περισσότεροι μικροί κατασκευαστές μοτοσυκλετών υπάρχουν, τόσο καλύτερα είναι τα αποτελέσματα για την μοτοσυκλέτα γενικότερα και τα οικονομικά μεγέθη που συνδέονται μ' αυτήν την βιομηχανία.

Όπως λέει ο ίδιος, στην σημερινή εποχή βλέπουμε μια ομογενοποίηση μορφών, σχημάτων, αλλά και επιδόσεων. Αυτό θεωρεί ότι είναι κάτι μη υγιές για την μοτοσυκλετιστική ποικιλομορφία, για τους αναβάτες, αλλά και για την ίδια την μοτοβιομηχανία.
Τα ιδιαίτερα δεδομένα που φέρνει το Nembo 32, βασίζονται στα τεχνολογικά οφέλη που προσφέρει η ανεστραμμένη διάταξη του κινητήρα, κάτι που τονίστηκε στην δοκιμή που έγινε από το ιταλικό Motociclismo, ενώ γι' αυτό το λόγο έλαβε την πρόσκληση το 2012 από το BMW Group για συμμετοχή στο “Concorso d’Eleganza Villa d’Este” στο Como της Ιταλίας.
Το σημαντικό θέμα που εγείρεται όμως είναι η τιμή του, καθώς όπως υπολογίζει ο Sabatini, στην περίπτωση που φτάσει το Nembo 32 να παράγεται σε 100-200 μονάδες ετησίως, το κόστος απόκτησης θα έχει την δυνατότητα να "πέσει" στις 50-60.000 ευρώ (!). Αυτή τη στιγμή, η κατασκευή ενός Nembo 32 πλησιάζει το κόστος ενός αγωνιστικού πρωτοτύπου, αφού όλα φτιάχνονται στο χέρι και βάσει της ειδικής παραγγελίας που δίνει ο υποψήφιος ιδιοκτήτης του. Κάτι τέτοιο προφανώς δεν είναι βιώσιμο και γι' αυτό ο Sabatini έχει στραφεί στην συγκέντρωση δημόσιας χρηματοδότησης, το λεγόμενο crowdfunding, μέσα από την δημοφιλή πλατφόρμα της Indiegogo στον παρακάτω σύνδεσμό:
https://www.indiegogo.com/projects/the-nembo-32-no-bike-is-alike


