BMW M RR 2020: Παρουσίαση και τεχνική ανάλυση της ισχυρότερης BMW με πινακίδα!

Νέα έκδοση βασισμένη στην S 1000 RR
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/9/2020

Όταν πήγαμε στις Σέρρες για να οδηγήσουμε το νέο BMW S1000RR, και να το συγκρίνουμε με το Yamaha YZF R1-M σε μία από τις πιο άρτιες δοκιμές που έχουν γίνει για αυτή την μοτοσυκλέτα, επισημάναμε πως κάποια σημεία της μοτοσυκλέτας, όπως τα πλαστικά, δεν ανταποκρίνονταν στην κατηγορία. Σαν να ήταν εκεί απλά για να μπορέσει η μοτοσυκλέτα να κυκλοφορήσει στο δρόμο περιμένοντας να αντικατασταθούν από το δικό σου κουστούμι, μπαίνοντας στην πίστα… Ή -τελικά- για να δικαιολογείται πλήρως η νέα έκδοση που βγάζει πινακίδα για τον δρόμο αλλά είναι έτοιμη για χρήση στην πίστα, η M 1000 RR.

Από το 2019 η BMW έχει ανακοινώσει πως το γράμμα “M” έρχεται στην μοτοσυκλέτα φέρνοντας όλες τις αλλαγές που σηματοδοτεί αυτό το γράμμα και στα αυτοκίνητα της εταιρείας. Συγκεκριμένα για το S 1000 RR βέβαια, η απόδοση δεν θα μπορούσε να ανέβει και πάρα πολύ παραπάνω. Παρόλο αυτά η M RR είναι η πιο δυνατή μοτοσυκλέτα που έχει βγάλει η BMW, και έρχεται απευθείας στο επίπεδο της Ducati Panigale V4 και του Aprilia RSV4 1100 Factrory με ονομαστική απόδοση στα 212 άλογα.

Αυτό σημαίνει απλά μία αύξηση 5 ίππων από τα 207 που δηλώνει η νέα S 1000 RR. Δεν είναι μεγάλη αλλά δεν είναι μόνο στα άλογα το θέμα μας εδώ. Θυμίζουμε πως εμείς μετρήσαμε το νέο S1000RR στα 188,3 άλογα στις 13.600 στροφές που σημαίνει πως η έκδοση “M” θα μπαίνει στην γειτονιά του «190» αλλά δεν αναμένουμε να δούμε το ψυχολογικό όριο των διακοσίων αλόγων στον τροχό, να σπάει. Δεν έχει και μεγάλη σημασία βέβαια, σε αυτό το σημείο.

Δοκιμή BMW S1000RR 2020: Η δυναμομέτρηση - Τι κάνει ο νέος κινητήρας

 

Θέμα απόδοσης

Η νέα -ονομαστική απόδοση- είναι 212 άλογα στις 14.500 στροφές με τον κόφτη να έχει ανέβει ψηλότερα, στις 15.100 στροφές! Η ροπή είναι 11,52Kg.m στις 11.000 στροφές. Το S 1000 RR του 2020 που δυναμομετρήσαμε εμείς είναι 12,1kg.m στις 10.100 στροφές κάτι που μας δημιουργεί από τώρα μερικά ερωτήματα προς τους ανθρώπους της εταιρείας που σύντομα θα μιλήσουμε μαζί τους, οδηγώντας την νέα αυτή έκδοση…

Μία πρώτη συγκριτική δυναμομέτρηση που δίνει η ίδια η BMW, δείχνει μικρότερη απόδοση χαμηλά για την νέα έκδοση, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά...

Η μοτοσυκλέτα είναι φτιαγμένη με όλα όσα έχουν κερδηθεί από την αγωνιστική εμπειρία με το νέο μοντέλο, που είναι μεγάλη, αλλά όχι αυτή της πρώτης γραμμής των παγκόσμιων πρωταθλημάτων, ώστε να έχει καθιερωθεί στην συνείδηση του καταναλωτή...

Η BMW δεν έχει επενδύσει όσο θα έπρεπε στο WSBK, αν και ετοιμάζει το έδαφος για να το κάνει καλύτερα. Σίγουρα δεν πρόκειται να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος, όταν αψήφιστα τελείως κατέβηκε στο WSBK με βλέψεις για κάτι πολύ μεγαλύτερο, από αυτό που τελικά κατάφερε. Τώρα τα βήματα που κάνει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα superbike είναι πολύ πιο προσεκτικά…

Με βάση το πρωτάθλημα TT, τους αγώνες endurance – πολύ σημαντικό- και την τεχνογνωσία της στο κατασκευαστικό κομμάτι που ενοποιεί τα διάφορα τμήματα -μαζί και του αυτοκινήτου- η BMW προετοίμασε την νέα έκδοση φροντίζοντας ταυτόχρονα να διορθωθούν και τα προβλήματα που οδήγησαν στην μεγάλη καθυστέρηση της έλευσης του S 1000 RR.

Πέρα από την αυξημένη απόδοση, ξεχωρίζουν οπτικά τα νέα αεροδυναμικά βοηθήματα που έχουν φτιαχτεί σε ένα από τα πιο εξελιγμένα εργαστήρια που υπάρχουν. Αυτό της BMW δηλαδή καθώς εκεί σχεδιάζονται και δοκιμάζονται και τα αυτοκίνητα, η F1 κτλ…

Όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Panigale, περιμένουμε τα αεροδυναμικά βοηθήματα της BMW να κάνουν πράγματι την διαφορά, συγκριτικά με την απλή έκδοση… Η BMW λέει πως με την συνδρομή τους το traction control επεμβαίνει λιγότερο, η έξοδος στις στροφές είναι καλύτερη όπως φυσικά και η σταθερότητα στις ευθείες. Και το φρενάρισμα -με τα νέα φρένα «Μ» που θα δούμε παρακάτω- γίνεται πιο αποτελεσματικό εξαιτίας της φόρτισης του εμπρός τροχού, όπως αντίστοιχα αυτό βοηθά και στις στροφές. Κατά πόσο μεγάλη είναι αυτή διαφορά θα φανεί οδηγικά και μόνο. Το καλό είναι πως έχουμε πλήρη εικόνα από το S 1000 RR του 2020. Τα νούμερα όμως είναι εντυπωσιακά, κυρίως γιατί δηλώνουν μικρότερες δυνάμεις για το M RR συγκριτικά με αεροδυναμικά βοηθήματα άλλων κατασκευαστών:

