Garry Taylor - Πέθανε ο εμβληματικός team manager της Suzuki, των εποχών Schwantz & Roberts

Συνέδεσε άρρηκτα το όνομα του με το Hamamatsu, κάνοντας το ντεμπούτο του με αγωνιζόμενο τον Barry Sheene
Kevin Schwantz και Garrry Taylor
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

31/1/2024

Ο Βρετανός Garry Taylor, ήταν ο εμβληματικός team manager της Suzuki στις εποχές των θρύλων των GP Kevin Schwantz και Kenny Roberts, συνεργάστηκε με τον Anthony Gobert που πέθανε λίγες ημέρες νωρίτερα, ενώ ξεκίνησε την καριέρα του στην αγωνιστική ομάδα του Hamamatsu δίπλα στον Barry Sheene.

Οι αγώνες ήταν το μεγάλο πάθος του Garry Taylor από την εποχή που ο Βρετανός πήγαινε ακόμα σχολείο, όταν συνόδευε στους αγώνες αυτοκινήτου έναν φίλο του που συμμετείχε. Όταν μεγάλωσε λίγο ακόμα, ξεκίνησε να αγωνίζεται κι ο ίδιος με αυτοκίνητο, ενώ όταν του τέλειωσαν τα λεφτά, έγινε κριτής, σε μια προσπάθεια να βρίσκεται μέσα στις πίστες.

H έναρξη της καριέρας του Garry Taylor στην αγωνιστική ομάδα μοτοσυκλέτας της Suzuki έγινε με επεισοδιακό τρόπο, καθώς ο Βρετανός απάντησε σε αγγελία για τις δημόσιες σχέσεις σε ομάδα GP, πιστεύοντας πως η αγγελία αφορούσε την F1. Όμως αντί για αυτό, προσελήφθη στην ομάδα GP μοτοσυκλετών της Suzuki το 1976, την εποχή του φοβερού και τρομερού Barry Sheene.

Παρόλο που αρχικά επιθυμούσε να εργαστεί στον χώρο των αγώνων αυτοκινήτου, ο Taylor παρέμεινε στη Suzuki, για να γίνει το 1987 team manager της εργοστασιακής ομάδας μοτοσυκλέτας της ιαπωνικής εταιρείας. Ήταν η εποχή που ο Kevin Schwantz έδειχνε τα πρώτα σημάδια του μεγάλου ταλέντου του στο αμερικάνικο πρωτάθλημα Superbikes, με τον Βρετανό manager να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις για να τον φέρει στην ομάδα των GP.

Kevin Schwantz και Wayne Rainey

Όπως γνωρίζουμε όλοι όμως, όσο ταλαντούχος και γρήγορος ήταν ο Kevin, άλλο τόσο ήταν επιρρεπής στις πτώσεις. Έχοντας απέναντί του μερικούς από τους πιο σημαντικούς αγωνιζόμενους όλων των εποχών, αναβάτες όπως οι Wayne Rainey, Eddie Lawson, Wayne Gardner και Mick Doohan, ο τίτλος φαινόταν άπιαστο όνειρο για Schwantz και Suzuki. Κι όμως, ο Taylor στάθηκε πιστά δίπλα στον Τεξανό, μην επιτρέποντας στους Ιάπωνες να τον απολύσουν, πείθοντας τους κάποιες φορές με ένα έξυπνο κόλπο, λέγοντας πως η ομάδα είχε ήδη κλείσει χορηγίες για την επόμενη χρονιά με τον Kevin, τις οποίες δεν έπρεπε να πετάξουν.

Schwantz

Κι η ώρα του Schwantz ήρθε το 1993, όπου μετά κόπων και βασάνων, ο πάντα θεαματικός αναβάτης της Suzuki με το “βάθρο ή πτώση” στιλ του, πήρε τον τίτλο με το RGV 500 και με μεγάλο χορηγό τα τσιγάρα Lucky Strike. Σημειώστε πως ο Schwantz που δεν κάπνιζε, είχε δηλώσει πως του άρεσε πολύ περισσότερο το κοστούμι με χορηγό την Pepsi. Αργότερα, ο Taylor θα αποκαλούσε τον Schwantz “το όνειρο κάθε μάνατζερ”.

