Η Brammo - www.brammo.com - είναι μια αμερικανική εταιρεία που κατασκευάζει ηλεκτροκίνητες μοτοσυκλέτες έχοντας δυο κύρια μοντέλα σε διάφορες εκδόσεις.
Είναι μάλιστα η πρώτη εταιρεία από την άλλη μεριά του Ατλαντικού που άρχισε, με την συμμετοχή της στην Eicma, να διερευνά την αποδοχή των μοντέλων της από το κοινό της Ευρώπης. Στις ΗΠΑ και κυρίως στην πολιτεία της Καλιφόρνια η εμπορική διάθεση των ηλεκτροκίνητων μοτοσυκλετών έχει ήδη αρχίσει, υποβοηθούμενη όμως από επιδοτήσεις που δίνονται από την πολιτεία για την ανάπτυξη της χρήσης οχημάτων μηδενικής εκπομπής ρύπων. Στο Μιλάνο η Brammo έδειξε τις νεότερες εκδόσεις των μοτοσυκλετών της. H Enertia προορίζεται για καθημερινή μετακίνηση και στην νέα έκδοση Plus του 2011 έχει αυξημένη αυτονομία που φθάνει τα 128 χιλιόμετρα. Η μέγιστη ταχύτητά της φθάνει τα 95 χιλιόμετρα και η φόρτιση των μπαταριών της -ιόντων λιθίου- διαρκεί οκτώ ώρες. Η Enertia ζυγίζει 147 κιλά, παράγεται ήδη και η τιμή της - στις ΗΠΑ- είναι 8.995 δολάρια (περίπου 6.600 ευρώ). Το άλλο μοντέλο, η Empulse, έχει περισσότερο sport χαρακτηριστικά και η τελική της ταχύτητα φθάνει τα 160 χιλιόμετρα. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδόσεις με διαφορετική αυτονομία. Η 6 έχει αυτονομία σχεδόν 100 χιλιόμετρα, η 8 125 και η 10 φθάνει τα 160 χιλιόμετρα, ενώ η παραγωγή της θα αρχίσει στα μέσα του 2011. Όλα τα μοντέλα της Brammo έχουν άμεση μετάδοση από τον ηλεκτροκινητήρα στον πίσω τροχό με αλυσίδα και γρανάζια χωρίς την παρεμβολή κιβωτίου ταχυτήτων ή συμπλέκτη. Η Brammo συνεχίζει την εξέλιξη των μοτοσυκλετών της και μέσω των αγώνων συμμετέχοντας στο πρωτάθλημα TTX GP που καθιερώθηκε από το 2009 με την αγωνιστική της TTR.
Πάει και εδώ το μονόμπρατσο ψαλίδι - κινητήρας & πλαίσιο από Panigale
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/11/2024
Το Streetfighter V4 του 2025 μοιράζεται κοινή βάση με το καινούργιο Panigale V4 και φέρνει ακόμη περισσότερη MotoGP τεχνολογία στον δρόμο αλλά και περισσότερη χρηστικότητα σε σχέση με το ιταλικό superbike.
Το νέο Streetfighter χαρακτηρίζεται από την Ducati ως το πιο όμορφο, το ταχύτερο και το πιο προηγμένο "γυμνό" superbike που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα με κάθε έναν από τους 214 ίππους να σπρώχνει κάτι περισσότερο από 0,88 κιλό στο V4S των 189 κιλών -191 η στάνταρ μοτοσυκλέτα-, χωρίς να είναι γεμάτο το ρεζερβουάρ.
Ο Euro 5+ Desmosedici Stradale V4 κινητήρας, με τον αντίστροφα περιστρεφόμενο στρόφαλο και το δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης για τις βαλβίδες του, έρχεται απευθείας από το Panigale χωρίς αλλαγές στην τροφοδοσία με τους δύο λιγότερους ίππους σε σχέση με αυτό να οφείλονται σε μικρές διαφορές που υπάρχουν στην εισαγωγή.
Η μέγιστη τιμή της ισχύος των 214 ίππων κάνει την εμφάνισή της στις 13.500 σ.α.λ., ενώ η ροπή του κινητήρα των 1.103 κ.εκ. βρίσκεται στα 12,2 κιλά στις 11.250 σ.α.λ. Με την τοποθέτηση της εξάτμισης τιτανίου της Akrapovic, που δεν είναι νόμιμη για χρήση στον δρόμο, η ισχύς εκτοξεύεται στους 226 ίππους και το βάρος μειώνεται κατά 6,6 κιλά, ενώ τα σώματα ψεκασμού φέρουν για πρώτη φορά αυλούς μεταβλητού μήκους που βελτιώνουν και ομαλοποιούν ακόμη περισσότερο την απόδοση σε όλο το φάσμα λειτουργίας. Παράλληλα και σε σχέση με το Panigale η τελική μετάδοση είναι κοντύτερη, ενώ η Ducati κάνει λόγο για χαμηλότερη κατανάλωση αλλά και πιο ήσυχη λειτουργία λόγω των νέων ψυγείων. Οι άνθρωποι της Ducati τοποθέτησαν εναλλάκτη και αντλία λαδιού από το Panigale V4 R, με το κιβώτιο ταχυτήτων να είναι αυτό το οποίο χρησιμοποιείται στο Superleggera V4.