Ταχύτητα
Πρόσθετη δύναμη Εμπρός
Πρόσθετη δύναμη Πίσω
Συνολικά
50 km/h
0.4 kg
0.1 kg
0.5 kg
100 km/h
1.5 kg
0.3 kg
1.8 kg
150 km/h
3.3 kg
0.7 kg
4.1 kg
200 km/h
5.9 kg
1.3 kg
7.2 kg
250 km/h
9.3 kg
2 kg
11.3 kg
300 km/h
13.4 kg
2.9 kg
16.3 kg

 

Η BMW δίνει πάντως 0,5 με 0,7 sec διαφορά στον γύρο, με αναβάτη τον Tom Sykes σε πίστα με τα αεροδυναμικά βοηθήματα και χωρίς…

---47 λεπτά video της BMW για την νέα M RR---

 

Πολλές αλλαγές στον κινητήρα

Ωστόσο πρέπει να μείνουμε στον κινητήρα γιατί η νέα έκδοση μας φέρνει και νέα σφυρίλατα έμβολα με δύο δαχτυλίδια από την Mahle. Πρόκειται για Γερμανό κατασκευαστή στην Στουγκάρδη με τεράστια εμπειρία στην κατασκευή εξειδικευμένων εξαρτημάτων στην αυτοκινητοβιομηχανία, άλλο ένα σημείο που η ομπρέλα της BMW πάνω στο τμήμα Motorrad λειτουργεί ευεργετικά. Με τα νέα έμβολα η συμπίεση ανεβαίνει στα 13,5:1 που είναι μία διαφορά μόλις 0,2 από πριν αλλά υψηλό νούμερο παρόλο αυτά. Με διαφορά βάρους 12g για κάθε έμβολο, φαντάζεστε πόσο βελτιώνεται και η ευστροφία αντίστοιχα. Προφανώς ο θάλαμος καύσης αλλάζει για να υποδεχτεί τα νέα έμβολα όμως έτσι κι αλλιώς οι διαφορές είναι μεγάλες γιατί έχουμε αλλαγή στον στρόφαλο με μακρύτερες μπιέλες τιτανίου από την Pankl που είναι και ελαφρύτερες κατά 85 γραμμάρια. Με τον κινητήρα να ανεβάζει περισσότερες στροφές όλα αυτά τα ελαφρύτερα εξαρτήματα πρέπει να έχουν και αυξημένη αξιοπιστία…
Αυτές οι αλλαγές χαμηλά μας οδηγούν στην κεφαλή που δεν θα μπορούσε να μείνει ίδια, έτσι έχουμε πιο λεπτά και ελαφρύτερα ενδιάμεσα κοκοράκια πλήρως αλλαγμένες βαλβίδες και βάσεις με νέους εκκεντροφόρους. Τιτάνιο έχει και η εξάτμιση γλιτώνοντας 3,657g και να τονίσουμε εδώ κάτι που δεν θα διαβάσετε αλλού: Η Akrapovic έχει συμβάλει στην ροϊκή εξέλιξη του κινητήρα, συνεργαζόμενη με την BMW…

Μπορεί η ροπή να μας αφήνει ένα ερώτημα, όπως είπαμε παραπάνω, αλλά η BMW λέει πως από τις 6.000 στροφές και πάνω, μέχρι τον κόφτη στις 15.100 η έκδοση Μ είναι πιο δυνατή από την υπάρχουσα S 1000 RR πράγμα που μαρτυρά και την διαφορά στην ShiftCam τεχνολογία που επιφέρουν οι αλλαγές στην κεφαλή. Το όριο των 9.000 στροφών όπου αλλάζει το προφίλ των εκκεντροφόρων, παραμένει εδώ όπως και στην βασική έκδοση και ίδιος είναι και ο χρόνος απόκρισης του συστήματος. Δεν υπάρχει διαφορά εδώ δηλαδή, πέρα από το γεγονός πως τα υπόλοιπα εξαρτήματα είναι ελαφρύτερα και οι στροφές έχουν ανέβει. Τα πιο στενά ενδιαμέσα κοκοράκια έχουν πλάτος μόλις 6,5mm από 8 που είχαν πριν και αυτό σημαίνει πως έχασαν και 6% βάρος ή 0,45g το κάθε ένα. Δεν φαντάζει πολύ, μέχρι να σκεφτείς να χτυπάνε τις βαλβίδες στις 15.100 στροφές… τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικά είναι αυτά τα νούμερα. Για την οδήγηση των εκκεντροφόρων σε αυτές τις στροφές, έχει αφαιρεθεί και ενδιάμεσο γρανάζι και η κίνηση έρχεται απευθείας από τον στρόφαλο. Το γρανάζι που απαιτείται για να ελαττωθεί η ταχύτητα περιστροφής είναι τώρα στην κεφαλή. Αυτό το κάνει μικρότερο σε μέγεθος, άρα μικρότερο και το «χαμένο έργο» για τον κινητήρα ενώ ο χρονισμός προφανώς έχει αλλάξει για να ταυτιστεί με το νέο επίπεδο περιστροφής του κινητήρα και έτσι οι βαλβίδες έχουν και μεγαλύτερη διαδρομή κατά 0,4mm.

Όλο το σύστημα ψύξης έχει επανασχεδιαστεί, τόσο για το ψυκτικό υγρό όσο και οι δίοδοι του λαδιού, με την BMW να κάνει λόγο για προσπάθεια να είναι ανθεκτικότερος ο κινητήρας στις πτώσεις. Που σημαίνει πως εξασφαλίζει την λίπανση όσο η μοτοσυκλέτα κάνει κύκλους… Μικρότερο σε πλάτος είναι και το μπλοκ του κινητήρα με την μείωση των γραναζιών στην πλευρά του στροφάλου. Για αυτό και η μίζα είναι νέα, ελαφρύτερη και δίνει κίνηση στο γρανάζι της πρώτης σχέσης, τοποθετημένη πίσω από τους κυλίνδρους.

