Υamaha R9 2025: Tρικύλινδρη, ροπάτη, και εξοπλισμένη - Για πίστα αλλά και δρόμο [VIDEO]

Πλήρης παρουσίαση, φωτογραφίες και βίντεο - 117, 33 hp και 9,5 κιλά ροπής για 195 γεμάτα κιλά
Yamaha YZF-R9 2025
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

9/10/2024

Η Yamaha παρουσίασε επιτέλους το πολυαναμενόμενο τρικύλινδρο νέο sport μοντέλο της YZF-R9, το δεύτερο sport μοντέλο νέας γενιάς μετά το δικύλινδρο YZF-R7, προσφέροντας ισχυρότερη απόδοση και πιο πλούσιο εξοπλισμό σε σχέση με το μικρότερο αδελφάκι του, ενώ όπως κι εκείνο έχει τη δυνατότητα να βγάζει αριθμό κυκλοφορίας και να οδηγείται νόμιμα και σε δημόσιους δρόμους -αντίθετα με το R6.

Σημειώστε πως ενώ οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο και για μια δεύτερη έκδοση του R9, με κορυφαίο εξοπλισμό, για την ώρα αυτό δεν επιβεβαιώνεται, και μένει να δούμε αν θα παραμείνουμε στη μία έκδοση, ή αν θα παρουσιαστεί κάποια SP έκδοση αργότερα. 

Ενώ οι R1 GYTR και R1 RACE με τις απόλυτες επιδόσεις στην πίστα παραμένουν τα κορυφαία Superbike μοντέλα της Iwata, η Yamaha παραμένει προσηλωμένη στο μέλλον της αγοράς Supersport για χρήση στο δρόμο. Ο εμπορικός αντίκτυπος από την κυκλοφορία της R7, καθιστά σαφές ότι υπάρχει χώρος για Supersport μοντέλα που μπορούν να οδηγηθούν στο δημόσιο οδικό δίκτυο, μπορώντας να εκπληρώσουν περισσότερους από έναν ρόλους.

Η κυκλοφορία της R9 ολοκληρώνει την κατηγορία Supersport, η οποία εξελίσσεται από το μοντέλο εισόδου R125 μέχρι την R3 της κατηγορίας A2 (μοτοσυκλέτα που μόλις ανανεώθηκε για το 2025), την μεσαίου κυβισμού R7 και τώρα την R9 που μπορεί και αυτή να οδηγηθεί στο δρόμο, ενώ οι R1 GYTR, R1 RACE, R6 GYTR και R6 RACE διατηρούν τη θέση τους στη σύνθεση με τις υψηλού, αγωνιστικού επιπέδου επιδόσεις τους -και την αποκλειστική οδήγησή τους σε πίστα.

Παρόλο που αυτή η νέα γενιά Supersport σηματοδοτεί την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, η Yamaha υποστηρίζει πως η ιστορία παραμένει ίδια με την ταυτότητα της σειράς Supersport να προέρχεται από το αγωνιστικό DNA της Yamaha. Από την σχεδίαση μέχρι την τεχνολογία αιχμής που έχει αναπτυχθεί για αγώνες.

Η R9 παίρνει αυτήν την δοκιμασμένη τεχνολογία αιχμής και την σχεδίαση που εμπνέεται από τους αγώνες, συνδυάζοντάς την με τη γνωστή και δοκιμασμένη τρικύλινδρη πλατφόρμα κινητήρα CP3 που έφερε την επανάσταση στην Yamaha την τελευταία δεκαετία -βλ. MT-09, XSR900. Ο εκρηκτικός αυτός κινητήρας, σε συνδυασμό με πλαίσιο, αναρτήσεις και φρένα που στοχεύουν σε κορυφαία σπορ οδική συμπεριφορά, οδήγησαν στη δημιουργία του νέου sport μοντέλου των Ιαπώνων, το οποίο προσφέρει τη δυνατότητα να σας συντροφεύει καθημερινά στον δρόμο, έχοντας παράλληλα εξαιρετικές επιδόσεις στην πίστα.

