Hesketh Heresy 450 - Επίσημα στην EICMA 2022

Μονοκύλινδρο και χειροποίητο
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

4/11/2022

Με τον τίτλο “από το σκοτάδι ξεχύνεται το φως”, η Hesketh Motorcycles ανακοινώνει την επίσημη παρουσία στης στην EICMA 2022 με το νέο μονοκύλινδρο μοντέλο Heresy 450.

Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά της “Αίρεσης” της ιστορικής φίρμας Hesketh αφορούν σε μια γυμνή μονοκύλινδρη street μοτοσυκλέτα 450 κ.εκ., με τον Euro 5 αέρο-ελαιόψυκτο κινητήρα να κατασκευάζεται “εκτός Βρετανίας”, με τους Βρετανούς να μη δίνουν τη χώρα κατασκευής δηλώνοντας πάντως πως αυτή δεν είναι η Κίνα. Αισθητικά η Heresy θυμίζει λίγο ER-6, φέρνει κάπως και σε SV.

“Αυτή είναι η πιο προηγμένη τεχνικά Hesketh στα 40 χρόνια συνεχούς μικρής παραγωγής μοτοσυκλετών”, αναφέρει η νέα διεύθυνση της εταιρείας, που έχει ως βάση το Kingswood στο Surrey της Βρετανίας. Βέβαια, αυτό δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο αν κρίνει κανείς από τα προηγούμενα μοντέλα της εταιρείας.

Το πλαίσιο είναι ατσάλινο χωροδικτύωμα, μπροστά η μοτοσυκλέτα φορά ένα σεβαστών διαστάσεων ανεστραμμένο πιρούνι ενώ πίσω έχουμε μια ιδιαίτερη λύση όσον αφορά στην ανάρτηση, με δυο οριζόντια τοποθετημένα αμορτισέρ. Ιδιαίτερη είναι και η λύση των δυο τελικών των εξατμίσεων που βρίσκονται κάτω από τη σέλα, χωροταξία μάλλον ξεπερασμένη το 2023.

Στα φρένα μπροστά η μοτοσυκλέτα δείχνει over-engineered, με δυο κτηνώδεις ακτινικές δαγκάνες, ενώ πίσω έχουμε έναν ακόμα δίσκο, με την Heresy να έχει και ABS.

Τα όργανα αποτελούνται από ένα στροφόμετρο αναλογικών ενδείξεων και μια ψηφιακή οθόνη, ενώ τα ελάχιστα τμήματα που καλύπτουν τη γύμνια της μοτοσυκλέτας ανάγονται σε μια μικρή μάσκα μπροστά, μια καρίνα, και ένα κάλυμμα για τη σέλα του συνεπιβάτη.

Για την ώρα δεν γνωρίζουμε τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας, ενώ η -τσουχτερή- τιμή της ανακοινώθηκε στις 14.000 βρετανικές λίρες, ήτοι 16.062 ευρώ.

Ιστορικό της Hesketh Motorcycles

Η Hesketh Motorcycles ιδρύθηκε το 1982 από τον Alexander Fermor-Hesketh, Βρετανό Βαρώνο και πολιτικό, συνεργάτη της Margaret Thatcher και του John Major, με το κόμμα των συντηρητικών. Το 2011, ο Λόρδος (τίτλος που αφορά στην υπηρεσία του στη βουλή των Λόρδων) Hesketh προσχώρησε στο κόμμα UK Independence Party, ενώ η προσέγγιση του τόσο στην πολιτική όσο και στις επιχειρήσεις του είχε πάντα πατριωτική / εθνικιστική χροιά -για παράδειγμα, στο μονοθέσιο της F1 του αρνήθηκε να βάλει χορηγούς, έχοντας μόνο τη βρετανική σημαία.

Ο Λόρδος Hesketh ίδρυσε τη Hesketh Racing το 1972, με αγωνιστική εμπλοκή αρχικά στη F3, και από το 1973 έως το 1978 στη F1, όπου γνώρισε κάποιες επιτυχίες με οδηγό τον James Hunt που της χάρισε και τη μοναδική της νίκη σε αγώνα στο Ολλανδικό GP του 1975.

Το 1982 ο Hesketh ίδρυσε την ομώνυμη εταιρεία μοτοσυκλετών, με πρώτη μοτοσυκλέτα την V1000 -η πρώτη βρετανική μοτοσυκλέτα με 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο και 2 εκκεντροφόρους επικεφαλής-, η οποία όμως απεδείχθη λίαν προβληματική, καθώς είχε υψηλό κέντρο βάρους και μέτριο κράτημα, ενώ ήταν αναξιόπιστη με πολλά κατασκευαστικά προβλήματα, με κύριο εξ αυτών την υπερθέρμανση του πίσω κυλίνδρου. Μόλις 139 V1000 κατασκευάστηκαν, πριν η εταιρεία οδηγηθεί σε χρεοκοπία.

Αφού η προσπάθεια για αγορά της εταιρείας από τις Triumph και Cagiva δεν ευδοκίμησε (οι άνθρωποι της Cagiva έπαθαν σοκ όταν ανακάλυψαν πως όλα τα εξαρτήματα των μοτοσυκλετών κατασκευαζόταν από τρίτους), το 1983 ο Hesketh δημιούργησε μια νέα εταιρεία για την κατασκευή μιας βελτιωμένης μοτοσυκλέτας που βασιζόταν στη V1000, με ολόσωμο φαίρινγκ και την ονομασία Vampire. Τα βαμπίρ αποδείχθηκαν εξίσου προβληματικά με τη V1000, με αποτέλεσμα η παραγωγή να σταματήσει στις 40 μοτοσυκλέτες, και η εταιρεία να χρεοκοπήσει για δεύτερη φορά, το 1984.

Το 1994 ο Hesketh βοήθησε στην ίδρυση της British Mediterranean Airways (BMED), με την εταιρεία να εξαγοράζεται το 2007. Κατόπιν, ο Βρετανός ευγενής υπηρέτησε στη θέση του “ανεξάρτητου διευθυντή” της Air Astana, του εθνικού αερομεταφορέα του Καζακστάν.

Μετά και τη δεύτερη χρεοκοπία, την εταιρεία ανέλαβε ο Mick Broom, πρώην μηχανικός εξέλιξης της εταιρείας, που με χρηματοδότη τον Λόρδο Hesketh προσπάθησε να κάνει αξιόπιστη τη V1000 με διάφορες βελτιώσεις, παράγοντας 12 μοτοσυκλέτες τον χρόνο και εξελίσσοντας τα μοντέλα Vulcan και Vortex.

Το 2010 ο Mick Broom πούλησε την εταιρεία, ενώ η νέα διεύθυνση συνέχισε την ετήσια μικρή παραγωγή, και το 2014 παρουσίασε το νέο της μοντέλο με το όνομα Hesketh 24, την πρώτη πραγματικά νέα μοτοσυκλέτα της εταιρείας για 30 χρόνια.

Η Hesketh 24 σχεδιάστηκε και εξελίχθηκε από τον νέο ιδιοκτήτη και αρχιμηχανικό της φίρμας, Paul Sleeman, με ονομασία εμπνευσμένη από τον αριθμό του αγωνιστικού μονοθέσιου του James Hunt στην F1, και κατασκευάστηκε σε μόλις 24 κομμάτια, με αερόψυκτο V2 κινητήρα 1.917 κ.εκ. της αμερικάνικης S&S, τον ίδιο που χρησιμοποιείται και από τα σύγχρονα τρίκυκλα αυτοκίνητα της Morgan.

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.