Garry Taylor και Anthony Gobert

Μετά τον Schwantz, ο Taylor ανέλαβε να συμμαζέψει τον Anthony Gobert, μια αποστολή που όμως θα αποδεικνυόταν μάταιη. Ο Αυστραλός αναβάτης με το πηγαίο ταλέντο είχε ροπή στις καταχρήσεις, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, και παρά τις προσπάθειες του Taylor να τον “στρώσει”, στο τέλος αναγκάστηκε να τον απολύσει. Στις απίθανες ιστορίες για τις προσπάθειες του Βρετανού να λογικέψει τον Αυστραλό εντάσσεται, σύμφωνα με τον πρώην αγωνιζόμενο και νυν δημοσιογράφο Mat Oxley, και μια επίσκεψη στον Ισραηλινό ταχυδακτυλουργό και “μάγο” Uri Geller, γνωστός και σε εμάς από το λύγισμα κουταλιών και τη φράση “Don’t Do it Phedon στο τηλεοπτικό show “Ο διάδοχος του Uri Geller” το 2016. Εκεί ο Geller αφού λύγισε ένα κουτάλι μπροστά στον Gobert του μίλησε για τη δύναμη του νου, προσπαθώντας να του δώσει κίνητρα για να αφήσει πίσω του τον “bad boy” χαρακτήρα. Όταν αργότερα Gobert και Taylor έφευγαν από το σπίτι του Geller, ρώτησε ο Βρετανός τον Αυστραλό πώς του φάνηκε ο “μάγος”. “Μεγάλος μαλ*κ*ς” απάντησε ο Gobert. Ειρωνεία της τύχης, ο Gobert πέθανε λίγες μέρες πριν τον θάνατο του Taylor.

Kenny Roberts Jr & Garry Taylor

Μετά τον διάδοχο του Uri Geller, περνάμε στον διάδοχο του Anthony Gobert, που ήταν ο Kenny Roberts Junior, ο γιος του King Kenny. Παρόλο που η μοτοσυκλέτα της Suzuki δεν ήταν στο επίπεδο των Honda & Yamaha εκείνη την εποχή, Taylor και Roberts Junior κατάφεραν να αποσπάσουν τον τίτλο το 2000, με τον Αμερικανό αναβάτη να παίρνει 4 νίκες και να ανακηρύσσεται Πρωταθλητής 2 αγώνες πριν το τέλος της σεζόν.

Kenny Roberts Jr and Snr

Ο τίτλος αυτός ήρθε μάλιστα στην πρώτη σεζόν του Valentino Rossi στη μεγάλη κατηγορία, με τον Ιταλό να χάνει τον τίτλο στο ντεμπούτο του, χάρη και σε 3 πτώσεις που είχε, και να κατατάσσεται δεύτερος, με τρίτο τον Max Biaggi. Αυτός θα ήταν ο τελευταίος τίτλος της Suzuki στη μεγάλη κατηγορία των GP, μέχρι τον τίτλο του Joan Mir το 2020!

Στην μετάβαση από τη δίχρονη στην τετράχρονη εποχή των MotoGP το 2002, o Taylor προσπάθησε να πείσει τη Suzuki να επαναφέρει τον Schwantz στο τιμόνι της GSV-R, όμως οι Ιάπωνες αρνήθηκαν να το πράξουν.

Ο Taylor αποσύρθηκε από τους αγώνες το 2004, καθώς ήθελε να ξοδεύει περισσότερο χρόνο με τη γυναίκα του, Kate και την κόρη τους Phebe, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας.

Schwantz & Taylor

Στα χρόνια της σύνταξης του, εμφανιζόταν στα classic event στο Goodwood παρέα με τον Kevin Schwantz και το RGV 500 με το οποίο είχαν πάρει τον τίτλο.

Garry Taylor

Αγαπημένη φράση του Gary ήταν η "Don't let the batards get you down!" Έζησε τις τελευταίες μέρες με την οικογένεια και τους φίλους του, για να πεθάνει στις 30/1/2024 σε ηλικία 74 ετών.

Ετικέτες

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ
Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/10/2025

Στις 23 Οκτωβρίου 2011 ο κόσμος του MotoGP πάγωσε. Ο Marco Simoncelli το όνομα που όλοι μας πιστεύαμε πως θα είναι ο επόμενος απόλυτος διεκδικητής των MotoGP, ο νεαρός αναβάτης που ο Rossi έβλεπε ως συνεχιστή του, έχοντας προλάβει να γίνει ήδη ένας από του πιο αναγνωρίσιμους αναβάτες της σύγχρονης εποχής, έχασε τη ζωή του στη διάρκεια του Grand Prix της Μαλαισίας, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που παραμένει αισθητό ακόμη και σήμερα. Ο “Super Sic”, όπως τον γνώριζε όλος ο κόσμος, δεν υπήρξε απλώς ένας εξαιρετικός αναβάτης ήταν μια προσωπικότητα που οι αγώνες μοτοσυκλέτας χρειαζόντουσαν και μάλιστα χρειάζονται ακόμη. Είχε τεράστιο πάθος και ανεπιτήδευτη αγάπη για τους αγώνες, με μία πρέζα χιούμορ που έλκυε ακόμη και τους οπαδούς άλλων αναβατών!