Στη δεύτερη γενιά του, το ιταλικό superbike δανείζει επίσης στο γυμνό αδερφάκι του το πλαίσιο αλλά και το προηγμένο ηλεκτρονικό οπλοστάσιό του και έτσι το Streetfighter V4 δεν έχει πλέον να ζηλέψει κάτι από αυτό, παρά μόνο το... μονόμπρατσο ψαλίδι του προγόνου του.
Το κοστούμι της νέας μοτοσυκλέτας είναι νέο, όπως και ο full LED εμπρός προβολέας, με την ουρά και το ρεζερβουάρ να προέρχονται από το Panigale, ενώ εντύπωση προκαλούν τα ακόμη μεγαλύτερα πτερύγια με τα δύο πάνω να είναι διπλά. Τα νέα πτερύγια προσφέρουν άλλα 17 κιλά κάθετης δύναμης στα 270 χλμ./ώρα σε σχέση με το προηγούμενο 4κύλινδρο Streetfighter με το σύνολο να φτάνει στα 45 κιλά!
Το πλαίσιο και το ψαλίδι προέρχονται επίσης από το Panigale με το πρώτο να είναι λιγότερο στιβαρό σε σχέση με το προηγούμενο κατά 39% αναφορικά με την πλευρική του στιβαρότητα ώστε να προσφέρει περισσότερη πρόσφυση στους τροχούς υπό κλίση και να διατηρεί πιο εύκολα την τροχιά που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Πιο ενδοτικό πλευρικά είναι και το συμβατικό ψαλίδι σε σχέση με το μονόμπρατσο του προηγούμενου για τον ίδιο λόγο.
Οι Ιταλοί έδωσαν προσοχή και στην απομάκρυνση του ζεστού αέρα από το ψυγείο που φέρει πλαστικό πλαίσιο που μοιάζει με καρίνα αλλά και αεροδυναμικά σχεδιασμένα πλαστικά πίσω από αυτό.
Η μοτοσυκλέτα έρχεται με τέσσερα στάνταρ προγράμματα λειτουργίας για τα ηλεκτρονικά της συστήματα και τη διαχείριση του κινητήρα τα Race, Sport, Road και Wet, με τον αναβάτη να πληροφορείται για οτιδήποτε σχετικό από τη νέα οριζόντιας διάταξης ορθογώνια παραλληλόγραμμη οθόνη των 6,9 ιντσών. Η οθόνη μπορεί να παρουσιάζει τις πληροφορίες με δύο διαφορετικούς τρόπους, για χρήση στον δρόμο ή την πίστα ώστε να καλύπτει κάθε φορά τις διαφορετικές ανάγκες.
Το πλήρες ηλεκτρονικό οπλοστάσιο συστημάτων υποβοήθησης του αναβάτη αποτελείται από τα Ducati Traction Control (DTC), Slide Control (DSC), Wheelie Control (DWC), Power Launch (DPL), Quick Shift (DQS) 2.0, Engine Brake Control (EBC) και το Ducati Vehicle Observer (DVO) που αξιοποιεί 70 συνολικά αισθητήρες για να βελτιώσει τη λειτουργιά των συστημάτων ανάλογα με τις συνθήκες και το στιλ οδήγησης.
Αναφορικά με τα φρένα και αυτά προέρχονται από το superbike της εταιρείας με νέες δαγκάνες Hypure της Brembo (αντικαθιστούν τις Stylema) και αναβαθμισμένο σύστημα ABS της Bosch το οποίο διαθέτει τεχνολογία Race eCBS και συνδυάζει ηλεκτρονικά το εμπρός με το πίσω φρένο στον βαθμό που χρειάζεται.
Το πλουσιότερα εξοπλισμένο Streetfighter V4S ξεχωρίζει από το στάνταρ και από τις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις Smart EC3.0 της Ohlins, με ανεστραμμένο ΝΙΧ-30 πιρούνι και TTX 36 αμορτισέρ, όπως και τις σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου.
Στο στάνταρ μοντέλο το πιρούνι είναι το BPF της Showa και το αμορτισέρ προέρχεται από τη Sachs όπως και το σταμπιλιζατέρ του τιμονιού, ενώ εδώ η μπαταρία είναι μολύβδου και όχι ιόντων λιθίου όπως είναι στο S.