Yamaha YZF-R9 2025

Η σπορ εμφάνιση της R9 αναδεικνύεται τόσο από το αιχμηρό φαίρινγκ, όσο και από τα ενσωματωμένα αεροδυναμικά φτερά στα πλάγια.

Ο αεραγωγός της σειράς R σε σχήμα "M" και ο διπλός προβολέας παραμένουν, αλλά κάθε ένα από αυτά τα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά έχει διαφοροποιηθεί και τονιστεί ελαφρώς για να συμβάλει στο επιθετικό στυλ της νέας YZF-R γενιάς. Ένας προβολέας με στρογγυλό σώμα στον αεραγωγό σχήματος M φροντίζει για φωτισμό και εμφάνιση, στα πρότυπα και του R7. 

Η R9 είναι εφοδιασμένη με τον γνωστό από το MT-09 κινητήρα 890 κ.εκ. CP3 της Yamaha, ο οποίος είναι υγρόψυκτος, 3κύλινδρος με 2ΕΕΚ, 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο και ψεκασμό. Η διάμετρος και η διαδρομή των 78 χιλ. x 62 χιλ. και η σχέση συμπίεσης 11,5:1 παρέχουν μπόλικη ροπή και άφθονη ισχύ, οι οποίες σε συνδυασμό με τον έλεγχο ακριβείας που προσφέρει το Yamaha Chip Controlled Throttle (YCC-T), εξασφαλίζουν βέλτιστη απόδοση τόσο στην πίστα όσο και στο δρόμο. Ο τελικός λόγος μετάδοσης, ο χρονισμός ανάφλεξης και η χαρτογράφηση του καυσίμου έχουν βελτιστοποιηθεί για επιδόσεις Supersport τόσο στην πίστα όσο και στο δρόμο. Οι μέγιστες τιμές απόδοσης ανακοινώνονται στους 117,33 hp / 10.000 rpm και στα 9,5 kgm / 7.000 rpm.

Ο τρικύλινδρος βρυχηθμός έχει γίνει σήμα κατατεθέν της CP3 με την πάροδο των χρόνων και οι μηχανικοί της Yamaha έχουν δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη βελτίωση του ήχου του κινητήρα που προκαλεί έντονα συναισθήματα.

Το πλαίσιο από χυτό αλουμίνιο τύπου Deltabox έχει αναπτυχθεί ειδικά για την R9 και η ακαμψία του έχει προσαρμοστεί για σπορ απόδοση, τόσο σε υψηλές όσο και σε χαμηλές ταχύτητες.

Σε σύγκριση με τα άλλα μοντέλα CP3 της Yamaha, η ακαμψία του βασικού πλαισίου της R9 είναι υψηλότερη και στις τρεις κατευθύνσεις: στρεπτική, διαμήκης και πλευρική. Εφαρμόζοντας συγκεκριμένα πάχη και σχήματα, καθώς και μηχανικά επεξεργασμένες οπές, οι μηχανικοί της Yamaha είχαν ως στόχο να εξισορροπήσουν την ακαμψία και την ελαστικότητα, παρέχοντας στον αναβάτη υψηλά επίπεδα ανατροφοδότησης, αλλά και άνεση στην οδήγηση.

Το βάρος του πλαισίου είναι 9,7 κιλά, γεγονός που το καθιστά, το ελαφρύτερο πλαίσιο που έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μοντέλο Supersport της Yamaha. Με αυτό το ελαφρύ πλαίσιο, το συνολικό βάρος της R9 είναι μόλις 195 κιλά (με υγρά) με αποτέλεσμα τη βέλτιστη αναλογία ισχύος/βάρους. Το πλαίσιο, σε συνδυασμό με το υποπλαίσιο, έχουν επιπλέον σχεδιαστεί για να συμβάλλουν στο στενό προφίλ και την ευελιξία της R9.

Δεδομένου του μεγέθους σε σχέση με τις επιδόσεις της, η R6 ήταν εδώ και πολύ καιρό το πιο αεροδυναμικό μοντέλο της Yamaha και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τους μηχανικούς της Yamaha, στη βελτίωση της αεροδυναμικής απόδοσης της R9.