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη του συνεχίζει να ζει δυνατά χωρίς να έχει προλάβει να γεμίσει με ρεκόρ ή να φορτώσει τα στατιστικά, τέτοια ήταν η αγάπη του κόσμου και η καθολική του αποδοχή από όλους, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο όχι μόνο στα MotoGP αλλά και γενικά στον μηχανοκίνητο αθλητισμό!

Ο Simoncelli ήταν φτιαγμένος από υλικό που δεν μετριέται σε τίτλους και στατιστικά. Το ανέμελο μαλί κάτω από το κράνος, το σπινθηροβόλο βλέμμα και εκείνο το απίστευτο πάθος για μάχη, που έκανε κάθε γύρο του MotoGP να θυμίζει κάτι από άλλες εποχές. Ήταν αγνός αγωνιστής, με μια ιταλική τρέλα που δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να κρύψει.

Super Sic 58 – The Legacy
Ονοματεπώνυμο: Marco Simoncelli
Ημερομηνία γέννησης: 20 Ιανουαρίου 1987, Cattolica, Ιταλία
Θάνατος: 23 Οκτωβρίου 2011, Sepang, Μαλαισία
Αριθμός αγώνων GP: 151 (125cc, 250cc, MotoGP)
Νίκες: 14 (12 στο 250cc, 2 στο 125cc)
Παγκόσμιοι τίτλοι: 1 (250
cc, 2008 – Gilera)
Ομάδες:
Matteoni Racing, Metis Gilera, San Carlo Honda Gresini}
Νούμερο: 58 (αποσυρμένο επίσημα από το MotoGP το 2016)

Κληρονομιά:
• Το Misano World Circuit Marco Simoncelli φέρει το όνομά του από το 2012.
• Το Fondazione Marco Simoncelli στηρίζει νέους και οικογένειες σε ανάγκη, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό έργο της οικογένειας.
• Κάθε χρόνο, οι φίλοι του διοργανώνουν στο Misano το “Sic Day”, ένα φεστιβάλ χαράς και μοτοσυκλέτας, όπως το ήθελε εκείνος.
• Το #58 παραμένει σύμβολο πάθους και αυθεντικότητας, ένα νούμερο που θα θυμίζει για πάντα τι σημαίνει να ζεις ως αγωνιζόμενος στην κορυφή της μοτοσυκλέτας

Η καριέρα του εκτοξεύθηκε το 2008, όταν κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα 250cc με τη Gilera, χαρίζοντας στην παραπαίουσα τότε Ιταλική μάρκα το τελευταίο της σπουδαίο τρόπαιο. Από τότε, το όνομα “Simoncelli” έγινε συνώνυμο με τον επιθετικό και θεαματικό τρόπο οδήγησης. Ήταν ένα ιδιαίτερο επιθετικό στιλ, από εκείνα που ακόμη και οι αντίπαλοί του δεν χρησιμοποιούσαν αργότερα εναντίον του, ήταν όμως μοιραία και εκείνο που έδωσε το άδοξο τέλος. Όταν ανέβηκε στο MotoGP με τη Honda της ομάδας Gresini, όλοι ήξεραν πως μπροστά τους είχαν έναν από εκείνους τους αναβάτες που ή θα έγραφαν ιστορία ή θα την πλήρωναν ακριβά.

Γνώρισα προσωπικά τον Simoncelli με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Είχε μόλις κερδίσει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο και βρισκόμασταν στην πίστα δοκιμών της Goodyear-Dunlop, μία μαγευτική τοποθεσία με μία εκπληκτική πίστα όπου φυσικά δεν υπάρχουν κερκίδες, ούτε μπορεί να μπει κανείς άλλος πέρα από τους αναβάτες δοκιμών και τους δημοσιογράφους, στις λίγες φορές που έχει φιλοξενήσει παρουσιάσεις ελαστικών.