Οι ελαφρύτερες και πιο ανθεκτικές μπιέλες είναι κατά 2mm μακρύτερες με συνολικό μήκος 101mm μετρώντας από το κέντρο κύκλου επάνω και κάτω, όχι το συνολικό μήκος στο άνω και κάτω άκρο. Μακρύτερες μπιέλες σε έναν τέτοιο κινητήρα είναι καλύτερες μόνο συνδυαστικά, πάντα σχετικά με τον κυβισμό. Και το καλό εδώ είναι πως η διαδρομή του κινητήρα ήταν πολύ μικρή. Με διάμετρο 80mm και διαδρομή 49,7mm ο κινητήρας αυτός μαρτυρούσε πως άντεχε μεγάλη αύξηση στροφών και το γεγονός πως οι μπιέλες αυξάνουν το μήκος έρχεται για να βελτιώσει τις δυνάμεις καταπόνησης στα έμβολα τώρα που οι στροφές ανέβηκαν. Συνολικά, (με 85g λιγότερα η κάθε μία) οι μπιέλες κερδίζουν 340g από αδράνεια… σε μία έκρηξη ευστροφίας.

Πλαίσιο και νέα γεωμετρικά χαρακτηριστικά:

Το πλαίσιο είναι σχεδόν το ίδιο αλουμινένιο στην βασική έκδοση, αλλά φέρνει αλλαγές στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και φορτίζει ακόμη παραπάνω τον εμπρός τροχό. Ο κινητήρας για παράδειγμα είναι τοποθετημένος στις 32 μοίρες προς το έδαφος. Θυμίζουμε πως η S 1000 RR 2020 είναι ήδη μία αρκετά μπροσθόβαρη κατασκευή, ακόμη και για τα δεδομένα των superbike στην εποχή μας. Εμείς έχουμε μετρήσει 53,5% εμπρός (η BMW λέει 53,8%) στο μοντέλο του 2020, που σημαίνει πως η M RR θα έχει ακόμη περισσότερο βάρος εμπρός ενώ με τα αεροδυναμικά βοηθήματα θα το αισθάνεσαι πολλαπλάσια αυτό στις στροφές. Για αυτό και αυτές οι μοτοσυκλέτες δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο πως μόνο τα νούμερα δεν μπορούν να πουν πολλά αν δεν οδηγήσεις… κι έπειτα αν δεν περάσεις στον αναγνώστη όλα τα συμπεράσματα. Ισχύει για όλες, φαίνεται πιο έντονα σε τέτοια παραδείγματα. Η BMW βέβαια μας δίνει πλέον συνολικό βάρος στα 192 Kg και αναφέρει πως το συνολικό βάρος εμπρός έχει μειωθεί στο 52,1% (δική της μέτρηση) ακριβώς για να «δέσουν» όλες οι υπόλοιπες αλλαγές και να μην γίνει το M RR ένα στούκας κάθετης εφόρμησης!



Το πλαίσιο, όπως πλέον συμβαίνει με όλους, ΔΕΝ στοχεύει στην ακαμψία, αλλά αντίθετα σε συγκεκριμένα περιθώρια μεταφοράς δυνάμεων, ώστε να είναι άμεση η αλλαγή κατεύθυνσης. Η γωνία κάστες έχει ανέβει, από 23,1 έχει πάει στις 23,6 μοίρες και έχει μακρύνει και το μεγαξόνιο στα 1,457 από 1,441. Μία αλλαγή που έχει έρθει από το μακρύτερο ψαλίδι με την διαφορετική έδραση. Όλα αυτά δίνουν περισσότερα περιθώρια αλλαγών στον ιδιοκτήτη γιατί πλέον μπορεί να ρυθμίσει με ακρίβεια και με περισσότερα βήματα από πριν, την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας ακριβώς στα μέτρα του.

Σε μία εποχή βέβαια που ο άνθρωπος πάσχει από την πληθώρα επιλογών, όλα τα παραπάνω φαντάζουν ως πάρα πολύ δουλειά! Και είναι. Είναι παραπάνω δουλειά αλλά για πολύ καλύτερο αποτέλεσμα ραφής στα μέτρα σου…

Φρένα της BMW από την Nissin

Όλα αυτά χρειάζονται φρένα και μάλιστα τα καλύτερα εκεί έξω και η S 1000 RR έχει προβληματίσει που δεν βάζει Brembo εμπρός, αλλά HAYES ιδιαίτερα μετά από μία ανάκληση και παρόλο που σαν απόδοση δεν πάσχει. Απλά περιμένεις να δεις Brembo… Τώρα θα βλέπεις εκεί το σήμα «Μ» για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα! Στην πράξη τα φτιάχνει η Nissin και είναι 60g ελαφρύτερες οι δαγκάνες από την βασική έκδοση.

Εξωτερικά ξεχωρίζουν από αναδιωμένο μπλε χρώμα και λογότυπο και εσωτερικά έχουν εξελιχθεί από την BMW ακριβώς για χρήση σε αγώνες και με ελάχιστες αλλαγές που έχουν να κάνουν με τις προδιαγραφές ασφαλείας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι δαγκάνες αυτές είναι όπως ακριβώς και εκείνες που θα δεις στα superbike. Έχουν ατσάλινα έμβολα με επίστρωση ψευδαργύρου και νικελίου που είναι μία κλασική επίστρωση απέναντι στην διάβρωση αλλά όχι η φθηνότερη λύση που υπάρχει. Όλα τα σωληνάκια έχουν μετακομίσει για να επιτρέπουν την τάχιστη εξαγωγή του τροχού και κυρίως -λεπτομέρεια- την καλύτερη αεροδυναμική λειτουργία. Γλίτωσαν στο τέλος διαδρομή που σημαίνει και βάρος, μετρημένο στα 30g μόνο από την διαφορά υγρού και μήκους στα σωληνάκια. Αντίστοιχα έπρεπε να αλλάξει μετά και η κλίμακα της εμπρός μανέτας για να μην χάσει σε ακρίβεια!