Μέσω εκτεταμένων δοκιμών σε αεροδυναμική σήραγγα, οι μηχανικοί κατάφεραν να διαμορφώσουν την R9 ώστε να έχει μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση (μεγιστοποιώντας έτσι την τελική ταχύτητα και την επιτάχυνση) από την R6, παρά το ότι η R9 έχει μεγαλύτερο κυβισμό, ψυγείο και μετωπική επιφάνεια.

Αυτή η αποδοτικότητα έχει επιτευχθεί μέσω της σχεδίασης του μπροστινού τμήματος του φρινγκ, ενώ τα νέα αεροδυναμικά φτερά που έχουν προσαρμοστεί ακριβώς κάτω από τα φώτα, μειώνουν την ανύψωση του μπροστινού τροχού και βελτιώνουν την επαφή με το οδόστρωμα. Κανονικά η προσθήκη φτερών προσθέτει αντίσταση, αλλά μέσω επαναλαμβανόμενων δοκιμών, οι αρνητικές επιπτώσεις των φτερών εξαλείφθηκαν και η τελική σχεδίαση ελαχιστοποίησε τον βαθμό της οπισθέλκουσας, προσφέροντας παράλληλα στον αναβάτη εξαιρετική αίσθηση από το μπροστινό σύστημα.

Τα φτερά μειώνουν την ανύψωση του μπροστινού τροχού κατά 6-7% στην ευθεία και όταν συνδυάζονται με το σπόιλερ που έχει τοποθετηθεί κάτω από τον αγωγό σχήματος M, αυτό το φαινόμενο αυξάνεται κατά περίπου 10% στις στροφές.

Το πιρούνι και το πίσω αμορτισέρ είναι και τα δύο νέας σχεδίασης εξαρτήματα ανάρτησης της KYB, τα οποία έχουν ρυθμιστεί ειδικά για τη μοτοσυκλέτα και αναπτύχθηκαν παράλληλα με τις R1 GYTR και R1 RACE του 2025.

Το νέο ανεστραμμένο πιρούνι KYB 43 χιλ. έχει επανασχεδιαστεί πλήρως και πλέον διαθέτει ξεχωριστούς ρυθμιστές στο αριστερό και το δεξί στέλεχος για την απόσβεση επαναφοράς και τη συμπίεση ελατηρίου. Η κάθε ρύθμιση μπορεί να γίνει ξεχωριστά, από το δεξί στέλεχος για την απόσβεση επαναφοράς και από το αριστερό για τη συμπίεση ελατηρίου, τόσο σε υψηλή όσο και σε χαμηλή ταχύτητα.

Κάθε καλάμι διαθέτει πλέον μια βαλβίδα βάσης, η οποία έχει σχεδιαστεί για να βελτιστοποιεί την πίεση στον κύλινδρο, περιορίζοντας ή αποτρέποντας πλήρως τη ροή λαδιού στο κάτω μέρος του πιρουνιού. Αυτή η νέα διάταξη έχει ως αποτέλεσμα βελτιωμένη απόκριση της απόσβεσης, καλύτερη αίσθηση στην επαφή με το δρόμο και μεγαλύτερη σταθερότητα σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Η επίστρωση Kashima δίνει πιο σκούρα απόχρωση στο χρυσό/μπρονζέ χρώμα, τονίζοντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας.

Το πίσω αμορτισέρ είναι ρυθμιζόμενο ως προς την προφόρτιση, την απόσβεση επαναφοράς και την απόσβεση συμπίεσης. Η νέα διάταξη συμβάλλει στην απόσβεση με μεγαλύτερη ακρίβεια και παρέχει καλύτερη ανατροφοδότηση από το έδαφος, στην πίστα και το δρόμο.

Στα φρένα μπροστά η R9 διαθέτει τετραπίστονες monoblock δαγκανές Brembo Stylema, ελαφριές, άκαμπτες και σχεδιασμένες για να παρέχουν καλύτερο έλεγχο και ευστάθεια. Τα σωληνάκια των φρένων είναι μεταλλικά, ενώ οι δίσκοι μπροστά έχουν μεγάλη διάμετρο 320 mm.