Όπως λέει ο Sabatini, η μορφή του crowdfunding είναι "όλα ή τίποτα", πράγμα που σημαίνει ότι αν δεν συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσό μέσα σε 60 μέρες, όλες οι εισφορές θα επιστραφούν σ' αυτούς που τις έχουν καταβάλλει μέσα σε ένα πενθήμερο.
Ας επιστρέψουμε όμως στην μηχανολογική σκοπιά του ζητήματος, για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί επιλέχθηκε μια τέτοια διάταξη κινητήρα, ξεκινώντας από το κέντρο βάρους. Όπως γνωρίζετε οι περισσότεροι, αν στέκεσαι όρθιος μέσα σε μια βάρκα και επικρατεί ελαφρύς κυματισμός, η βάρκα θα κουνάει περισσότερο απ' ό,τι αν καθίσετε κάτω. Αυτό συμβαίνει διότι όταν καθίσετε το κέντρο βάρους του συστήματος βάρκας-άνθρωπος βρίσκεται χαμηλά και το σχήμα γίνεται πιο σταθερό, καθώς το κέντρο βάρους του σώματος είναι πολύ κοντά με το κέντρο βάρους της βάρκας. Όταν όμως είσαστε όρθιοι, το κέντρο βάρους του σώματος είναι ψηλά, απομακρυνόμενο από το Κ.Β. της βάρκας, δημιουργώντας έτσι μια ροπή στρέψης. Στα αυτοκίνητα είναι επίσης χρήσιμο το χαμηλό Κ.Β., καθώς διαθέτουν μια σταθερή και πρακτικά αμετάβλητη βάση: τους τέσσερις τροχούς. Γι' αυτό το λόγο το σύστημα των μαζών επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τις δυνάμεις που ασκούνται πάνω του και το βάρος που είναι τοποθετημένο χαμηλά το κρατά κολλημένο στο δρόμο.
Στις μοτοσυκλέτες όμως από την άλλη, το σύστημα των μαζών δεν είναι σταθερό και μεταβάλλεται, διατηρώντας την ισορροπία του εξαιτίας μόνο της ταχύτητας. Επιπλέον, υπάρχει και ο αναβάτης ο οποίος μετακινεί το βάρος του διαρκώς, αλλάζοντας ταυτόχρονα και το κέντρο βάρους του συστήματος. Λόγω του υψηλότερου Κ.Β που διαθέτουν οι σπορ και οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες, είναι πιο εύκολο να πλαγιάσουν στις στροφές, έστω κι αν είναι πιο απρόθυμες να επανέλθουν στην όρθια θέση στις γρήγορες εναλλαγές κλίσεων. Οι touring μοτοσυκλέτες αντίστοιχα, με το χαμηλό κέντρο βάρους, είναι πιο εύκολο να επανέλθουν, αλλά απαιτούν πιο πολύ προσπάθεια να πλαγιάσουν. Για να γίνουν οι σπορ μοτοσυκλέτες πιο ευέλικτες και να αλλάζουν πιο εύκολα κλίσεις, οι σχεδιαστές τους δούλεψαν πάνω στην κατανομή των μαζών εμπρός-πίσω, τοποθετώντας τον κινητήρα έτσι ώστε να φορτίζει περισσότερο το μπροστινό μέρος. Ταυτόχρονα, το ψαλίδι γίνεται μακρύτερο, έτσι ώστε να επιτευχθεί το ζητούμενο μεταξόνιο αλλά και για να προσφέρει την απαραίτητη σταθερότητα. Το παράδειγμα των MotoGP είναι ιδανικό για να κατανοήσουμε ότι η επίτευξη της απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στο κέντρο βάρους, την κατανομή των μαζών, τις αναρτώμενες και μη μάζες, τον μοχλό που δημιουργεί το ψαλίδι, το μήκος του ψαλιδιού, τα περιστρεφόμενα και τα σταθερά μηχανικά μέρη του κινητήρα, τους άξονες της μετάδοσης, το offset, το ίχνος και όλα τα υπόλοιπα συν τις αλλαγές στην θέση οδήγησης, είναι εξαιρετικά πολύπλοκο έργο και οι ψυχιατρικές κλινικές είναι γεμάτους από μηχανολόγους που προσπάθησαν να πετύχουν το τέλειο αποτέλεσμα…


Το να ακουμπάς το γόνατο στην άσφαλτο, δεν σημαίνει πάντα ότι στρίβεις γρηγορότερα μια στροφή σε σύγκριση με όταν δεν ακουμπάει η ξύστρα κάτω. Ένα σύστημα αναβάτη/μοτοσυκλέτας με υψηλότερο κέντρο βάρους, με τα ίδια ελαστικά και γωνίες κλίσεις, μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ταχύτητα μέσα στην στροφή. Μεταφέροντας πιο ψηλά το συνολικό κέντρο βάρους, η μοτοσυκλέτα μπορεί να πλαγιάσει λιγότερο, έχοντας την ίδια ταχύτητα κατά την διάρκεια μιας στροφής. Στην ουσία, αν παρατηρήσετε ένα scooter σε στροφή (που συνήθως έχουν χαμηλότερο κέντρο βάρους), θα διαπιστώσετε ότι αν και πλαγιάζουν πολύ, η ταχύτητά τους είναι σχετικά μικρή. Χωρίς να θεωρούμε πανάκεια ότι ένα υψηλότερο κέντρο βάρους προσφέρει πάντα οφέλη στην δυναμική συμπεριφορά μιας μοτοσυκλέτας, είναι καλό να τονίζουμε την σπουδαιότητά του σε ό,τι αφορά την ευελιξία και την ταχύτητα στις αντιδράσεις. Αυτή η πολύ γενική εξήγηση μπορεί να φανεί χρήσιμη στους "μηχανολόγους του πληκτρολογίου", όλους αυτούς δηλαδή που γράφουν και ποστάρουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα forum, υποστηρίζοντας ως ευαγγέλιο ότι όσο πιο χαμηλά βρίσκεται το κέντρο βάρους, τόσο πιο ευκίνητη θα είναι η μοτοσυκλέτα. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο! Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν κι από τα παραπάνω σχετικά με το Κ.Β., η σημασία της κατανομής των μαζών είναι θεμελιώδης. Συγκεντρώνοντας τις μάζες κοντά στο Κ.Β., έχουμε σαν αποτέλεσμα μια πιο ευέλικτη μοτοσυκλέτα, σε σχέση με μια μοτοσυκλέτα που θα έχει το Κ.Β στο ίδιο σημείο, αλλά τις μάζες "διασκορπισμένες" εδώ κι εκεί.


