Honda: Νέο ημί-αυτόματο κιβώτιο για μεγάλες μοτοσυκλέτες
Κι άλλη πατέντα για μοτοσυκλέτα χωρίς μανέτα συμπλέκτη
Από τον
Μπάμπη Μέντη
28/5/2020
Φαίνεται πως δεν αρέσουν οι μανέτες συμπλέκτη στη Honda, καθώς ο αριθμός των εντελώς διαφορετικών αυτόματων και ημί-αυτόματων κιβωτίων που έχει κατασκευάσει στην ιστορία της δεν έχουν τελειωμό. Από το ημι-αυτόματο κιβώτιο των παπιών, το διτάχυτο κιβώτιο Hondamatic των CB της δεκαετίας του ’70, τα CVT με τον ιμάντα, μέχρι το φανταστικό υδραυλικό του DN-01 και φυσικά τα δισύμπλεκτα DCT των τελευταίων μοντέλων της, η Honda έχει επενδύσει πολύ χρόνο και χρήμα για να απαλλάξει τη ζωή μας από τη μανέτα του συμπλέκτη.
Τώρα ήρθε στο φως άλλη μια παντέντα για ένα ημί-αυτόματο κιβώτιο, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα αυτοματοποιημένο συμβατικό σειριακό κιβώτιο ταχυτήτων, σαν εκείνα που είχαν τα αυτόματα Moto Guzzi και το αυτόματο Yamaha FJR 1300A. Με λίγα λόγια, ένας μηχανισμός αναλαμβάνει να συμπλέκει και να αποσυμπλέκει του δίσκους ενός συμβατικού συμπλέκτη τη σωστή στιγμή. Η διαφορά σε αυτή την πατέντα της Honda είναι πως εκμεταλλεύεται της νέες δυνατότητες των ψεκασμών ride by wire και των εξελιγμένων ECU.
Έτσι ενώ στη θεωρία θα κάνει το ίδιο πράγμα που κάνει κάθε αυτοματοποιημένο σειριακό κιβώτιο, στην πράξη περιμένουν η ποιότητα λειτουργίας του να είναι σαφώς καλύτερη, λόγο της ακρίβειας ελέγχου του από τα ηλεκτρονικά νέας τεχνολογίας.
Στα σχέδια της πατέντας εμφανίζεται ένα CB 1100, που είναι ιδανική μοτοσυκλέτα για τέτοιου είδους κιβώτια λόγω του “βολτάτου” χαρακτήρα της. Η ύπαρξη λεβιέ ταχυτήτων υποδηλώνει τη δυνατότητα αλλαγής ταχυτήτων με τη βούληση του αναβάτη (όπως στα quick shifter Up/Down), όμως δεν είναι σαφές αν θα υπάρχει και η επιλογή εντελώς αυτόματων αλλαγών από το σύστημα όπως γίνεται με το DCT. Το ερώτημα βέβαια είναι τι παραπάνω προσφέρει σε σχέση με το DCT. Το κλειδί είναι η λέξη “απλότητα” η οποία στον κόσμο της βιομηχανίας μοτοσυκλετών είναι ταυτόσημη με το μικρότερο βάρος και όγκο, αλλά και το μικρότερο κατασκευαστικό κόστος. Άρα το πεδίο εφαρμογής του είναι μεγαλύτερο και μπορεί να τοποθετηθεί σε περισσότερα μοντέλα.
Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!
Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
16/12/2025
Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.
Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.
Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του.
Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.
Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.
Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.
Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ.
H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.
Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.
Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre.
Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.