Με τέτοια φόρτιση του εμπρός τροχού, το βάρος παίζει ρόλο μετρώντας τα πάντα, από τις δαγκάνες και τους δίσκους μέχρι τους τροχούς, και οι τροχοί της έκδοσης «Μ» είναι carbon ακριβώς για αυτό τον λόγο. Βέβαια οι δίσκοι έχουν μεγαλώσει σε πάχος και έγιναν 5mm από 4,5mm στην βασική έκδοση, αλλά συνολικά παραμένουν ελαφρύς για το έργο που τους ζητείται να έχουν. Οι carbon τροχοί είναι 1,7 kg από την απλή έκδοση με αλουμινένιους τροχούς, και ίδιοι με αυτούς που έχουμε δοκιμάσει στις Σέρρες στον πρόσθετο εξοπλισμό της απλής έκδοσης. Ναι, κάνουν την διαφορά, αν τώρα αξίζουν τα λεφτά τους είναι άλλη κουβέντα γιατί τα λεφτά δεν έχουν την ίδια αξία για όλους μας… Διαφορά υπάρχει και είναι σημαντική. Η BMW δηλώνει 306km/h – 0 = 10,7 sec μετρώντας σε άριστη πρόσφυση με νέο ελαστικό, ένας ρυθμός επιβράδυνσης που είναι εξαιρετικός αν αληθεύει. Ευτυχώς στο ΜΟΤΟ κάνουμε τις δικές μας μετρήσεις επιδόσεων και φυσικά φρεναρίσματος...

Αντίστοιχα δίνει και μία βελτίωση 0,1 με 0,2 δευτερολέπτων στην επιτάχυνση 0-100km/h συγκριτικά με την απλή έκδοση, πράγμα που μοιάζει αμελητέο εκτός κι αν μιλάμε για αγώνες. Αντίστοιχα βελτιώνεται και η ρεπρίζ 100-140 που στην Μ είναι 2,2 με 2,4 δευτερόλεπτα όταν στην S 1000 RR ήταν 2.5 με 2,9 δευτερόλεπτα. Για τα 140-180 μας δίνει 2,4 με 2,6 sec από 2,6 με 2,8 sec στην βασική έκδοση.

Παραμένουν και οι διαφορετικές χαρτογραφήσεις Rain / Road / Dynamic / Race / Race pro που όλες τους επηρεάζουν την απόκριση και έχουν μειωμένη δύναμη μέχρι και την τρίτη σχέση έως και την Dynamic. Μόνο η Race και η Race Pro (που την ρυθμίζεις σε 3 επίπεδα) σου δίνουν όλη την δύναμη σε 1-2 και 3η σχέση του κιβωτίου. Από εκεί και πάνω η M RR σου δίνει όλο την δύναμη ακόμη και στην Rain με την απόκριση της γκαζιέρας να αλλάζει μόνο.

Το λογότυπο το βλέπεις και στα όργανα, που κατά βάση είναι ίδια με το S 1000 RR 2020 αλλά δέχονται κωδικό για να ενεργοποιείς το GPS data logger που έρχεται στον έξτρα εξοπλισμό.

Όλα αυτά σηματοδοτούν τις βασικές αλλαγές της έκδοσης «Μ» που βγάζει πινακίδα και στόχο έχει να την χαίρεσαι στην πίστα σε track days και σε επαρχιακούς δρόμους. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχει και το ζήτημα των αγώνων και αυτό η BMW το αντιμετωπίζει με το πακέτο Competition που είναι αυτό που χρειάζονται οι αγωνιζόμενοι. Βασική προσθήκη σε αυτό το πακέτο είναι το διαφορετικό ψαλίδι που ζυγίζει 220g λιγότερο και η νέα αλυσίδα που «δεν σπάει δεν χαλάει», ενώ φυσικά δεν υπάρχει σελάκι πίσω.

Για τις αναρτήσεις, που ΔΕΝ είναι Ohlins μία βασική διαφορά στην έκδοση M είναι οι πλάκες στο πιρούνι από CNC σε ενιαίο κομμάτι αλουμινίου κερδίζοντας δύναμη και χάνοντας 20g βάρους. Αντί για ημι-ενεργητική βέβαια, εδώ έχουμε πλήρως ρυθμιζόμενο Marzocchi με την διαδρομή και την διάμετρο να παραμένουν ίδιες: 120mm/45mm. Το “closed-cartridge” πιρούνι επιτρέπει προφόρτιση με καλύτερο βήμα στο δεξί καλάμι, με τέσσερις περιστροφές και σε δέκα κλικ για την απόσβεση συμπίεσης και την απόσβεση επαναφοράς. Πίσω η διαδρομή είναι 118mm μία πολύ μικρή διαφορά από τα 117mm που έχει η βασική έκδοση και με δέκα κλικ για επαναφορά και συμπίεση.

Αλλάζει εδώ η έδραση για το αμορτισέρ, και η θέση οδήγησης έρχεται 6mm πιο πάνω, που είναι άλλος ένας λόγος για να μειώσεις την φόρτιση του εμπρός τροχού στην κατανομή βάρους, από την στιγμή που φέρνεις το βάρος του αναβάτης σε διαφορετική γωνία. Το ελατήριο είναι νέο με 100N/mm και η Μ RR σου δίνει τώρα την ευκαιρία να αλλάξεις την έδραση ανάμεσα σε 7 θέσεις με απόσταση 1mm η κάθε μία που σημαίνει πως το μήκος του αμορτισέρ έπρεπε να μειωθεί για να προστεθεί η δυνατότητα αλλαγής θέσης.

Η μπαταρία ζυγίζει τώρα 1,3 κιλά είναι στα 5 Ah και η USB υποδοχή που υπάρχει πίσω για να συνδέεις τα καλούδια του πρόσθετου εξοπλισμού, δίνει 2.4 A ενώ τα θερμαινόμενα γκριπ παραμένουν.

Επιπρόσθετα του πακέτου Competition υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας Kit κινητήρων για αγωνιστική χρήση, kit ηλεκτρονικών για STK και SBK κατηγορίες, αγωνιστική εξάτμιση (με πρόγραμμα φυσικά) αλλαγή στο σημείο που ο αναβάτης στηρίζεται στο ρεζερβουάρ και φυσικά κουστούμι πλαστικών. Αντίστοιχα ο κατάλογος M για να προσθέσεις πολλές χιλιάδες Ευρώ μπλιμπλίκια με το λογότυπο M είναι ατελείωτος…

Η BMW μπορείς να πεις πως άργησε κιόλας να φέρει την σειρά «Μ» στην μοτοσυκλέτα. Δεν ήταν θέμα επιλογής βέβαια, αλλά δυνατοτήτων γιατί χρειάστηκε να φτιάξει ένα τμήμα μοτοσυκλέτας μέσα στο τμήμα «Μ» το οποίο πέρα από την σχεδίαση έχει μία πολύ βασική και δύσκολη δουλειά: Την αξιοποίηση όλων των διαφορετικών πηγών της ομπρέλας BMW, των προμηθευτών κτλ, ώστε να φτάσει στο βέλτιστο κόστος τιμής/απόδοσης για όλα όσο προσφέρει με το λογότυπο Μ.