Η ακτινική τρόμπα φρένου ανεβάζει την ισχύ πέδησης της R9 στο επόμενο επίπεδο, διαθέτοντας έμβολο που κινείται σε παράλληλη κατεύθυνση με τη διαδρομή του φρένου, ασκώντας πίεση γραμμικά καθώς ο αναβάτης πιέζει τη μανέτα, γεγονός που εξασφαλίζει πολύ καλή αίσθηση και εξαιρετικό έλεγχο.

Οι ελαφριές δαγκάνες Stylema προσφέρουν εξαιρετική ισχύ πέδησης μέσω τεσσάρων εμβόλων 30 χιλ. και έχουν σχεδιαστεί για βελτιστοποιημένη ροή του αέρα, η οποία εξασφαλίζει αποτελεσματική ψύξη και μείωση των απωλειών σε περιβάλλον πίστας.

Η θέση οδήγησης έχει σπορ προσανατολισμό και περιλαμβάνει clip-on τιμόνι. Αλλά, για να καλυφθούν τα διαφορετικά επίπεδα των αναβατών που οδηγούν σε track-days και η δυναμική οδήγηση στο δρόμο, τα σημεία επαφής του σώματος με τη μοτοσυκλέτας έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που να επιτρέπει σε αναβάτες κάθε αναστήματος, να μετατοπίζουν ελεύθερα το σώμα τους πάνω στη μοτοσυκλέτα.

Η απόσταση από το τιμόνι μέχρι τους γοφούς του αναβάτη έχει βελτιστοποιηθεί για να αποφευχθεί η υπερβολική κλίση προς τα εμπρός και το ύψος της σέλας στα 830 χιλ. προσφέρει άνετη πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα αναβατών. Τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί με τρόπο που παρέχει περισσότερο χώρο για τα πόδια και αποτρέπει τις κράμπες.

Τα κλιπόν είναι τοποθετημένα κάτω από την τριπλή βάση, προσφέροντας την αίσθηση που αναμένεται από μια μοτοσυκλέτα Supersport, χωρίς όμως υπερβολικά επιθετική κλίση προς τα εμπρός. Η τοποθέτηση είναι πιο σπορ από του clip-on τιμονιού της R7, αλλά πιο ξεκούραστη από του αντίστοιχου της R6 RACE, γεγονός που εξασφαλίζει καλύτερο χειρισμό σε κάθε περιβάλλον οδήγησης.

Το ρεζερβουάρ των 14 λίτρων καυσίμου παρέχει πολύ καλή αυτονομία στο δρόμο και έχει περιορισμένο πλάτος που εξασφαλίζει βέλτιστη σύνδεση του αναβάτη με τη μοτοσυκλέτα. Το σχήμα του ρεζερβουάρ είναι σχεδιασμένο για να παρέχει καλό κράτημα για τους μηρούς και τους βραχίονες του αναβάτη στις στροφές, για καλύτερη σύνδεση με τη μοτοσυκλέτα.

Η R9 είναι εφοδιασμένη με ελαστικά πρώτης τοποθέτησης Battlax Hypersport RS11 της Bridgestone.

Οι διακόπτες της R9 είναι είναι εργονομικοί, ενώ η R9 διαθέτει σύστημα Cruise-Control που λειτουργεί από τα 40 χλμ/ώρα και πάνω και ρυθμιζόμενο όριο ταχύτητας, αν δεν θέλετε να υπερβείτε κάποια ταχύτητα.

Στα ηλεκτρονικά βοηθήματα του R9 βρίσκουμε μονάδα μέτρησης αδρανειακών δυνάμεων IMU 6 αξόνων που βελτιστοποιεί τη λειτουργία των Traction Control, ABS, Riding Modes, κ.α.