Όπως αναφέρει ο Sabatini, η σχεδίαση του Nembo 32 έγινε έχοντας συγκεκριμένους στόχους στο μυαλό του: Ήθελε να δημιουργήσει έναν μικρό σε διαστάσεις κινητήρα (ίσως τον μικρότερο με χωρητικότητα δύο λίτρων), να συγκεντρώσει τις μάζες όσο το δυνατόν περισσότερο με την βοήθεια της ιδιαίτερης διάταξης του κινητήρα και να εκμεταλλευθεί το υψηλότερο και ρυθμιζόμενο κατά βούληση κέντρο βάρους, αλλάζοντας απλά την θέση των σημείων στήριξης στα κάρτερ. Ήθελε επίσης να εκμεταλλευτεί την δυνατότητα τοποθέτησης μακρύτερου ψαλιδιού (680-700mm φτιαγμένο από ανθρακόνημα), με αποτέλεσμα μια ελαφριά και μικρή σε διαστάσεις δίλιτρη μοτοσυκλέτα με αντίστοιχα μεγέθη ενός χιλιαριού (160Kg στεγνή και 1.450mm μεταξόνιο).
Ένας ακόμη στόχος ήταν η εκμετάλλευση της μεγάλου κυβισμού για την παραγωγή ροπής από χαμηλά, ούτως ώστε να απολαμβάνει ο αναβάτης μια εξιταριστική επιτάχυνση στο παραμικρό άνοιγμα του γκαζιού, χωρίς την χρήση υπερσυμπιεστή ή τούρμπο, ενώ παράλληλα η συγκεκριμένη σχεδίαση κρατά μακριά από τα πόδια του αναβάτη τα πιο ζεστά μέρη του κινητήρα. Ταυτόχρονα, έχοντας μια τέτοια διάταξη βοηθά την εισαγωγή πιο πυκνού αέρα στις εισαγωγές, την ώρα που οι εξαγωγές διατηρούν υψηλή θερμοκρασία συμβάλλοντας στην ταχεία απομάκρυνση των καυσαερίων.


Όλες αυτές, λοιπόν, οι επιδιώξεις και οι στόχοι, μπόρεσαν να επιτευχθούν με τον ανεστραμμένο κινητήρα. Στην πράξη, όπως λέει ο ίδιος ο Sabatini μετά την δοκιμή της μοτοσυκλέτας του από τους Ιταλούς συναδέλφους, ήταν εξαιρετικά θετικό το γεγονός πως γινόντουσαν άμεσα αντιληπτές οι αλλαγές στην συμπεριφορά, από τις αντίστοιχες αλλαγές στα σημεία έδρασης του κινητήρα και στις ρυθμίσεις των αναρτήσεων. Το αντίθετο, για να λέμε την αλήθεια, το να γίνονται ένα σωρό αλλαγές και διαφορετικοί συνδυασμοί χωρίς καμία διαφορά στο αποτέλεσμα, δεν είναι και ό,τι καλύτερο για την αποτελεσματικότητα της σχεδίασης μιας μοτοσυκλέτας.


Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, στην λίστα των πλεονεκτημάτων του Nembo 32, ο Sabatini αφήνει την ελευθερία που του προσφέρει ο κινητήρας να τον χρησιμοποιήσει ως "πλατφόρμα" για να βιδώσει και να στηρίξει στα κάρτερ οποιοδήποτε μηχανολογικό ή περιφερειακό εξάρτημα θελήσει, θεωρώντας ουσιαστικά την μοτοσυκλέτα ως μια λευκή κόλλα χαρτί που πάνω της έχουν γραφτεί πολύ λίγα πράγματα, ενώ στο μυαλό του σχεδιαστή της υπάρχουν ήδη όλα τα υπόλοιπα που θα την γεμίσουν…
Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε συμπυκνωμένη την πορεία της κατασκευής της και πλάνα από τις δοκιμές της σε πίστα:

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.