Αν θέλουμε να επικεντρωθούμε σε ένα πράγμα με βάση όλα όσα φέρνει η M RR βέβαια, πριν την οδηγήσουμε για να έχουμε να μιλήσουμε στην πράξη, δεν είναι τα καπάκια του κινητήρα με το λογότυπο “M”. Είναι το γεγονός πως φέρνει κανονικές αναρτήσεις, αντί για ημι-ενεργητικές και την τεράστια ευελιξία να φτιάξεις κάθε τι επάνω του ακριβώς στα μέτρα σου. Που σημαίνει πως την καβαλάς, και μετά τις πρώτες βόλτες μπαίνεις στην διαδικασία να την μετατρέψεις και να την ρυθμίσεις κάνοντάς την μοναδική…

 
Τεχνικά Χαρακτηριστικά
Engine
Displacement
cm3
999
Bore hole/stroke
mm
80/49.7
Power
kW/HP
156/212
At rotational speed
rpm
14,500
Torque
Nm
113
At rotational speed
rpm
11,000
Design
Water-cooled in-line four-cylinder engine
Compression/Fuel
13.5:1 / Super (plus) petrol, unleaded, octane number 95-98 (RON) (knock control; nominal capacity at 98 RON)
Valve/throttle control
DOHC-(double overhead camshaft),
Valve actuation via single rocker arm
and variable intake camshaft control BMW ShiftCam
Titanium valves per cylinder
4
Ø intake/exhaust
mm
33.5/27.2
Throttle valve diameter
mm
48
Engine control unit
BMS-O
Emission control
Controlled three-way catalytic converter
Electrical system
Alternator
W
450
Battery
V/Ah
M battery 12 / 5, maintenance-free
Headlight
W
Low-beam headlight LED twin circular headlights in free-form technology
High-beam headlight LED free-form surface/modular system
Starter
kW
0.8
Power transmission, transmission
Clutch
Multi-disc anti-hopping oil-bath clutch,
mechanically operated
Transmission
Claw-operated six-speed transmission
Primary translation
1.652
Translation ratios I
2.647
II
2.091
III
1.727
IV
1.500
V
1.360
VI
1.261
Final drive
Chain 17/46
Secondary translation
2.706
Chassis
Frame design
Aluminium composite bridge frame, engine supported
 
 
 
 
 

 

 

Δείτε μία μεγάλη συλλογή φωτογραφιών της νέας έκδοσης:

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Τρικύλινδρο νεορετρό ανάμεσα σε 660 και 765!
Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/2/2026

Η μελετημένη επιλογή της Triumph στα μέσα της δεκαετίας του ’80 να επενδύσει στην τρικύλινδρη διάταξη για να ξεχωρίσει ολότελα από τους υπόλοιπους, συνεχίζει στις μέρες μας να έχει άμεσο αντίκτυπο στην γκάμα της, με τον 800άρη κινητήρα που γνωρίσαμε πέρσι να έρχεται σε ακόμη ένα νέο μοντέλο.

Η σειρά τους στο μεταξύ είναι η σωστή καθότι μετά τα 660 δεν έρχεται το 765, όπως θα περίμενε κανείς βάση κυβισμού, αλλά η σειρά των 800αριών κρίνοντας με βάση την απόδοσή τους αλλά και του τρόπου οδήγησης.

Ο κινητήρας αυτός έχει τις εξωτερικές διαστάσεις του 660 και άρα μπορεί να μπει και στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι η περίπτωση του Tiger Sprot 800 που είναι ο άξιος συνεχιστής του 1050. Μία μοτοσυκλέτα με διαστάσεις όμοιες με του 660 αλλά με διαφορετικό κινητήρα που εσωτερικά έχει περισσότερες ομοιότητες με τον 765.

Η Triumph έφτιαξε τον κινητήρα αυτό για να μας δώσει μία νέα σειρά μοτοσυκλετών, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει με τον 765, ο οποίος έχει εξειδικευτεί για sport χρήση και για αυτό και είναι κατάλληλος και για την Moto2 κατηγορία.

Μιλώντας με τον άνθρωπο που τον σχεδίασε, η μετατροπή του 765 σε έναν κινητήρα που θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο πλατφόρμας και πάνω του να στηθούν μία σειρά διαφορετικών μοντέλων, ήταν ακριβότερη και χρονικά μεγαλύτερη διαδικασία από την ανάπτυξη ενός νέου κινητήρα και έτσι γεννήθηκε ο νέος τρικύλινδρος των 798 κυβικών.

Κατά την παρουσίαση του Tiger Sport 800 μας ρώτησαν που αλλού θα θέλαμε να δούμε τον κινητήρα αυτό, όταν στην πράξη αποδείχθηκε αυτές τις ημέρες πως δούλευαν ήδη σε ένα νέο Trident. Η απάντηση τότε, πως περιμένουμε ένα νέο Street Triple που να είναι αυτό που λέει το όνομά του, δηλαδή φτιαγμένο για τον δρόμο και λιγότερο για την πίστα, ήρθε τώρα μέσω του Trident.