Ήμουν για ακόμη μία φορά ο μόνος Έλληνας προσκεκλημένος και είχα μπει να οδηγήσω μαζί με τους Άγγλους δημοσιογράφους που τότε ήταν μία πολυπληθή ομάδα χωρίς Youtubers και Influencers, όλοι τους εξαιρετικά έμπειροι και επίσης όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, με αγωνιστικές περγαμηνές που έφταναν για δύο από αυτούς μέχρι και το BSB! Μπήκαμε με superbike στο session εκείνο και ο Simoncelli με ένα Dorsoduro 750. Αυτό που περισσότερο το έχετε δει να κυκλοφορεί με την ομάδα ΔΙΑΣ, σπάνια δικάβαλο παρότι η ομάδα αυτή έτσι έχει στηθεί και αν θυμάστε από την δοκιμή στο MOTO, δεν ήταν και μία μοτοσυκλέτα που μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει.

Ο Simoncelli ξεκίνησε τελευταίος, πίσω μας και σε λίγους γύρους μας είχε μαζέψει. Εγώ βρισκόμουν τότε σχετικά μπροστά στο γκρουπ, τρίτος κατά σειρά όταν με πέτυχε στο πιο αργό κομμάτι της πίστας, αργό για εμάς. Ανηφορικό εσάκι με θετική κλίση στην μεσαία του στροφή. Ήξερα ότι ήταν πίσω μου και είχα υπολογίσει να κρατηθώ στην έξοδο για να μην τον κόψω και να ανοίξω το γκάζι του GSXR1000R μόλις με περάσει. Μόνος μου στόχος να μείνω πίσω του για λίγο καθώς αμέσως μετά είχαμε άλλες δύο στροφές που μας οδηγούσαν στην ευθεία, οπότε θα προλάβαινα να οδηγήσω τουλάχιστον μισό γύρο πίσω του. Ότι και να έκανε δεν θα μπορούσε να ξεφύγει στην ευθεία με το Dorsoduro 750 από το GSXR1000R!

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ!

Την ώρα που έστριβα την δεύτερη στροφή από το εσάκι, εκείνη την αριστερή με την θετική κλίση, είδα ένα Dorsoduro να πετάγεται πλαγιασμένο μέσα από κερμπ πέρνοντας μαζί του χώματα, πετραδάκια και χόρτα και να προσγειώνεται μπροστά μου με το γόνατο. Πίστεψα ότι απλά έπεφτε μπροστά μου, άφησα το γκάζι και προσευχήθηκα στην Dunlop να κρατήσει το εμπρός ελαστικό που εκείνη την στιγμή του ζητούσες να κάνει κάτι δύσκολο. Μόνο που ο Simoncelli δεν είχε πέσει, ντριφτάρισε στην προσγείωση μέχρι το εξωτερικό κερμπ, εκτός δηλαδή αγωνιστικής γραμμής και πάνω του ακριβώς άνοιξε το γκάζι και με τρόπο που δεν πίστευα πως μπορούσε να γίνει το Dorsoduro 750 σηκώθηκε με το γκάζι, πλάγιασε στην επόμενη δεξιά ξύνοντας τα πάντα και εξαφανίστηκε στα 150 μέτρα της ευθείας πριν τα φρένα της επόμενης αριστερής. Όταν βγήκα στην ευθεία ήταν ήδη περίπου στην μέση και δεν τον έφτασα ποτέ στα φρένα της σπαστής δεξιάς, μίας πολύ ύπουλης στροφής που όταν μάθαινες την πίστα μπορούσες να την πουλήσεις πηγαίνοντας διαγώνια προς την κατηφορική ευθεία πριν από μία απότομη δεξιά όπου είχαν σημειωθεί και αρκετές πτώσεις.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Έχουν περάσει 16 χρόνια από εκείνη την ημέρα, ήμουν τότε ένας νέος συντάκτης, συνομιλώντας με τον επόμενο Valentino Rossi (όπως τον λέγαμε με τον πατέρα του)

Δεν οδηγήσαμε ποτέ μαζί για μισή πίστα, ενώ αμέσως μετά ήμασταν μόνοι μας για τους λίγους γύρους που έμεναν για το υπόλοιπο session. ΌΛΟΙ οι Άγγλοι συνάδελφοι είχαν βγει έξω νωρίτερα ζητώντας από την Dunlop να βγάλει τον Simoncelli γιατί δεν ήθελαν να σκοτωθούν δοκιμάζοντας λάστιχα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν το είχα δει ως απερισκεψία, ήμουν ακόμη εντυπωσιασμένος από το πώς κατάφερε να προσγειωθεί πλαγιασμένος και κυρίως με την λογική ακολουθία της σκέψης του. Πώς δηλαδή πήρε την απόφαση να βγει εκτός πίστας, μέσα από τα κέρμπ! Στο πλαίσιο της συνέντευξης που είχαμε μετά, ξεκίνησα από εκεί: «Πώς το σκέφτηκες αυτό και κυρίως γιατί; Ποιος ο λόγος;» - «Δεν το σκέφτηκα, μου είπε ο Simoncelli, δεν ήταν δηλαδή μία μελετημένη από πριν απόφαση, είχατε πολύ πιο γρήγορες μοτοσυκλέτες οπότε έπρεπε να μην φρενάρω πουθενά για να σας περάσω, ότι ήρθαν οι στροφές και είδα ότι θα έπρεπε να κόψω πολύ για να μείνω πίσω από το GSXR και μετά στην ευθεία να μην μπορώ να προσπεράσω, σκέφτηκα την προσπέραση στην επόμενη στροφή και μου ήρθε πολύ μακριά. Οπότε εκεί που έστριβα την πρώτη δεξιά, το σήκωσα και έκανα την αριστερή εκτός πίστας.

