Η TGB παρουσιάζει το νέο της ATV, το Blade 600 LT, το οποίο με την σύγχρονη του τεχνολογία απευθύνεται τόσο στον επαγγελματία όσο και στον λάτρη της περιπέτειας.
Ακολουθεί το Δελτίο Τύπου της Mototrend S.A.
Θεριό ανήμερο
Διασκέδαση; Δουλειά; Εξερεύνηση; Βόλτα; Όλα περιλαμβάνονται στο μενού του νέου Blade 600 LT! Σκληροτράχηλο, τετρακίνητο, με ηλεκτρονικό σύστημα διεύθυνσης και κλείδωμα διαφορικών, είναι αυτό που θα γίνει ο αξιόπιστος και ακαταμάχητος σύντροφός σας εντός και εκτός δρόμου!
Εσείς, απλά χαράζετε πορεία και αυτό το μικρό θηρίο θα σας φτάσει εκεί που θέλετε. Και μάλιστα θα το κάνει με νόμιμο τρόπο, καθώς είναι κατασκευασμένο και για κυκλοφορία σε δημόσιους δρόμους, φέροντας την απαραίτητη έγκριση τύπου! Το βασίλειό του βέβαια είναι τα κακοτράχαλα εδάφη και εκεί είναι που δύσκολα θα βρεθεί αντίπαλος στην κατηγορία. Γιατί η TGB έχει τεράστια τεχνογνωσία και εξειδίκευση, με δεκάδες χιλιάδες πωλήσεις στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, εκεί δηλαδή όπου η λέξη ATV είναι συνώνυμο με την καθημερινότητα.
Ένα για όλους
Το Blade 600 LT προσφέρει επιδόσεις και διασκέδαση μαζί με ανεξάντλητη χρηστικότητα σε όσους αρέσκονται στα οχήματα παντός εδάφους. Kατασκευασμένο με γνώμονα την αντοχή στη σκληρή χρήση και με δυνατότητες απεριόριστης κίνησης σε κάθε είδους έδαφος, μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει το μέσο διαφυγής από την καθημερινότητα και να γίνει το απόλυτο εργαλείο του κυνηγού, του αγρότη ή του sportsman που αρνείται να συμβιβαστεί με κάτι κοινότυπο. Με μεταξόνιο 1.450mm και απόσταση από το έδαφος 320mm δύσκολα θα βρεθεί έδαφος που θα το δυσκολέψει.
Τα έχει όλα, πάει παντού
Το νέο ATV της TGB χαρακτηρίζεται από τεχνολογία αιχμής σε όλα τα συστατικά του στοιχεία και με σημεία αναφοράς τον ισχυρό τετράχρονο υγρόψυκτο κινητήρα, το ατσάλινο πλαίσιο, τις θηριώδεις ανεξάρτητες αναρτήσεις της EVO με τα διπλά ψαλίδια, τα τέσσερα δισκόφρενα, τα σχεδιασμένα ειδικά για το μοντέλο ελαστικά της Kenda, τους άπλετους χώρους και τις αντίστοιχου μεγέθους σχάρες μεταφοράς, θα αποτελέσει την ιδανική λύση για μετακίνηση χωρίς φραγμούς σε κάθε είδους έδαφος. Ακόμα και όταν τα πράγματα «ζορίσουν», η δυνατότητα επιλογής αργού ή γρήγορου διαφορικού (Low - High), η αντίστοιχη για μετατροπή της κίνησης από 4×2 σε 4×4, το ηλεκτρικής λειτουργίας υποβοηθούμενο τιμόνι, το ηλεκτρονικό κλείδωμα των δύο διαφορικών, η ύπαρξη όπισθεν και “parking” στο αυτόματο CVT κιβώτιο, o στάνταρ κοτσαδόρος και η υποδοχή για «εργάτη» με δυνατότητα έλξης 1.360Kg, είναι παράγοντες που θα γίνουν αρωγοί στην απρόσκοπτη και απροβλημάτιστη μετακίνηση οδηγού, συνοδηγού και φορτίων. Και όσον αφορά στην αυτονομία, καθόσον δύσκολο να βρεθεί σημείο ανεφοδιασμού εκεί που κινείται το Blade LT, το χωρητικότητας 18 λίτρων δοχείο καυσίμου φροντίζει να προσφέρει την απαραίτητη σιγουριά στις μεγάλες διαδρομές.
Σύγχρονο μηχανικό σύνολο
Ο κινητήρας του Blade LT είναι ένας υψηλής απόδοσης υγρόψυκτος μονοκύλινδρος χωρητικότητας 561cc, εξαιρετικά ελαφρύς και με ιδιαίτερα συμπαγείς διαστάσεις. Διαθέτει ψυγείο λαδιού, 4βάλβιδη κεφαλή και 1 ΕΕΚ, κάτι που εξυπηρετεί το “στροφάρισμα” από χαμηλά, άρα και τις επιδόσεις. Τροφοδοτείται μέσω ηλεκτρονικά ελεγχόμενου ψεκασμού και η απόδοσή του ξεπερνά τους 38 ίππους και τα 44,6Nm ροπής! Κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο τρόπος που βγάζει τη δύναμή του, χωρίς ξεσπάσματα και δισταγμούς, έτσι ώστε να βοηθά τον αναβάτη στα απαιτητικά εδάφη που επιζητούν την απόλυτη πρόσφυση (λάσπη, πέτρες, κροκάλα, ανηφόρες κλπ).
Ακόμα πιο όμορφο, ακόμα πιο άνετο
H σχεδίαση του νέου Blade LT προσδίδει στο σύνολο μια σύγχρονη εμφάνιση, όπου κυριαρχούν οι τύπου Matrix προβολείς LED μπροστά. Ικανοί να κάνουν τη νύχτα μέρα, διαθέτουν επιπρόσθετα και φώτα ημέρας DRL. Full LED όμως είναι και όλα τα υπόλοιπα φωτιστικά σώματα, ενώ μια πρίζα παροχής ρεύματος 12V θα φροντίσει να κρατά τις ηλεκτρονικές συσκευές των επιβατών φορτισμένες. Ο προφυλακτήρας μπροστά, οι χούφτες στο τιμόνι και όλα τα φτερά του οχήματος, πέραν του ότι προσδίδουν επιβλητική εμφάνιση, βρίσκονται εκεί για να προσφέρουν κορυφαία προστασία. Κατασκευασμένα από συνθετικά υλικά κορυφαίων προδιαγραφών, εγγυώνται αυτό που κυρίως επιζητεί ο κάτοχος ενός σύγχρονου ATV: - Αντοχή σε βάθος χρόνου.
Παράλληλα, το νέο Blade LT έχει δεχθεί ένα αισθητά μακρύτερο πλαίσιο από τον προκάτοχό του 600 SLX, προσφέροντας πολύ μεγαλύτερο χώρο για δύο επιβάτες και αποσκευές/φορτία, ταυτόχρονα και μια πλέον αρχοντική σέλα δύο επιπέδων. Ειδικά για τον συνεπιβάτη, η εργονομία χτυπάει κόκκινο με τις μεγάλες χειριλαβές και την ειδική πλάτη στήριξης. Ο οδηγός, από την πλευρά του, απολαμβάνει μια θέση οδήγησης που του προσφέρει πολύωρη ξεκούραστη οδήγηση και απόλυτο έλεγχο λειτουργιών κάτω από κάθε συνθήκη, όσο αντίξοη κι αν είναι.
Στα δείχνει όλα
Για την πλήρη πληροφόρηση του οδηγού το Blade LT διαθέτει πίνακα οργάνων ο οποίος παρέχει ψηφιακές ενδείξεις για ταχύμετρο, στροφόμετρο, οδόμετρο, μερικό χιλιομετρητή, ώρες λειτουργίας, στάθμη καυσίμου, θερμοκρασία ψυκτικού, ρολόϊ και λειτουργία EPS. Παράλληλα, μέσω λυχνιών, ενημερώνει για λειτουργία 4x4, επιλεγμένη μετάδοση, υπερθέρμανση κινητήρα, στάθμη λιπαντικού, φώτα και φλας.
Τιμή αγοράς
Η τιμή του νέου Blade 600 LT EPS 4X4 καθορίστηκε στα 10.890€, με την απόκτησή του να μπορεί να γίνει με 12 έως και 72 δόσεις μέσω έντοκης τραπεζικής χρηματοδότησης. Για περισσότερες πληροφορίες και υπολογισμό δόσεων μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του μοντέλου
TGB – Who is Who
Η TGB (“Taiwan Golden Bee”) ιδρύθηκε το 1965 ως “Taiwan Vespa Co Ltd” με άδεια από την Ιταλική Piaggio να κατασκευάζει τα Scooter της Vespa για την αγορά της Taiwan. Το 1978 η εταιρεία μετονομάστηκε σε TGB Co Ltd και άμεσα ξεκίνησε την παραγωγή των δικών της οχημάτων. Ως εξειδικευμένος κατασκευαστής υψηλής ποιότητας συστημάτων CVT, η TGB, εκτός του να κατασκευάζει τα δικά της οχήματα, είναι και ο κύριος προμηθευτής τέτοιων συστημάτων και άλλων κατασκευαστών, όπως Piaggio, Rotax, Can-Am, Peugeot, Polaris κ.α.
Η TGB έχει εξελιχθεί παγκοσμίως σε έναν από τους κορυφαίους κατασκευαστές quad/ATV, με παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά για περισσότερα από 30 χρόνια. Ακολουθώντας τη φιλοσοφία της εταιρείας «Play Different», τα οχήματα της TGB ενσωματώνουν πρωτοποριακές τεχνολογίες και σχεδιαστικά χαρακτηριστικά. Όπως για παράδειγμα το τιμόνι με την ηλεκτρική υποβοήθηση (ΕPS), που το έφερε στο προσκήνιο από το 2014 σε μια προσπάθεια να κάνει τον χειρισμό του οχήματος πολύ πιο εύκολο και ασφαλή.
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.