Ο κος Stuart Wood, Chief Engineer της Triumph συμφωνεί μαζί μου, πως ο πραγματικός συνεχιστής του Street Triple που κυκλοφόρησε το 2007 για πρώτη φορά, είναι πλέον το Trident 800 ενώ το Street Triple που τώρα κυκλοφορεί είναι κάτι άλλο, πιο sport που θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει όνομα και να λέγεται Track-Day Triple. Μπορεί να γίνει και πιο μπερδεμένο από αυτό, γιατί το 1990 υπήρχε το μεγάλο Trident 900 που στην πράξη είναι ο πρόγονος του Speed Triple που είδαμε το 1994 και που στην εποχή μας θα πρέπει να λέγεται Streetfighter Triple, από την στιγμή που μέσα στην πίστα μπορεί να το οδηγήσει κανείς με την ταχύτητα και την φόρα που είχε το προηγούμενης γενιάς Ducati Streetfighter.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Οπότε οι δύο διαφορετικές σειρές γυμνών μοτοσυκλετών που είχε η Triumph, έχουν εξειδικευτεί τόσο πολύ που πλέον έχουν αλλάξει θέση στην γκάμα της εταιρείας και χρειάζονται νέα μοντέλα που θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό αυτό. Σε αυτό το σημείο θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε τι θα κάνει η Triumph με την Daytona. Θα μας δώσει μία φανταστική supersport με τον κινητήρα του 765 ή θα στοχεύσει στην υψηλότερη ροπή και την διαφορετική ευστροφία του 798; Ο ίδιος ο Wood θα ήθελε την άποψη του κοινού, όπως είπε.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν τώρα, τι ήρθε να κάνει στη ζωή μας το νέο Trident 800. Κι ενώ σε απόλυτα νούμερα η διαφορά ροπής δεν είναι τεράστια έναντι του 765, στην πράξη ο τρόπος οδήγησης σε έναν επαρχιακό γεμάτο στροφές αλλάζει σημαντικά και ενισχύει την απόφαση της Triumph. Στην ευθεία ή σε δρόμους με στροφές που υποστηρίζουν υψηλές ταχύτητες το 765 θα συνεχίσει να κάνει την διαφορά, όμως στο στενό πλαίσιο που θέτουν οι επαρχιακοί, το Trident 800 είναι το Street Triple που ξέραμε.

Η Κύπρος μας έδωσε το σκηνικό που χρειαζόμασταν για να δούμε ακριβώς αυτό τον συλλογισμό. Οδηγώντας από την «σωστή πλευρά του δρόμου», όπως δεν σταμάτησαν να σχολιάζουν χαριτολογώντας οι Άγγλοι, περιχαρείς που σε μία παρουσίαση νέου μοντέλου νιώθουν περισσότερο στο σπίτι τους από άλλες φορές.

Καλύτερη ποιότητα ασφάλτου, ακόμη και σε βρόχινες συνθήκες και σωστές καμπές που μειώνουν τις εκπλήξεις, είναι τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν αμέσως μόλις βγεις από την πόλη και πιάσεις κάποιον από τους πολλούς δρόμους που κυκλώνουν το έντονο ανάγλυφο της όμορφης Κύπρου.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Το πρώτο μισό της οδήγησης έγινε σε συνθήκες έντονης βροχόπτωσης, καλοδεχούμενης από όλους εκεί που αντιμετωπίζουν αντίστοιχο φόβο λειψυδρίας με την Αττική, πλην των Άγγλων και της παρέας μας, που φοβόμασταν πως δεν θα μπορέσουμε να δούμε την πραγματική διαφορά του νέου Trident 800, έναντι του Street Triple.

Ήταν όμως σε αυτό το σημείο που μπορούσε κανείς να εκτιμήσει ιδιαίτερα την συμπεριφορά του Traction Control, καθώς επέτρεπε μέχρι και μία μικρή ανύψωση του εμπρός τροχού στο άνοιγμα του γκαζιού χωρίς να κόβει άγαρμπα την ανάφλεξη. Σε αυτό το σημείο θέλω να σας θυμίσω την δοκιμή της πρώτης γενιάς του Tiger Explorer 1200 που ανέφερα τότε την απαράδεκτη λειτουργία των ηλεκτρονικών. Συγκεκριμένα το Traction Control μπορούσε μέχρι και να σβήσει την μοτοσυκλέτα και μάλιστα στο στεγνό, προσπαθώντας να αποτρέψει την σούζα. Την ίδια εποχή τα αντίπαλα στρατόπεδα το είχαν ξεπεράσει αυτό και δούλευαν ήδη στο επόμενο στάδιο των ηλεκτρονικών, προσπαθούσαν δηλαδή να φτάσουν εδώ που είμαστε σήμερα, όπου δεν λειτουργούν αποτρεπτικά αλλά συνεργάζονται με τον αναβάτη περισσότερο. Αυτό μας δείχνει πως η πορεία της Triumph ήταν σε πιο γρήγορο ρυθμό φτάνοντας τώρα να έχει εφάμιλλα αποτελέσματα ενώ χρησιμοποιεί τους ίδιους αλγόριθμους σε όλες τις οικογένειες, ευνοώντας έτσι και τις πιο προσιτές οικονομικά μοτοσυκλέτες, του Trident 800 συμπεριλαμβανομένου.

