Εντελώς καινούριος κινητήρας, καινούριο πλαίσιο και όλες οι διαφορές ανάμεσά σε 250 και 400
Ta ατελείωτα σεντόνια με σχόλια που γράφτηκαν στα social media σχετικά με τα νέα Ninja 250/400 και ούτε λίγο, ούτε πολύ έλεγαν ότι ο κινητήρας τους είναι από KLE 400, που ήταν από GPx250, που ήταν από GPz250, κ.τ.λ. δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Ο κινητήρας των νέων Ninja 250/400 είναι ΕΝΤΕΛΩΣ καινούριος και δεν βασίζεται, ούτε στον 250/300 των Ninja 300, Z 300, Versys-X 300, αλλά ούτε και στον δικύλινδρο εν σειρά των ER-6, Z650, Ninja 650, Versys 650.
Είχαμε αναφέρει από χθες ότι η Διάμετρος Χ Διαδρομή είναι διαφορετική και ότι τουλάχιστον θα έχει διαφορετικό στρόφαλο. Σήμερα έχουμε όλες τις επίσημες πληροφορίες που χρειαζόμαστε, οι οποίες περιγράφουν ξεκάθαρα τον καινούριο κινητήρα.
Ολοκαίνουριο είναι και το πλαίσιο, τα όργανα, τα φώτα και γενικά κάθε πλαστικό και μεταλλικό αντικείμενο πάνω τους. Η αλήθεια είναι ότι η Kawasaki είχε ήδη έκδοση 400 κυβικών για το δικό μας Ninja 650, αλλά ούτε αυτός ο κινητήρας έχει καμία σχέση με τον καινούριο.
Η νέα Ninja 400 μοτοσυκλέτα είναι 43 ολόκληρα κιλά ελαφρύτερη από το Ninja400 που προϋπήρχε και 7 κιλά ελαφρύτερη από τις προηγούμενες Ninja 250/300. Ο νέος κινητήρας έχει μικρότερες εξωτερικές διαστάσεις, έχει σχεδιαστεί για να αποτελεί δομικό στοιχείο του πλαισίου και όχι για να κρεμιέται από αυτό και έχει μονόδρομο συμπλέκτη με υποβοήθηση. Η τροφοδοσία γίνεται με δύο σώματα ψεκασμού των 32mm. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η Διάμετρος Χ Διαδρομή του νέου 400 (70 Χ 51,8) είναι διαφορετική από του νέου 250 (62 Χ 41,2). Αυτό σημαίνει ότι τα παραπάνω κυβικά δεν προήλθαν από μια απλή αύξηση της διαμέτρου των εμβόλων, αλλά από την χρήση διαφορετικού στροφάλου. Το φιλτροκούτι είναι κι αυτό νέο, με χωρητικότητα 5.8 λίτρα - ενώ το προηγούμενο ήταν 4.7 - και φυσικά έχει κι εδώ χρησιμοποιηθεί η νοοτροπία της Kawasaki που επιμένει να σχεδιάζει την εισαγωγή με τρόπο που δημιουργείται αντήχηση του αέρα και ενισχύεται ο ήχος στα αυτιά του αναβάτη. Πρώτη φορά –στην σύγχρονη εποχή- το είχαμε δει στο πρώτο Z1000SX. Εδώ εκτός από την περιστροφή της διαδρομής του αέρα μέσα στο φιλτροκούτι, οι αυλοί εισαγωγής έχουν διαφορετική κλίση βελτιστοποιώντας την ροή του αέρα όσο αυξάνονται οι στροφές του κινητήρα.
Τα σώματα ψεκασμού με αυλούς 32mm ενεργούν σε νέα, εξελιγμένα μπεκ με διάμετρο οπών, μόλις 65μm ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη αεριοποίηση του μίγματος. Όλος ο θάλαμος καύσης είναι σχεδιασμένος από το μηδέν, ενώ οι βαλβίδες έχουν διάμετρο 27.5 και 23.5 χιλιοστά για τις εισαγωγής και εξαγωγής αντίστοιχα. Οι βαλβίδες ελέγχονται από σφυρήλατους εκκεντροφόρους, μία λύση που συνήθως χρησιμοποιείται σε μεγαλύτερες μοτοσυκλέτες και συνολικά αφαιρούν 200 γραμμάρια βάρους. Η συμπίεση ανέβηκε στα 11.5 για το Ninja 400 με τον κύλινδρο να μην έχει χιτώνια, ενώ έχει μειωθεί η αδράνεια από κάθε δυνατό σημείο για να αυξηθεί η ευστροφία, περιλαμβάνοντας και τον αντικραδασμικό άξονα. Το μπλοκ του κινητήρα έχει τοποθετηθεί με ελαφριά κλίση εμπρός, στις 20ο που σημαίνει ότι ανεβάζει σε ύφος το κέντρο του βάρους, αλλά το φέρνει πιο κοντά στο γεωμετρικό κέντρο της μοτοσυκλέτας, καθώς μειώνει το μήκος.
