Fantic - Ετοιμάζει σπορ μοτοσυκλέτες για τον δρόμο

Και συνεργάζεται με την Mooney VR46 Racing Team στη Moto2
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

1/9/2022
Στις αρχές Αυγούστου του 2022, η Fantic ξεκίνησε συνεργασία με την Mooney VR46 Racing Team στη Moto2, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα πως έχει αποφασίσει να εξελίξει μια γκάμα σπορ μοτοσυκλετών για τον δρόμο!
Η σημαντική αυτή ανακοίνωση έγινε κατά τη σύναψη συμφωνίας των δυο εταιρειών, όπου οι δυο ισχυροί άντρες των δυο πλευρών, ο CEO της Fantic Mariano Roman και ο Διευθυντής VR46 Racing Team, Alessio ‘Uccio’ Salucci έδωσαν τα χέρια.
 
Με τη νέα αυτή συνεργασία το λογότυπο της Fantic κοσμεί από το GP του Silverstone τις μοτοσυκλέτες και τον τεχνικό ρουχισμό των Celestino Vietti Ramus & Niccolo Antonelli της VR46, ενώ δεν ανακοινώνεται λεπτομερώς η τεχνική πλευρά της συνεργασίας.
Τα σχέδια των δυο πλευρών αφορούν ήδη και το 2023, με τον Claudio Giovanardi, μάνατζερ του αγωνιστικού τμήματος της Fantic να έχει επιλέξει τον Stefano Bedon ως Team Manager με την Milena Koerner που είναι συντονίστρια των αγωνιστικών Off-Road ομάδων της Fantic, να είναι υπεύθυνη για την τεχνική πλευρά της ομάδας, που θα απορροφήσει την υπάρχουσα δομή της VR46 Racing Team. Τα γραφεία του αγωνιστικού τμήματος θα είναι στις νέες εγκαταστάσεις της Fantic στη Santa Maria di Sala στη Βενετία.
 
Η συμφωνία των δυο ιταλικών εταιρειών δεν περιορίζεται στον κόσμο του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος MotoGP, αλλά θα επεκταθεί σε διάφορα project και event όπως την αναζήτηση νέων ταλέντων για τους αγώνες, την εκπαίδευση και την εξέλιξη τους.
Το ζουμί για εμάς τώρα, βρίσκεται στην ανακοίνωση της Fantic, που κάνει λόγο για την απόφαση της εταιρείας “να επεκτείνει το know-how της σε έναν νέο τομέα, που θεωρείται από τις κορυφαίες εκφράσεις της μηχανολογίας: την ταχύτητα. Όπως στο Enduro και στο MX, όπου οι Off-Road μοτοσυκλέτες μας εξελίχθηκαν παράλληλα, η Fantic σκοπεύει να εξελίξει μια σειρά μοτοσυκλετών δρόμου που θα έχουν τους αγώνες στο DNA τους: ένας στόχος που είναι σίγουρα στις δυνατότητες αυτής της ιταλικής εταιρείας, που επεκτείνεται χρησιμοποιώντας ιταλικό κεφάλαιο, και που η αποστολή της είναι να βελτιώσει την οικονομία και την απασχόληση σε τοπικό επίπεδο.“
 
Θα δούμε άραγε μια σειρά μεγάλων Supermoto μοτοσυκλετών από τη Fantic στο άμεσο μέλλον (η εταιρεία έχει ήδη μοντέλα σε 50 και 125 κ.εκ.), ή οι δηλώσεις αφορούν σε Supersport μοτοσυκλέτες; Το πρώτο θα ήταν σίγουρα πιο εύκολο, καθώς η εταιρεία έχει ήδη τη βάση με τα MX / Enduro μοντέλα της, ενώ το δεύτερο θέλει μεγαλύτερο κεφάλαιο, και εκτενέστερη εξέλιξη.
 
Mariano Roman: “Είμαστε ενθουσιασμένοι για τη συμφωνία με την VR46 Racing Team. Ακολουθούμε ένα σημαντικό μονοπάτι για να δημιουργήσουμε μια πιο ‘αγωνιστικά προσανατολισμένη’ Fantic και αυτό είναι ένα θεμελιώδες βήμα. Οι εταιρείες μας μοιράζονται τις ίδιες αξίες και έχουμε το ίδιο πάθος και όραμα για τους μηχανοκίνητους αγώνες. Επιπλέον έχουμε σημαντική σχέση με τα νέα ταλέντα του χώρου.”
 
Alessio ‘Uccio’ Salucci: “Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτή τη συνεργασία με τη Fantic, μια ιστορική μάρκα του χώρου και μια γνωστή ιταλική εταιρεία, μια επιπρόσθετη πηγή περηφάνειας για τους υποστηρικτές μας. Είναι μια σημαντική στιγμή, και για το μέλλον ολόκληρης της Moto2 δομής μας. Έχουμε διαφορετικές εμπειρίες, που εκτείνονται σε όλες τις κατηγορίες αγώνων μοτοσυκλέτας: στο ένα χέρι η Fantic ανήκει στους ηγέτες της Off-Road σκηνής, και στο άλλο  η VR46 Racing Team, που μέσα στα χρόνια έχει γίνει σημείο αναφοράς για τις Moto2 ομάδες. Η συνεργασία μας είναι κρίσιμη και για την ακαδημία VR46 Riders Academy, καθώς θα έχουμε έναν νέο τεχνικό συνεργάτη να μας υποστηρίξει στην αναζήτηση και στην εξέλιξη των νέων ταλέντων.”
 
Να θυμίσουμε εδώ πως το 2019 Fantic & Yamaha υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας με τους Ιάπωνες να προμηθεύουν τους Ιταλούς με την τεχνολογία των δίχρνονων 125 & 250 Off-Road μοντέλων τους, ώστε να εισέλθει ξανά η Fantic στον χώρο δίχως να χρειάζεται να ξοδέψει πόρους και χρόνο στην εξέλιξη της γκάμας της από το μηδέν. Στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του 2021 η Fantic αγόρασε από τη Yamaha το 100% της Motori Minarelli, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη θέση της, όσον αφορά στους κινητήρες. Κι απ’ ότι φαίνεται τώρα, η Fantic δεν προτίθεται να κάτσει στα Off-Road αυγά της, ούτε και στα διπλής χρήσης μοντέλα της (βλ. Caballero) παρά στοχεύει να ολοκληρώσει τη γκάμα της και με σπορ ασφάλτινα μοντέλα.
Και κάτι ακόμα. Πριν από 17 χρόνια, το 2005, η Fantic είχε προσπαθήσει ξανά να εισέλθει στα ασφάλτινα GP με το R250, ένα δίχρονο 250 για την κατηγορία των 250GP, με αναβάτες τον 17χρονο Gabriele Ferro και τον Πρωταθλητή 125 του 2002, Arnaud Vincent.
 
Η κατασκευή της δίχρονης δικύλινδρης μοτοσυκλέτας έγινε με τη συνεργασία με το τεχνικό τμήμα της επίσης ιταλικής CRP Technology,  ενώ στόχος ήταν η δημιουργία μιας 100% ιταλικής μοτοσυκλέτας, με το μόνο μη-ιταλικό εξάρτημα να είναι τα ελαστικά.
Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα ήθελε η Fantic, με την εταιρεία να αποσύρεται μετά από μία μόλις χρονιά στους αγώνες, λόγω αμέτρητων μηχανικών προβλημάτων με την R250. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε πως το 2005 ο Ferro είχε δεκαπέντε DNQ (Did not Qualify) αποτελέσματα σε 16 αγώνες, ενώ ο Arnaud είχε 12 εγκαταλείψεις και ένα DNQ στους ίδιους 16 αγώνες! Καλύτερο αποτέλεσμα ήταν μια 18η θέση, ενώ ο κινητήρας των μοτοσυκλετών έσπασε σχεδόν… πενήντα φορές μέσα στη χρονιά.
 
Οι καιροί άλλαξαν, και η Fantic έχει δείξει πως έχει ωριμάσει σε τεράστιο βαθμό, τόσο με τις μοτοσυκλέτες παραγωγής της όσο και με τις αγωνιστικές επιδόσεις της, κι έτσι κανείς δεν περιμένει από τους Ιταλούς να επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος.

MotoGP: Χρειάζεται αναθεώρηση ο κανονισμός ελάχιστου βάρους; Τα μεγέθη όλων των αναβατών

Από τον Moreira και τον Ogura ως τον Razgatlioglu μεσολαβεί ένα χάσμα 20 κιλών
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

26/2/2026

Ενδιαφέρον προκαλούν το ύψος και το βάρος του κάθε αναβάτη που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά και την απόδοση της εκάστοτε μοτοσυκλέτας, με τους rookie Diogo Moreira και Toprak Razgatlioglu να βρίσκονται στα δύο άκρα της λίστας. 

Ο Moreira με τον Ai Ogura είναι οι ελαφρύτεροι αναβάτες, ενώ ο Razgatlioglu είναι ο ψηλότερος και μακράν ο πιο βαρύς αναβάτης της κατηγορίας με 11 κιλά διαφορά από τον προηγούμενο.

Σε αντίθεση με τις κατηγορίες Moto3 και Moto2, που χρησιμοποιούν ένα συνδυασμένο ελάχιστο όριο βάρους αναβάτη και μοτοσυκλέτας, το MotoGP καθορίζει μόνο το ελάχιστο βάρος μοτοσυκλέτας, που είναι στα 157 κιλά. 

Ο Luca Marini υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι το MotoGP θα πρέπει να έχει επίσης ένα συνδυασμένο όριο βάρους, εξηγώντας ότι η επιτάχυνση δεν αλλάζει, αλλά υφίσταται διαφορά στην καταπόνηση των ελαστικών. 

"Υπάρχει ένα [συνδυασμένο] βάρος στο Moto2 και εγώ ήμουν πάνω από το όριο, αλλά μόνο κατά 4 κιλά. Και δεν υπάρχει πρόβλημα αν μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη υπάρχει διαφορά 4 κιλών. 

"Αλλά στο MotoGP η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη της Ducati μπορεί να είναι 10 κιλά. Δεν είναι ότι χάνεις στην επιτάχυνση. Η επιτάχυνση, όπως δείχνουν και τα δεδομένα, είναι η ίδια. 

"Ωστόσο η δύναμη που ασκείς στο ελαστικό είναι μεγαλύτερη. Επομένως, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με το πίσω ελαστικό, ειδικά επειδή δεν θέλεις να το φθείρεις πολύ. 

"Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο για όλους να υπάρχει ένα [συνδυασμένο] ελάχιστο βάρος - και για τους άλλους [μικρότερους] αναβάτες, γιατί έτσι θα μπορούν να βάζουν περισσότερο βάρος και να χτίζουν περισσότερο τους μύες τους. 

"Γιατί ένας βαρύς αναβάτης πρέπει να τιμωρείται για κάτι που είναι απλά στη φύση του; Κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που δεν έχει νόημα”.

Το σκεπτικό του Marini έχει μια λογική βάση και βασίζεται στη δική του προσωπική εμπειρία, όντας ένας από τους ψηλότερους και βαρύτερους αναβάτες του πρωταθλήματος. Ο ίδιος προσπάθησε αρκετές φορές να αδυνατίσει για να μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τη φθορά των ελαστικών του, ωστόσο αυτό είχε μια παράπλευρη απώλεια: μαζί με τα κιλά, έχανε και σε σωματική αντοχή που του κόστιζε στο κλείσιμο των αγώνων.

"Τα δεδομένα που έχουμε από τους αγώνες δείχνουν πως όταν είσαι βαρύτερος χρησιμοποιείς περισσότερο λάστιχο και τα ηλεκτρονικά συστήματα δουλεύουν επίσης περισσότερο," εξήγησε ο Marini.

Γι' αυτό πιστεύει στην αξία του συνδυασμένου βάρους και στο MotoGP, θεωρώντας πως είναι πιο δίκαιο οι πολύ ελαφριοί αναβάτες να προσθέτουν επιπλέον βάρος (έρμα) στη μοτοσυκλέτα τους - κάτι πάντως που δεδομένα απεχθάνονται οι μηχανικοί των ομάδων. Στην τελική είναι πιο εύκολο κάποιος να δουλέψει στο γυμναστήριο για να δυναμώσει και να ανεβάσει ελεγχόμενα το βάρος του, παρά να προσπαθούν οι βαρύτεροι να αδυνατίσουν - και αυτή είναι μια σκέψη που έχει απασχολήσει αρκετούς ακόμη αναβάτες στο παρελθόν, όπως ο Danilo Petrucci, ο οποίος επίσης προσπάθησε πολύ να αδυνατίσει όταν αγωνιζόταν με την Pramac Ducati, για να εγκαταλείψει την προσπάθεια όταν είδε μεγάλη διαφορά στις αντοχές του.

Παρακάτω μπορούμε να δούμε την λίστα με το βάρος και το ύψος του κάθε αναβάτη, ξεκινώντας από τον πιο ελαφρύ:

Diogo Moreira: 169 cm, 60 kg

Ai Ogura: 169 cm, 60 kg

Fabio di Giannantonio: 177 cm, 62 kg

Jorge Martin: 168 cm, 63 kg

Brad Binder: 170 cm, 63 kg

Pedro Acosta: 171 cm, 63 kg

Enea Bastianini: 168 cm, 64 kg

Marc Marquez: 169 cm, 64 kg

Maverick Vinales: 171 cm, 64 kg

Jack Miller: 173 cm, 64 kg

Francesco Bagnaia: 176 cm, 64 kg

Marco Bezzecchi: 176 cm, 64 kg

Raul Fernandez: 178 cm, 65 kg

Alex Marquez: 180 cm, 65 kg

Johann Zarco: 171 cm, 68 kg

Alex Rins: 176 cm, 68 kg

Franco Morbidelli: 176 cm, 68 kg

Fabio Quartararo: 177 cm, 69 kg

Joan Mir: 181 cm, 69 kg

Fermin Aldeguer: 181 cm, 69 kg

Luca Marini: 184 cm, 69 kg

Toprak Razgatlioglu: 185 cm, 80 kg.