Από την στιγμή που υπάρχει IMU, δηλαδή μονάδα μέτρησης αδράνειας, τα ηλεκτρονικά προσαρμόζονται ανάλογα με την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο και η διαφορά στους βρεγμένους δρόμους της Κύπρου είναι πως εμπιστευόσουν το Cornering ABS ώστε να κινούμαστε σβέλτα γνωρίζοντας πως σε περίπτωση που θα χρειαστεί θα καταφέρουμε να φρενάρουμε χωρίς μεγάλη ανάδραση στη μανέτα που σημαίνει και αύξηση της απόστασης φρεναρίσματος ενώ διατηρείται και η δυνατότητα ελιγμών. Το παράδειγμα δεν άργησε να έρθει καθώς οδηγώντας σβέλτα μαζί με τον Gareth, τον Άγγλο πλοηγό μας, στην κορυφή μίας στροφής ο εμπρός τροχός έχασε πρόσφυση καθώς είχε σχηματιστεί ένα μικρό ρυάκι με περισσότερο νερό από ότι είχε ο υπόλοιπος δρόμος. Στην άμεση αντίδραση μειώνοντας την κλίση και ανοίγοντας την γραμμή, η μοτοσυκλέτα ανταποκρίθηκε άψογα και με λίγα φρένα που μετρίασαν την φόρα αμέσως μετά, το Trident 800 συνέχισε ακάθεκτο σε σβέλτο ρυθμό.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Αφαιρώντας το Traction Control είναι που το κυριότερο χαρακτηριστικό του τρικύλινδρου κινητήρα, δηλαδή η ευστροφία στις χαμηλομεσαίες με διάρκεια ψηλά, λάμπει ακόμη περισσότερο, όπως επίσης τονίζεται για ακόμη μία φορά μία βασική διαφορά έναντι των κινέζικων μοτοσυκλετών που έχουν κατακλύσει την Ευρώπη και που μεταξύ τους έχουν τεράστιες διαφορές αλλά πάσχουν και από κοινού σε ορισμένα ζητήματα: Η απόκριση στο γκάζι είναι υποδειγματική στο Trident 800, είναι με λίγα λόγια όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι και να μην αξίζει συγχαρητήρια καθώς αυτό το θέμα είχε πάψει να αποτελεί πρόβλημα από την περίοδο που μαρκάρεται μεταξύ Aprilia Shiver και Ducati Multistrada 950, την πρώτη γενιά της. Ανάμεσα εκεί, η απόκριση της γκαζιέρας ήταν κάτι που έπρεπε να σχολιαστεί, από τότε και μετά δεν ήταν προβληματική πουθενά αλλού μέχρι που ήρθαν νέες μάρκες, ενώ είδαμε ακόμη και πισωγυρίσματα στους εδραιωμένους κατασκευαστές. Το Trident 800 γίνεται τώρα το νέο παράδειγμα της αψεγάδιαστης λειτουργίας στην απόκριση για όλους όσους φέρνουν στην αγορά μοντέλα με τρικύλινδρους κινητήρες και σε συνθήκες μειωμένης πρόσφυσης χωρίς ηλεκτρονικά, είναι εξαιρετικά εύκολο να εκτιμήσεις την διαφορά.

Με τα τριπλά σώματα ψεκασμού και την αυξημένη συμπίεση που φτάνει στο 13,2:1 όταν το Trident 660 έχει 11,9:1 και την επανασχεδιασμένη διαδρομή της εισαγωγής για να εγγυηθεί την αμεσότητα στην πλήρωση του θαλάμου καύσης που απαιτούν τα ανωτέρω στοιχεία, η Triumph βασίζεται σε μία σειρά από προηγμένους αισθητήρες για την εύρυθμη λειτουργία αυτού του κινητήρα, ιδιαίτερα σε συνθήκες κακής ποιότητας καυσίμου. Με δεδομένο πως αυτός ο κινητήρας έχει ήδη δοκιμασθεί επί ελληνικού εδάφους στο Sport 800, δηλαδή σε συνθήκες με χειρότερης ποιότητας καύσιμο μιας και αυτό μας χαρακτηρίζει δυστυχώς ως χώρα, μπορεί να πει κανείς πως για να δοκιμάσει το σύστημα τροφοδοσίας θα πρέπει να ταξιδέψει σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή ενός από τα «Σταν» και να βάλει από μπιτόνι στην μέση του πουθενά, στην γειτονιά μας δεν θα έχει κανένα πρόβλημα.

Οι διαφορετικές χαρτογραφήσεις επίσης ξεχωρίζουν αισθητά μεταξύ τους, είναι και αυτό κάτι που δεν αποτελεί πανάκεια, με την Rain να ομολαμοποιεί ακόμη περισσότερο την απόκριση της γκαζιέρας χωρίς όμως να κόβει πολύ από την δύναμη. Σε μεγάλες βόλτες και ταξίδια ακόμη που κάλλιστα μπορεί να κάνει κάποιος κατάλληλα εξοπλισμένος, όταν ο καιρός αλλάζει εντός της διαδρομής, είναι που αυτός ο χάρτης μπορεί να φανεί χρήσιμος σε μία μερίδα αναβατών που δεν θα χρειαστεί να αλλάζουν συχνά, μιας δεν μετατρέπει το Trident 800 σε Trident 660. Για τους υπόλοιπους ακόμη και η ρύθμιση Road μπορεί να μείνει μόνιμα επιλεγμένη ακόμη και στη βροχή, από την στιγμή που έτσι και αλλιώς ο κινητήρας αυτός είναι εύστροφος χωρίς όμως ξεσπάσματα, κάτι που μπορείς να δεις στην Sport χαρτογράφηση την οποία βρίσκω ιδανική για έρημους επαρχιακούς με απότομες στροφές όταν έχεις την ευχέρεια -και την όρεξη- να κινηθείς σβέλτα.

Το πλαίσιο του Sport 800 που με την σειρά του δεν έχει μεγάλες διαφορές από του 660, αλλά ορισμένες καίριες που βοηθούν την ευελιξία και την ευστάθεια με τα νέα επίπεδα δύναμης, συμπεριφέρεται άψογα και στο Trident 800 με την διαφορετική γεωμετρία.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Η βασικότερη διαφορά με το πλαίσιο των 660 είναι στην περιεχόμενη γωνία ώστε να δημιουργηθεί χώρος για την διαφορετική κεφαλή που απαιτεί η τροφοδοσία του 800, με τις υπόλοιπες διαστάσεις του μπλοκ κινητήρα να είναι, όπως είπαμε, αντίστοιχες της μικρότερης έκδοσης. Πολύ μικρή η διαφορά στην κάστερ, μόλις 0,1 μοίρα από το μικρότερο γυμνό που μεγαλώνει όμως το ίχνος για 1mm ενώ ψηλότερα κατά 5mm είναι τοποθετημένος και ο αναβάτης. Όλα αυτά δημιουργούν μία θέση οδήγησης που στο χαρτί από πλευράς αριθμών δεν προϊδεάζει την διαφορά που υπάρχει με την μικρότερη αδερφή της. Αρκετά κοντά και σε αυτό το σημείο με την πρώτη γενιά του Street Triple, με την διαφορά πως έχουμε εδώ ένα καλύτερο σετ αναρτήσεων της Showa.

Μπροστά το SFF-BP με καλάμια 41mm, ρυθμιζόμενο σε συμπίεση και απόσβεση επαναφοράς και πίσω επίσης ρυθμιζόμενο σε επαναφορά και πρόφορτιση, monoshock αμορτισέρ της Showa. Σε σπορ ρυθμό έχουμε ακριβώς την επαναφορά που χρειάζεται πίσω, όχι πολύ γρήγορη δηλαδή για να αποσταθεροποιείται ο πίσω τροχός στην μεταβαλλόμενη πρόσφυση των δημόσιων δρόμων και επίσης με γραμμική συμπίεση που δημιουργεί εμπιστοσύνη ώστε να ανοίξεις νωρίς το γκάζι στην έξοδο. Το πιρούνι εμπρός είναι ο δυνατός σύμμαχος του ABS. Ένας σημαντικός λόγος που εμπιστεύεσαι τα φρένα κατά την σπορ οδήγηση, ώστε να κερδίσεις μέτρα και να φρενάρεις πιο αργά, είναι η συμπίεση εμπρός που ξεκινά ομαλά και αλλάζει με γοργό βήμα αλλά χωρίς σκαλοπάτια οπότε φορτίζεις το εμπρός ελαστικό και μεταβάλλεις την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας μέχρι το σημείο που χρειάζεται για να στρίψεις σβέλτα. Ούτε λιγότερο που σημαίνει γλίστρημα, ούτε περισσότερο που σημαίνει αποσταθεροποίηση του πίσω μισού. Με την γραμμική λειτουργία των αναρτήσεων τα φρένα έχουν πιο εύκολη δουλειά, ενώ αποκτά νόημα και το Cornering ABS καθώς διαφορετικά δεν θα μπορούσες να το εκμεταλλευτείς φρενάροντας μέσα στην στροφή, λίγο πριν την κορυφής, όπως μπορείς κάλλιστα να κάνεις τώρα.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Με σωστές αναρτήσεις και πλαίσιο που υποστηρίζει την λειτουργία τους, καθώς και με ηλεκτρονικά που στόχο δεν έχουν να αποτελούν ένα cheat-code σε μία αποστειρωμένη οδήγηση videogame, αλλά μονάχα να μειώσουν το ρίσκο που αναπόφευκτα αυξάνεται όσο ανεβαίνει ο ρυθμός σε δρόμους που δεν έχουν τις ελεγχόμενες συνθήκες μίας πίστας, και η πρόσφυση μεταβάλλεται ή εμφανίζονται εμπόδια εκεί που δεν το περιμένεις, το Trident 800 γίνεται ένα καλύτερο Street Triple όταν μένουμε στο πρώτο συνθετικό του ονόματός του.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η επιλογή της Triumph για τόσο κοντινούς κυβισμούς, μας βάζει σε μία τελείως διαφορετική ανάπτυξη της γκάμας, συγκριτικά με τους υπόλοιπους εκεί έξω, που ουδεμία σχέση έχει με τα κυβικά, παρά μόνο με τις δυνατότητες.

Σε αυτό τον ρυθμό τα σχεδόν 300χλμ αυτονομίας που λέει η Triumph πως μπορείς να έχεις από το ρεζερβουάρ των 14 λίτρων, είναι μη εφικτός στόχος, μιλώντας από την πλήρωση του ρεζερβουάρ, μέχρι το σβήσιμο του κινητήρα από έλλειψη καυσίμου. Λίγο πριν τα διακόσια χιλιόμετρα θα εμφανιστεί η ρεζέρβα σε σβέλτο ρυθμό, που σημαίνει πως μονάχα με προσεκτική οδήγηση ή ταξιδεύοντας μπορείς να δεις την μεγάλη για την κατηγορία αυτονομία. Προφανώς όταν γίνει η δοκιμή της σε ελληνικό έδαφος θα μετρήσουμε ακριβώς την κατανάλωση, όπως επίσης και θα την ζυγίσουμε για να δούμε αν ισχύουν τα 198 κιλά που δηλώνει η Triumph με γεμάτο το ρεζερβουάρ.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Δεν θα πρέπει να έχουν ξεφύγει όμως μακριά από αυτό, όχι μόνο γιατί είναι ένα λογικό νούμερο αφού δεν πρόκειται για κινέζο κατασκευαστή που -τουλάχιστον μέχρι τώρα- δείχνουν πως ταυτίζονται μεταξύ τους ακολουθώντας τον πιο προσιτό οικονομικά δρόμο που είναι να μπαίνει μέταλλο στην γραμμή παραγωγής, από το να βγαίνει στις οθόνες του σχεδιαστικού τμήματος. Όπως έχουμε πει και παλαιότερα, πολλές φορές, είναι ακριβότερη διαδικασία να αφαιρείς βάρος στην σχεδίαση, από το να ξοδεύεις μέταλλο στην γραμμή παραγωγής. Οι εδραιωμένοι κατασκευαστές έναν τρόπο σχεδιασμού έχουν, τον σύγχρονο, κι έτσι δεν αναμένεται μεγάλη διαφορά στην δική μας ζυγαριά, όταν το Trident 800 έρθει στην Ελλάδα.

Από γεωμετρία θέσης οδήγησης μέχρι και 1,85 ύψος κάθεσαι άνετα και φυσιολογικά στη σέλα και κατά την δοκιμή στην Ελλάδα θα δοκιμάσουμε με διαφορετικούς συντάκτες την άνεσή της. Εκεί θα πρέπει να δούμε και πώς δουλεύει η συνδεσιμότητα της μικρής TFT στρογγυλής οθόνης. Δεν θα χρειαστεί δοκιμή σε συνθήκες αυξημένης κίνησης στους δρόμους για το συμπέρασμα του quickshifter, δουλεύει απροβλημάτιστα και μάλιστα και το κιβώτιο είναι σύγχρονο και δεν χαρακτηρίζεται από προηγούμενες γενιές των Triumph με ηχηρό κούμπωμα, ιδιαίτερα της πρώτης, κάτι που ίσχυε και για τα πρώτα Street Triple. Βέβαια αυτό ήταν γνωστό από το Tiger Sport, σε κάθε περίπτωση όμως η διαφορετική χαρτογράφηση δεν έχει δημιουργήσει ζητήματα στην λειτουργία του quickshifter.

Με σημαντικούς Ιάπωνες ανταγωνιστές απέναντί του, όπως το Kawasaki Z900, το MT-09, το Suzuki 8T αλλά και το 990 Duke, το νέο Trident 800 προσφέρει το κάτι διαφορετικό και αυξάνει τον υγιή ανταγωνισμό που λειτουργεί προς όφελός μας. Το αναμένουμε σύντομα στην Ελλάδα!