Τα τρία ενσωματωμένα προγράμματα οδήγησης “Sport”, “Street” και “Rain” διαθέτουν εργοστασιακές ρυθμίσεις με διαφορετικά επίπεδα παρέμβασης, για να ταιριάζουν σε διαφορετικές συνθήκες οδήγησης. Συμπληρώνονται από την επιλογή ρύθμισης δύο προγραμμάτων “Custom” και από τέσσερα προγράμματα Track. Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία συγκεκριμένων ρυθμίσεων YRC που ταιριάζουν σε συγκεκριμένες συνθήκες ή καταστάσεις, με αλλαγή του επιπέδου ηλεκτρονικής υποστήριξης σε συστήματα όπως είναι η παροχή ισχύος (PWR), ο έλεγχος πρόσφυσης (TCS), ο έλεγχος ολίσθησης (SCS), ο έλεγχος πέδησης (BC), ο έλεγχος ολίσθησης του πίσω τροχού (BSR), η διαχείριση φρεναρίσματος του κινητήρα (EBM) και ο έλεγχος ανύψωσης του μπροστινού τροχού (LIF). Οι ρυθμίσεις μπορούν να γίνουν απευθείας από το μενού ρυθμίσεων YRC στην οθόνη της R9 ή μέσω της εφαρμογής MyRide της Yamaha για smartphone.

Για βέλτιστες εκκινήσεις σε αγώνες, η R9 διαθέτει σύστημα εκκίνησης launch control, το οποίο υποστηρίζει τους αναβάτες κατά την εκκίνηση και κατά την επιτάχυνση από στάση, ενώ για την οδήγηση σε πίστα, υπάρχει η επιλογή απενεργοποίησης του ABS στον πίσω τροχό.

Το σύστημα Quick Shift (QSS) τρίτης γενιάς της Yamaha επιτρέπει ανεβάσματα και κατεβάσματα ταχυτήτων χωρίς συμπλέκτη, με τη Ρύθμιση 1 να τις ενεργοποιεί κατά την επιτάχυνση (για ανεβάσματα) και κατά την επιβράδυνση (για κατεβάσματα). Η ρύθμιση 2 επιτρέπει κατεβάσματα κατά την επιτάχυνση και ανεβάσματα κατά την επιβράδυνση, παρέχοντας καλύτερη λειτουργία σε ένα ευρύτερο φάσμα σεναρίων.

Στα όργανα, η έγχρωμη οθόνη TFT 5" της R9 μπορεί να προσαρμοστεί μεταξύ τεσσάρων επιλέξιμων θεμάτων, ενώ το πρόγραμμα track εμφανίζει πληροφορίες που αφορούν μόνο την οδήγηση σε πίστα. Συμπεριλαμβάνεται το χρονόμετρο γύρων.

Η οθόνη της R9 διαθέτει και συνδεσιμότητα με χρήση της εφαρμογής MyRide της Yamaha. Η εφαρμογή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τροποποίηση των ρυθμίσεων YRC και επιτρέπει τη δημιουργία νέων προγραμμάτων YRC ακόμα και όταν είστε μακριά από τη μοτοσυκλέτα. Έως και 40 διαφορετικές παραλλαγές των προγραμμάτων μπορούν να αποθηκευτούν στην εφαρμογή για να ταιριάζουν σε συγκεκριμένες συνθήκες του δρόμου ή της πίστας και στη συνέχεια, να μεταφερθούν στη μοτοσυκλέτα όταν βρίσκεται εντός εμβέλειας.

Το ενσωματωμένο πλήρες σύστημα πλοήγησης διατίθεται επίσης μέσω της εφαρμογής Garmin StreetCross. Οι χρήστες μπορούν επίσης, να εμφανίζουν διάφορες πληροφορίες και εικόνες στην οθόνη. Συμπεριλαμβάνονται τηλεφωνικές κλήσεις, γραπτά μηνύματα και ενημερώσεις για τον καιρό.

Η R9 έρχεται και με τηλεμετρία, με την εφαρμογή Y-Trac να απογειώνει την Supersport εμπειρία, επιτρέποντας στους αναβάτες να βελτιώνουν την οδήγηση στην πίστα και την απόδοσή τους μέσω εργαλείων που συνήθως διατίθενται μόνο σε επαγγελματίες αγωνιζόμενους. Προερχόμενη από αγώνες, η εφαρμογή Y-Trac προσφέρει τη δυνατότητα καταγραφής και ανάλυσης δεδομένων οδήγησης με τεχνολογία επαγγελματικού επιπέδου για αναβάτες κάθε επιπέδου, από αρχάριους έως και επαγγελματίες.

