Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.

MotoGP, Enea Bastianini: Αδιέξοδο σε θέματα ασφάλειας, χρειαζόμαστε εκπρόσωπο αναβατών

“Ακόμη κι αν φτάσεις στα όρια της τραγωδίας αρκετές φορές, τίποτα δεν αλλάζει.”
bastianini
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

15/5/2026

Ο Ιταλός αναβάτης της ΚΤΜ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, διαβλέποντας κενά στην ασφάλεια των αναβατών που ουδείς ασχολείται να καλύψει και εντοπίζει το πρόβλημα στην εκπροσώπηση των αναβατών.

Δύο τέτοια ζητήματα αφορούν στις πίστες Le Mans στη Γαλλία και Balaton Park στην Ουγγαρία, με την πρώτη να έχει φιλοξενήσει αγώνα μόλις το περασμένο σαββατοκύριακο (8-10/5) και τον αγώνα στη δεύτερη να έρχεται στις αρχές Ιουνίου (5-7/6).

Στο Le Mans το πρώτο σικέιν είναι ένα σημείο αιχμής, καθώς εκεί υπάρχει κίνδυνος αναβάτης που πέφτει στην είσοδό του να καταλήξει εντός πίστας, με κίνδυνο να παρασυρθεί από επερχόμενους αναβάτες. Κάτι τέτοιο συνέβη και φέτος με τις πτώσεις των Fermin Aldeguer και Fabio Di Giannantonio, ευτυχώς χωρίς δυσάρεστες συνέπειες.

Όσο για την ουγγρική πίστα, έχει ένα ανάλογο σημείο στο οποίο έπεσε πέρυσι ο Bastianini κατά τον αγώνα και γλίτωσε από θαύμα (κεντρική εικόνα), καθώς πέρασαν δίπλα του αρκετοί αναβάτες την ώρα που αυτός σερνόταν μέσα στην πίστα.

“Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω πάει στην Επιτροπή Ασφάλειας (Safety Commission) αρκετό καιρό τώρα, γιατί κάποια στιγμή έμοιαζε πως είχαμε φτάσει σε αδιέξοδο,” εξήγησε ο αναβάτης της ΚΤΜ.

Οι αναβάτες έχουν εντοπίσει αρκετά επίμαχα σημεία που κατά τη γνώμη τους απαιτούν αλλαγές για λόγους ασφάλειας και τις έχουν ζητήσει.

“Περίμενα μια διαφορετική πίστα στη Balaton Park φέτος, αλλά απεναντίας όλα θα είναι ίδια με πέρυσι. Αυτό που μου συνέβη εκεί πέρυσι ήταν πολύ επικίνδυνο, δεν είναι ένα σικέιν επιπέδου MotoGP. Θα έπρεπε να μιλάμε γι’ αυτό, είναι θέμα των αναβατών να γίνει κάτι. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να αλλάξουμε κάτι αυτή τη στιγμή. Ξέρω πως αυτό που κάνω δεν είναι σωστό [το να μην πηγαίνει στην Επιτροπή Ασφάλειας], αλλά υπάρχει ένας εκνευρισμός γιατί ζητήσαμε αλλαγές και αυτές δεν έγιναν.

“Μερικές αλλαγές έρχονται με κόστος, η τροποποίηση ενός σικέιν κοστίζει. Έπειτα υπάρχουν ιστορικές πίστες, όπως το Le Mans. Αλλάζεις μια στροφή της; Στην Αυστρία έγινε, αλλά μερικά πράγματα δεν γίνονται αν πρώτα δεν συμβεί κάτι. Ακόμη κι αν φτάσεις στα όρια της τραγωδίας αρκετές φορές, τίποτα δεν αλλάζει.

Το πρόβλημα κατά τον Bastianini είναι πως οι αναβάτες δεν έχουν έναν εκπρόσωπο στις συζητήσεις. Πριν καιρό φαινόταν πως θα επερχόταν μια σχετική συμφωνία και θα εξέλεγαν έναν εκπρόσωπό τους, αλλά αυτό δεν έχει συμβεί ως τώρα και οι φωνές τους συχνά δεν φτάνουν στα σωστά αυτιά, ή δεν εισακούγονται.

“Αυτή η σκέψη πρέπει να επανέλθει γιατί χρειαζόμαστε κάποιον να μας προστατεύει και να μιλά εκ μέρους μας. Έχουμε χιλιάδες άλλες υποχρεώσεις ως αναβάτες. Δεν θα έπρεπε να είναι εν ενεργεία αγωνιζόμενος, γιατί είναι μια απαιτητική δουλειά και δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Θα πρέπει να είναι ένα άτομο εκτός του ρόστερ του πρωταθλήματος και, κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν άφθονοι ικανοί άνθρωποι για να το κάνουν.”

Η φωνή του Bastianini πρέπει να εισακουστεί, ειδικά αυτόν τον καιρό που κυριαρχεί η διαπραγμάτευση για την περίφημη Concorde Agreement μεταξύ διοργανωτών, κατασκευαστών και ομάδων. Σ' αυτήν την ιστορία το μεγάλο αγκάθι είναι το οικονομικό, αλλά για τους αναβάτες υπάρχουν άλλα ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν απόλυτη προτεραιότητα, κάτι που απλά δεν συμβαίνει.

Οι αθλητές ωστόσο είναι ο ζωντανός οργανισμός του αθλήματος, το οξυγόνο και το αίμα του, η φωνή τους οφείλει να ακούγεται, πόσο μάλλον όταν το ζητούμενο δεν είναι η αμοιβή ή τα διαδικαστικά, αλλά η ίδια η σωματική ακεραιότητά τους.

Ετικέτες