Στην συνέχεια εκείνης της συνέντευξης τον ρώτησα αν οδηγεί στον δρόμο και μου είπε πως όχι γιατί είναι επικίνδυνο και γελάσαμε έπειτα μαζί.

Μπορούσες να το δεις όπως οι Άγγλοι, ως επιθετικό και απερίσκεπτο ή να τον θαυμάσεις ως κάτι εξωπραγματικό και μοναδικό. Διότι αυτό ήταν. Απίστευτα πράος και μαζεμένος όλες τις στιγμές, εκτός από εκείνες που οδηγούσε. Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα και μου για λίγο, πολύ λίγο, οδηγήσαμε και μαζί.

Το 2011, με τον αριθμό 58 πάνω στο λευκό fairing, ο Marco έδειχνε πως το μεγάλο του ξέσπασμα ήταν θέμα χρόνου. Πάλευε με τους καλύτερους τότε, με Lorenzo, Stoner, Pedrosa, Rossi κι αν κάποιες φορές οι κινήσεις του ήταν υπερβολικά τολμηρές, είχαν εκείνο το στοιχείο του “πραγματικού αγώνα” που σήμερα θα ξεσήκωνε αντιδράσεις. Δεν υπολόγιζε τίποτα. Οδήγησε πάντα σαν να μην υπήρχε αύριο, και ίσως τελικά γι’ αυτό να έγινε αθάνατος.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
στιγμιότυπο από την ίδια εκείνη ημέρα

Η μοίρα στάθηκε άδικη στη Sepang. Μια πτώση στην πρώτη κιόλας στροφή, ένα ατυχές σημείο επαφής και το όνειρο σταμάτησε απότομα. Ο θάνατός του σε ζωντανή μετάδοση καθώς όλοι οι θεατές κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί βλέποντας το κράνος του να φεύγει, έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ιστορία και κανείς, δεν θέλει να το αναπαράγει. Είχε έντονα στοιχεία αρχαιοελληνικής τραγωδίας μάλιστα από την στιγμή που πάνω του έπεσαν οι καλύτεροί του φίλοι εκτός πίστας και ταυτόχρονα ανταγωνιστές την ώρα του αγώνα. Ένας από τους καλύτερους θα σβήσει άδοξα. Όμως εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε κάτι άλλο, ένας θρύλος που κανένας χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Από τότε, το νούμερο 58 έγινε σύμβολο: όχι μόνο του Simoncelli, αλλά κάθε αναβάτη που τρέχει με την καρδιά του.

Η Honda Gresini διατήρησε τη μνήμη του, το Misano World Circuit φέρει πλέον το όνομά του, και κάθε φορά που βλέπεις εκείνη τη λευκοκόκκινη σημαία με τον αριθμό 58, νιώθεις ότι ο “Super Sic” δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια. Ζει σε κάθε νέο αναβάτη που ανεβαίνει με πάθος πάνω στη μοτοσυκλέτα, σε κάθε θεατή που ανατριχιάζει όταν ακούει τον κινητήρα να ανεβάζει στροφές.

Ο Simoncelli ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν χρειάζονται χρόνο για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Αρκούσαν λίγες σεζόν για να αλλάξει την ψυχή των GP, για να θυμίσει σε όλους μας πως οι αγώνες δεν είναι μόνο νίκες, είναι άνθρωποι, πάθος, είναι συναίσθημα.

Και αν σήμερα κοιτάξεις τον ουρανό πάνω από το Misano, κάπου ανάμεσα στις στροφές της ιστορίας θα δεις τον Marco να γελά, με εκείνο το ανέμελο βλέμμα που λέει:

“Corri forte, ma divertiti – τρέξε δυνατά, αλλά απόλαυσέ το.”