Η δύναμη άσκησης στο λεβιέ του συμπλέκτη, αν την μετρούσες στο προηγούμενο μοντέλο, έχει μειωθεί κατά 20% με την χρήση του νέου συμπλέκτη που είναι μονόδρομος και υποβοηθούμενος.
Το πλαίσιο είναι χωροδικτύωμα με τον κινητήρα ενεργό μέρος του και ευθύνεται σε μεγάλο μέρος για το μικρότερο βάρος και την περισσότερη ακαμψία ταυτόχρονα, που η Kawasaki αποδίδει στα νέα Ninja. Παράλληλα έχει κατοχυρώσει πατέντα για τον τρόπο που διαχειρίζεται τον θερμό αέρα από το ψυγείο, ανακατευθύνοντάς τον χαμηλά στα πόδια του αναβάτη, απομακρύνοντάς τον έτσι από το ρεζερβουάρ και το πλαίσιο, χωρίς όμως να δημιουργείται υποπίεση πίσω από το ψυγείο, επηρεάζοντας την ροή.
Σε ότι αφορά την αρχιτεκτονική του πλαισίου, με λίγη φαντασία μπορείς να πεις ότι ακολουθεί τη φιλοσοφία της Ducati Panigale. Το εμπρός τμήμα του στηρίζεται στην κεφαλή του κινητήρα και το υποπλαίσιο στα κάρτερ του. Βέβαια επειδή εδώ δεν υπάρχει πίσω κύλινδρος, οι γωνίες που σχηματίζονται ανάμεσα στο εμπρός και πίσω τμήμα του πλαισίου είναι πιο έντονες, όμως και τα άλογα είναι πολύ λιγότερα από της Supebike της Ducati. Άλλωστε με το σωληνωτό πλαίσιο του H2R, η Kawasaki μας έχει αποδείξει ότι ξέρει να φτιάχνει ισχυρά και ελαφριά πλαίσια με ατσάλινους σωλήνες.
Για το απαραίτητο ABS έχει χρησιμοποιηθεί μονάδα της Nissin. Δεν είναι η κορυφαία στο είδος της, όμως πλέον έρχεται με νέους αλγόριθμους που σημαίνει πως πρέπει να δοκιμαστεί από την αρχή.
Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο εκδόσεις κυβισμού συνεχίζονται και σε άλλα σημεία. Το πίσω ελαστικό του 400 έχει διάσταση 150/60-17, ενώ του 250 είναι 140/70-17. Η γωνία κάστερ στο 400 είναι 24,7⁰ με ίχνος 94mm, ενώ στο 250 είναι 24,3⁰ με ίχνος 90mm. Με δεδομένο ότι δεν αναφέρονται διαφορές σχετικά με τη γεωμετρία του πλαισίου, υποπτευόμαστε ότι αιτία για την διαφορά στην κάστερ και το ίχνος είναι το διαφορετικό προφίλ του πίσω ελαστικού. Ίσως γι’ αυτό και το ύψος της σέλας του 250 είναι 795mm, ενώ του 400 είναι 785mm.
Τα φώτα εμπρός είναι Full Led και στη μεσαία σκάλα ανάβουν ταυτόχρονα ο δεξής και ο αριστερός προβολέας και όχι μόνο ο ένας από τους δύο. Τα νέα όργανα είναι μία μείξη αναλογικού στροφόμετρου και ψηφιακών ενδείξεων. Περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα, από στιγμιαία κατανάλωση μέχρι ποια σχέση έχεις στο κιβώτιο ταχυτήτων.
Με συνολικό μήκος 1.990mm και μεταξόνιο στα 1.370mm, μεγάλο φαίρινγκ και ρεζερβουάρ 14 λίτρων, τα νέα Ninja δεν δείχνουν μικρές μοτοσυκλέτες ενώ στα νούμερα φανερώνουν ευελιξία. Ανυπομονούμε λοιπόν για την οδηγική δοκιμή του 400, από την στιγμή που αυτό θα έρθει στην Ευρώπη, από τις δύο διαφορετικές εκδόσεις...
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.