Με την εφαρμογή Y-Trac, μπορούν να καταγραφούν οι χρόνοι γύρων και ενδιάμεσων τομέων, καθώς και δεδομένα της μοτοσυκλέτας, όπως η γωνία κλίσης, οι στροφές του κινητήρα, η επιλεγμένη σχέση στο κιβώτιο, η ταχύτητα, η θέση του γκαζιού και το επίπεδο παρέμβασης των ηλεκτρονικών συστημάτων, όπως ο έλεγχος πρόσφυσης.

Η εισαγωγή δεδομένων τοποθεσίας GPS μπορεί να γίνει μέσω smartphone, αλλά εάν ο αναβάτης θέλει να χρησιμοποιήσει τη μονάδα GPS της μοτοσυκλέτας, το Y-TRAC μπορεί να συνδεθεί με το Garmin GLO2. Η εφαρμογή Y-Trac προσφέρει επίσης την επιλογή ενός "Εικονικού Pitboard", όπου τα μέλη της ομάδας του αναβάτη μπορούν να στείλουν μηνύματα στην οθόνη του ενώ βρίσκεται στην πίστα.

Οι ιδιοκτήτες R9 μπορούν να εγγραφούν για μια δωρεάν δοκιμαστική έκδοση της εφαρμογής ή να αποκτήσουν την premium συνδρομή.

Κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά

  • Υγρόψυκτος, 4-χρονος. 3-κύλινδρος κινητήρας CP3 890 κ.εκ. με 2ΕΕΚ
  • Ελαφρύτερο πλαίσιο αλουμινίου Deltabox σε μοντέλο Supersport της Yamaha
  • Μπροστινός κύριος κύλινδρος Brembo και δαγκανές Stylema σε συνδυασμό με δισκόφρενα 320 mm
  • Επιθετική αεροδυναμική σχεδίαση με φτερά κάθετης δύναμης
  • Νέας γενιάς, πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι 43 χιλ. της KYB
  • Μονάδα IMU 6 αξόνων, προερχόμενη από την R1
  • Ευαίσθητα ως προς τις κλίσεις βοηθήματα που περιλαμβάνουν έλεγχο πρόσφυσης (TCS), έλεγχο ολίσθησης (SCS) και έλεγχο πέδησης (BC)
  • Λειτουργίες ισχύος (PWR), σύστημα ελέγχου εκκίνησης (LC), σύστημα ελέγχου ανύψωσης (LIF)
  • Σύστημα γρήγορης αλλαγής ταχυτήτων (QSS) τρίτης γενιάς
  • Διαχείριση φρεναρίσματος κινητήρα (EBM) και έλεγχος ολίσθησης του πίσω τροχού (BSR)
  • Πρόγραμμα απενεργοποίησης του ABS στον πίσω τροχό
  • Σύστημα ελέγχου διαδρομών της Yamaha (YRC) με προσαρμόσιμες ρυθμίσεις
  • Μονάδα CCU που επιτρέπει τη μεταφόρτωση και τη λήψη ρυθμίσεων για τη μοτοσυκλέτα
  • Έγχρωμη οθόνη TFT 5 ιντσών με συνδεσιμότητα
  • Καταγραφή και ανάλυση δεδομένων οδήγησης με το Y-TRAC
  • Σύστημα Cruise Control και περιοριστής ταχύτητας
  • Clip on
  • Ελαστικά Bridgestone Battlax Hypersport RS11
  • Ζάντες από χυτό αλουμίνιο
  • Ρυθμιζόμενες μανέτες
  • Λεβιέ ταχυτήτων από σφυρήλατο αλουμίνιο

Η R9 2025 θα είναι διαθέσιμη στα χρώματα Icon Blue και Tech Black και αναμένεται να βρίσκεται στις εκθέσεις της Yamaha από τον Μάρτιο.

Yamaha YZF-R9 2025
Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες